Γιώργος Φρυγανάκης «Γνωριμία με το ποιητικό έργο του Μανόλη Καλλέργη» O Μανόλης Σταύρου Καλλέργης, παράλληλα με την ευδόκιμη άσκηση του λειτουργήματός του ως ιατρού παθολόγου και τη δραστήρια και...
Γιώργος Φρυγανάκης «Γνωριμία με το ποιητικό έργο του Μανόλη Καλλέργη» O Μανόλης Σταύρου Καλλέργης, παράλληλα με την ευδόκιμη άσκηση του λειτουργήματός του ως ιατρού παθολόγου και τη δραστήρια και παραγωγική συμμετοχή του στα τοπικά πολιτιστικά δρώμενα , ασχολήθηκε με την ιστορική έρευνα και τη λογοτεχνία.
Προϊόντα της ενασχόλησής του με την πρώτη κατηγορία είναι 6 βιβλία σε έγχαρτη έκδοση . Προϊόντα της ενασχόλησής του με τη δεύτερη κατηγορία είναι δύο ηλεκτρονικές λογοτεχνικές συλλογές, οι οποίες σταδιακά εμπλουτίζονται: -«Ανεπίτρεπτα και Αναπότρεπτα» Ρέθυμνο 2025, συλλογή πεζών μικροκειμένων (λογοτεχνιζουσών επιφυλλίδων). - «Αρμενίζοντας», Ρέθυμνο 2025, ποιητική συλλογή.
Σ’ αυτό, που αποτελεί και το καθαρά λογοτεχνικό του έργο, θα περιοριστώ λόγω του περιορισμένου χρόνου. * * * Ο έντονα μεταφορικός τίτλος της ποιητικής συλλογής «Αρμενίζοντας» (από το βυζαντινό ρήμα αρμενίζω, παράγωγο του ουσιαστικού άρμενο=πανί πλοίου) μας δημιουργεί πολλαπλές προσδοκίες, καθώς υποβάλλει μια σειρά από βαθιές έννοιες, όπως τον παραλληλισμό της ανθρώπινης ζωής με ένα θαλασσινό ταξίδι, όπου ο άνθρωπος-ναυτίλος κινείται αργά προσπαθώντας να προσανατολιστεί ή να εξερευνήσει νέους τόπους, ιδέες, εμπειρίες ή εσωτερικές αλήθειες.
Υποβάλλει επίσης τη μετάβαση από την καθημερινότητα στον κόσμο της φαντασίας, του ονείρου.
Ιδιαίτερα το αρμένισμα στο ανοιχτό πέλαγος (ala large) υποβάλλει την απόλυτη ελευθερία της σκέψης, τη λύτρωση από τα δεσμά της πραγματικότητας και τη φυγή προς έναν ιδεατό κόσμο.
Τέλος, υποβάλλει και τη διαρκή προσπάθεια του ατόμου να επιβιώσει και να ισορροπήσει μέσα από τη διαχείριση με τα άρμενα των κυμάτων και των ανέμων που συμβολίζουν τις αντιξοότητες της περιπέτειας της ζωής.
Εξάλλου, η μετοχή σε χρόνο ενεστώτα δηλώνει μια ενέργεια σε εξέλιξη, σε συνεχή ροή του χρόνου, σε διαρκή αναζήτηση.
Ας…αρμενίσουμε, λοιπόν, στην ποιητική συλλογή ξεκινώντας με μια γενική εκτίμησή της: Η ποίηση του ναυτίλου ποιητή Μ.Κ είναι π ο λ ύ τ ρ ο π η ως σημαίνον και π ο λ υ ε σ τ ι α κ ή ως σημαινόμενο.
Η γλώσσα του είναι η απλή νεοελληνική.
Ο ποιητής δεν παρασύρεται σε γλωσσικούς εντυπωσιασμούς και λεκτικούς ναρκισσιστικούς ακροβατισμούς.
Με λέξεις απλές και περιεκτικές υφαίνει στον ποιητικό του αργαλειό τα πολύχρωμα και ποικιλόθεμα ποιητικά υφαντά του.
Έχει τη χάρη που ζητά να του δοθεί ο Σεφέρης στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄: να μιλήσει απλά,//γιατί…και την τέχνη τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε//από τα μαλάματα το πρόσωπό της.
Τεχνοτροπικά, στη συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων του ακολουθεί τους κανόνες της νεοτερικής ποίησης με τον ελεύθερο στίχο, χωρίς ομοιοκαταληξία και σταθερό μέτρο, γεγονός που προσδίδει συνήθως στα ποιήματά του έναν πεζολογικό, καθημερινό τόνο.
Δεν απουσιάζει, όμως, και η παραδοσιακή τεχνική και μάλιστα με κάποιους κρητικούς ιδιωματισμούς όταν το απαιτεί η περίπτωση.
Σε εξαιρετικές (και με τις δύο έννοιες) περιπτώσεις χρησιμοποιεί και καθαρεύουσα.
Επίσης, η ποίησή του είναι κατά κύριο λόγο μικροκειμενική, έχοντας εμπεδώσει και εφαρμόσει, θα έλεγα, και στην ποίηση δύο αρχές του Ιπποκράτη, του πατέρα της σύγχρονης ιατρικής : «Ιατρός αδόλεσχος, επί νόσω νόσος» (: «Ο φλύαρος γιατρός είναι μια δεύτερη αρρώστια πάνω στην ήδη υπάρχουσα»), αλλά και «Παν το πολύ τη φύσει πολέμιον» (:Οτιδήποτε υπερβολικό είναι αντίθετο στη φύση). Η συλλογή οργανώνεται γύρω από δύο καθαρά διακριτούς άξονες: τον ατομικό και τον κοινωνικό.
Στον α τ ο μ ι κ ό ά ξ ο ν α συναντούμε ποιήματα που αποδίδουν συναισθήματα του ποιητή, όπως μελαγχολία, νοσταλγία, ενσυναίσθηση, ενθουσιασμό, έκσταση.
Στον κ ο ι ν ω ν ι κ ό ά ξ ο ν α ο ποιητής παρατηρεί και καταγράφει χαρακτηριστικά της σύγχρονης πραγματικότητας συνήθως σε σύγκριση με αυτήν της παρελθοντικής.
Θα έλεγα ότι ο Ποιητής λειτουργεί ως γεφυροποιός μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, απλώνοντας γέφυρες με αφετηρία άλλοτε το πρώτο (αρχαιόθεμα ποιήματα συμβολικά) και άλλοτε το δεύτερο.
Θα ξεχωρίσω τη δεξιότητα της ενσυναίσθησής του (Συναισθηματικής, Γνωστικής και Συμπεριφορικής) που διαρρέει την ποίησή του κατ’ αντανάκλαση της ιπποκρατικής αρχής: «Ουκ ένι ιατρικήν ειδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος» (:Είναι αδύνατο να ξέρει την ιατρική αυτός που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος). Ξεχωρίζω, επίσης, τη φιλοσοφική/στοχαστική διάθεση του ποιητή, υπενθυμί-ζοντας με την ευκαιρία το ιπποκρατικό απόφθεγμα «Ιατρός φιλόσοφος ισόθεος», μοναδική «ισοδυναμία», που δεν πρέπει φυσικά να αποδοθεί σε «ύβρη» και αλαζονεία του Ιπποκράτη , αλλά στην επίγνωση της μοναδικότητας του ιατρικού λειτουργήματος, λόγω της σύνδεσής του με το ύψιστο αγαθό της υγείας.
Υπογραμμίζω επίσης ότι ο Μ.Κ επιδίδεται στη στοχαστική παρατήρηση της ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις, αποφεύγοντας και στηλιτεύοντας τον ομφαλοσκοπικό/αυτιστικό…. μηρυκασμό της.
Έτσι η ποίησή του σε κορυφαίες της στιγμές λειτουργεί ως πολιτική πράξη, χωρίς όμως να πέφτει θύμα συνθηματολογίας, ως κοινωνική φωνή χωρίς να καταντά φωνασκία.
Γενικά, η ποίησή του κινείται μεταξύ εσωτερικής ενδοσκόπησης και κοινωνικής κριτικής, εξομολόγησης και παρηγοριάς, αυτοκριτικής και καταγγελίας.
Η εκφραστική πολυτροπία του συνδυάζει αφαίρεση και «φωτογραφική» εικονοποιία, συμβολισμό και κυριολεξία, δήλωση και συνυποδήλωση, ρομαντισμό και ρεαλισμό, κάποτε και σουρεαλισμό.
Αναμφισβήτητα, ο Μ.Κ. παρά τις όποιες επιδράσεις (κυρίως καβαφικές) οικοδομεί μία ποίηση προσωπική και αναγνωρίσιμη.
Ας περάσουμε όμως στον παραδειγματικό άξονα: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ Στο λυρικό ποίημα «Ποίηση Ανατέλλουσα» αποτυπώνεται με μοναδικό τρόπο η μυσταγωγία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με τη σελήνη να λειτουργεί ως οικουμε-νικός καταλύτης που ενεργοποιεί την έμπνευση.
Κάθε βράδυ,//καθώς ανατέλλει το φεγγάρι, ανατέλλει μαζί του και η Ποίηση.
Την είδα με τα μάτια μου, σου λέω.
Κι έτσι,//καθώς το φεγγάρι καταυγάζει τον ουρανό μ’ ένα φως συγκλονιστικό, με την ποίηση ανακατωμένο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, το θαύμα γίνεται: Όλου του κόσμου Όλοι της Ποίησης οι Μυημένοι σαν μαγεμένοι όλα τα ξεχνούν.
Πιάνουν μολύβι και χαρτί κι αρχίζουνε με ζήλο//να γράφουν συνεχώς, να γράφουν ασταμάτητα,//να γράφουν.
Στο ποίημα «Οι συγγραφείς» θέτει το ερώτημα: «Γιατί γράφουν άραγε;» και προβάλλει «τη μόνη αλήθεια που είναι κρυμμένη//σ’ ένα βαθύ κατώγι, παγωμένο και σκοτεινό», υπονοώντας τον αιτιώδη ρόλο του υποσυνειδήτου, των βαθύτερων ενστί-κτων.
Πιο αναλυτικός για τη λειτουργία του υποσυνειδήτου είναι στο ποίημά του «Υπο- συνείδητο»: Πίσω απ’ το φως των λέξεων//ζει μια σκιά που θυμάται.
Μου μιλά όταν εγώ σωπαίνω.//Ανοίγει πόρτες που νόμιζα κλειστές.
Κι όταν ο νους κουράζεται,//Εκείνο να ’το, πετιέται κι ανασαίνει -ένα κύμα χωρίς φωνή-,//που όμως με ξέρει απ’ όλους καλύτερα.(απ/σμα) Στο παραδοσιακό με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία ποίημα «Τα βιβλία» δίνονται πιο συγκεκριμένα αίτια της γραφής, με τα βιβλία να είναι ο φορέας της αιώνιας μνήμης και της πνευματικής επιβίωσης του δημιουργού: Η ποίηση δίνει τα φτερά, τ’ άλογο χλιμιντρίζει, ο νους απογειώνεται, στα νέφη τριγυρίζει.
Κι άμα στο τέλος κουραστεί κι έρθ’ η μελαγχολία, σου γνέφει “εμείς κι αν φύγομε, θα μείνουν τα βιβλία”. Στο ποίημα «Πτήση στα σύννεφα» περιγράφεται με ακρίβεια το ψυχολογικό φαινόμενο της ύβρης απ΄ την πλευρά του μεσουρανούντος ποιητή και έμμεσα ο αρχέτυπος μύθος του Ικάρου, που όμως πρέπει να έχει εμπεδώσει ο ποιητής για λόγους αυτοπροστασίας: Έκπληξη! Τα ποιήματά μου άρχισαν να διαβάζονται δημόσια.
Είμαι ένα πρόσωπο γνωστό.
Είμαι επιτυχημένος.
Σε λίγο θα είμαι διάσημος.
Έχω γίνει παράδειγμα προς μίμηση.
Η γνώμη μου έχει βάρος. Τα ΜΜΕ συνωστίζονται για μια δήλωση.
Αλοίμονο όμως! Μάλλον έχω τρελαθεί! Άλλωστε εδώ ψηλά ο ήλιος καίει.
Λες να μου λειώσει το κερί, να πέσω; Πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά.
Ο ποιητής μέσω της επιμέρους (προσωπικής/ατομικής) περί-πτωσης, προβάλλει το γενικότερο που ενυπάρχει σ’ αυτό.
Στο ποίημα «Γεώργιος Χορτάτσης», αναφέρεται σε μια «συνάντησή» του σ’ ένα παγκάκι του Δημοτικού Κήπου του Ρεθύμνου με το συντοπίτη του αναγεννησιακό θεατρικό ποιητή (1550-1610) της ακμής της Κρητικής λογοτεχνίας, τον ποιητή της «Ερωφίλης», του «Κατσούρμπου» και της «Πανώριας», τον οποίο αναγνωρίζει, αφού πάντα τον έχει στο νου του, σε αντίθεση με τη νέα γενιά που τον έχει ξεχάσει, γεγονός που αποτυπώνεται στο θλιμμένο πρόσωπο του… Παππού Χορτάτση.
Οι στίχοι αποτυπώνουν μια βαθιά, πικρή αλήθεια για την πολιτισμική μας μνήμη.
Η «βουβή θλίψη» στο πρόσωπο του ποιητή αντικατοπτρίζει το χάσμα ανάμεσα στο σπουδαίο παρελθόν του τόπου και την αδιαφορία του σήμερα.
Αλλά και στο ποίημα «Τα σιωπηλά παγκάκια» θίγει το θέμα της πολιτισμικής αμνησίας και ιδιαίτερα των νέων, τοποθετώντας όμως στο παγκάκι αυτή τη φορά τον εαυτό του.
Στο ποίημα «Χυμός πορτοκάλι» θέτει το καυτό ερώτημα για την ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου, επομένως και του ποιητή, ξεσκεπάζοντας τα ψεύδη, τους συμβιβασμούς και την υποκρισία της διανόησης.
Παράλληλα, προβάλλει την επείγουσα ανάγκη για άμεση αποκάλυψη της αλήθειας («Τώρα»). Τώρα, που μπορώ ακόμη να γράφω, τώρα πρέπει να τα γράψω.
Να τα ξεσκεπάσω όλα . τα ψεύδη,//τα κρίσιμα,//τ’ απαράδεκτα, τα επώδυνα.//Όλα τώρα! Αύριο θα ’ρθει η απραξία, η αδράνεια(…)! Αύριο θα ναι πλέον αργά!.. (απ/σμα) Η ποιητική τέχνη του Μ.Κ. δεν λειτουργεί μόνο καταπραϋντικά, παρηγορητικά, ιαματικά αλλά και ως πολιτική φωνητική πράξη, χωρίς όμως να γίνεται συνθηματική φωνασκία. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΘΕΜΑ Αξιοπρόσεκτα είναι και τα αρχαιόθεμα ποιήματά του, συμβολικά ποιήματα που ανάγουν ιστορικά ή μυθολογικά πρόσωπα σε αρχετυπικά σύμβολα.
Στο ποίημα «Ο Οδυσσέας και το ταξίδι» παραλληλίζει τα δύο ταξίδια του ρηξικέλευθου ταξιδευτή Οδυσσέα: της εξωτερικής/γεωγραφικής αναζήτησης και της εσωτερικής/ψυχικής αναζήτησης.
Στο ποίημα «Ο Αχιλλέας και οι Αγαμέμνονες» αντιπαραθέτει τον ηρωισμό του απαράμιλλου μαχητή Αχιλλέα με τον καιροσκοπισμό του ιμπεριαλιστή Αγαμέμνονα, «μαχόμενου» εκ του ασφαλούς («από τη… σκηνή του»). Μια αντιπαράθεση που παραπέμπει συνειρμικά και διαχρονικά και στους εκτός ομηρικής Ιλιάδας «Αγαμέμνονες» και «Αχιλλείς» και προφανώς στην εποχή μας σε διάφορους τομείς της ζωής . Στο ποίημα «Διόνυσος» συνδέεται το παρελθόν με το παρόν, η αρχαία λατρεία με τη ζωντανή παράδοση της Κρήτης, μέσω του κρασιού που λειτουργεί ως γέφυρα χρόνου.
Το ποίημα «Σαπφώ», αποτελεί ένα βαθύ, ποιητικό στοχασμό που συνδέει την αρχαία ελληνική λυρική ποίηση με την κοσμολογία και την παγκόσμια ονοματοδοσία του ουρανού. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ Το ποιητικό έργο του Μ.Κ. το χαρακτηρίζει η νοσταλγία, που άλλοτε το διαπερνά σαν υγρασία και άλλοτε το λούζει σαν κρουνός/πίδακας.
Ενδεικτικά αναφέρομαι στα παρακάτω ποιήματα: Στο αυτοαναφορικό ποίημα «Ο παππούς» ζωντανεύει η φιγούρα του παππού του που παραμένει ζωντανός στην ψυχή του, σαν ρίζα που τον κρατά δεμένο με την αθωότητα και την ομορφιά του χωριού.
Το ποίημα «Βότσαλα» αποτελεί μια λυρική προτροπή για τη μετατροπή της νοσταλγίας σε ενεργητική, ψυχοθεραπευτική διαδικασία μέσω της ανάκλησης παιδικών αναμνήσεων, οι οποίες συμβολίζονται ως πολύχρωμα «βότσαλα». Με τα βότσαλα ο ποιητής κτίζει το ψυχικό του καταφύγιο/κάστρο ενάντια στη μελαγχολία.
Η νοσταλγία οδηγεί τον ποιητή να καταδύεται όχι μόνο στο προσωπικό του παρελθόν αλλά και στο ιστορικό της πόλης του.
Στο εξαιρετικά ατμοσφαιρικό ποίημα «Σαν καπηλειό βυζαντινό» συνδέεται το παρόν με το βυζαντινό και ενετικό παρελθόν μέσα από τις αισθήσεις του ποιητή: Το απόμερο ρακάδικο κουτούκι το είδε η φαντασία μου σαν παλιό στέκι . τοίχοι πετρόχτιστοι, οσμή χαμαιτυπίου ή καπηλιού μιας άλλης εποχής γεμάτου Βενετούς αρχόντους.
Απ’ τα ρεμπέτικα που ακούγονταν ξεχώρισα τις νότες τις βυζαντινές, λέξεις με ρίζα ελληνική μέσα απ’ τους στίχους κι από του δρόμου τη γωνιά να την, πετιέται μια οπτασία, μια σκιά κάποιας Ρωμιάς η Βενετής που χάνεται στο βάθος.
Στην υγρασία του λιμανιού και στην ψιλή βροχούλα το ταπεινό ρακάδικο αλλού με ταξιδεύει.
Στο μακροσκελές εξομολογητικό ποίημα «Ρέκβιεμ για το Ρέθυμνο» ο ποιητής αντιπαραθέτει την ακμή του παρελθόντος της γενέτειράς του, με την παρακμή του παρόντος της, κάνοντας μια νοσταλγική («πρεβελακική», θα έλεγα) αναδρομή στα «περασμένα μεγαλεία». Η Άρτεμις Ροκκαία//δεν την προστατεύει πια.
Πόλη ταπεινωμένη//απ’ τα ίδια τα παιδιά της (…) παιδιά που σφυρίζουν αδιάφορα//βαριεστημένα (…) Δεν φταίνε αυτοί . κανείς ποτέ δεν θέλησε να τους εξηγήσει κανείς ποτέ δεν τους είπε την αλήθεια ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια (…) Τους γνωρίζω//τους συγχωρώ, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι. (Απ/σμα) ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Χαρακτηριστικό της ισχυρής εικονοποιίας είναι το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό, σχεδόν κινηματογραφικό, σύντομο πεζοποίημα: «Έκλειψη σελήνης» Ανάμεσα σε πολυκατοικίες//προβάλλει απόψε το φεγγάρι σε χρώμα βαθύ κόκκινο//σαν λεηλατημένο από εκατομμύρια μάτια ανθρώπων και πουλιών.
Αθρόα νικηφόρα συναισθήματα//ας ποτίσουν πάλι τις καρδιές μας Οι εικόνες αντιπαραβάλλουν με υπέροχο τρόπο το αστικό τοπίο με το συμπαντικό γεγονός.
Η φράση «λεηλατημένο από εκατομμύρια μάτια» δείχνει τη δύναμη της συλλογικής ανθρώπινης παρατήρησης.
Χαρακτηριστικό ποιητικό μικροδιήγημα είναι το «Καλοκαιρινό όραμα», με έντονο λυρισμό, υπαρξιακές προεκτάσεις και υπερρεαλιστική κατάληξη, καθώς ο ήρωας δεν ταξιδεύει απλώς• μεταμορφώνεται, αφήνοντας πίσω τη γήινη βαρύτητα και τις συμβάσεις: Μεσούντος του Ιουλίου και του ηλίου μεσουρανούντος μαζεύω τα ολίγα υπάρχοντά μου και εκσφενδονίζομαι στο άπειρο.
Στο συμβολικό μικροποίημα με τον κινηματογραφικό τίτλο «Χορεύοντας με τους λύκους» γίνεται συμβουλευτικός, ψιθυρίζοντας στο αυτί του ανθρώπου που κινδυνεύει: Εάν σε περιτριγυρίζουν λύκοι, πρέπει να γυρέψεις καταφύγιο για να σωθείς.
Υπάρχει και δεύτερη λύση.
Να μεταμφιεστείς σε λύκο.
Θα έλεγα να προτιμήσεις τη δεύτερη. ΕΠΙΛΟΓΟΣ Γενικά ο ΜΚ, υπερβαίνει το ψευτοδίλημμα «Η τέχνη για την τέχνη ή για τη ζωή» με την αποδοχή «Η τέχνη και για την τέχνη και για τη ζωή». Θα έλεγα ότι μέσα από την ποίησή του λειτουργεί ως δάσκαλος, ιδιότητα που τον συνεπαίρνει, όπως αποκαλύπτεται στο ποίημά του με τίτλο «Η ευκαιρία». Όπου αναφέρεται σε μια προσωπική του εμπειρία ως διδάσκοντος στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας.
Κλείνω με το αυτοαναφορικό και βαθιά στοχαστικό ποίημα με το σιριαλικό τίτλο «Η ζωή που δεν έζησα», που αποπνέει μια ώριμη συμφιλίωση του ποιητή με το πα-ρελθόν του: Η ζωή που δεν έζησα//με κοιτάζει χωρίς παράπονο• ξέρει πως δεν πήγε χαμένη,//μόνο μεταμορφώθηκε σε σιωπή, σε μάθημα, σε βάθος.
Κι έτσι προχωρώ//όχι με λύπη, με μια ήρεμη ευγνωμοσύνη//για όσα έγιναν ή δεν έγιναν και για όσα με δίδαξαν//ποιος ακριβώς είμαι.
Εύχομαι στον καλό φίλο Μανόλη Καλλέργη καλή συνέχεια στη ζωή του και πάντα… αρμενίζοντας ποιητικά, κατά τον τίτλο της ποιητικής συλλογής του, και μάλιστα απαλλαγμένος από το δίλημμα της λαϊκής ρήσης: «Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους