«Πες μου, Μαρία, πού ήσουν εχθές το βράδυ;» Ήταν η φωνή της μάνας μου – κοφτή, σχεδόν ατσάλινη, λες και φοβόταν ότι αν σπάσει, εγώ θα διαλυθώ μαζί της. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήξερα...
«Πες μου, Μαρία, πού ήσουν εχθές το βράδυ;» Ήταν η φωνή της μάνας μου – κοφτή, σχεδόν ατσάλινη, λες και φοβόταν ότι αν σπάσει, εγώ θα διαλυθώ μαζί της.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Δεν ήξερα καν τι να πω, πώς να καλύψω το κενό ανάμεσά μας.
Το μυαλό μου πετούσε από τη διαδρομή κάτω από τα φώτα της Ερμού, το αμήχανο βλέμμα του πατέρα, τα μάτια της αδερφής μου που άγγιζαν το πάτωμα.
Το σπίτι μας, μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια, πάντα γεμάτο φωνές και μυρωδιές φαγητού, απόψε μύριζε σιωπή και προσδοκία – όχι από τις γλυκές.
Ήθελα να ουρλιάξω.
Να της πω ότι δεν αντέχω άλλο να προσποιούμαι.
Ότι νιώθω χαμένη ανάμεσά τους, ξένη, σαν να φοράω ρούχα που ποτέ δεν ήταν δικά μου.
Τα φώτα αναβόσβηναν στο ταβάνι και ο πατέρας βημάτιζε, έτοιμος να ξεσπάσει.
Οι κανόνες του σπιτιού, τα «έτσι είναι τα πράγματα», με κυνηγούσαν από παιδί: η Μαρία που αρίστευε, η Μαρία που δεν έκανε φασαρία, η Μαρία που θα σπούδαζε στο Πολυτεχνείο και θα παντρευόταν ελληνόπουλο με καλές δουλειές. «Μάνα, κουράστηκα…» ψιθύρισα.
Κι εκείνη άρπαξε τα λόγια μου, τα έκανε όπλο. «Κουράστηκες; Εμείς; Εμείς που σου δώσαμε ό,τι είχαμε; Τι θέλεις πια;» Φωνές.
Πήγε να απαντήσει και ο πατέρας, αλλά προτίμησε να σταυρώσει τα χέρια κι απόμεινε να με κοιτάζει σαν να κοιτάζει έναν καθρέφτη που θρυμματίζεται.
Ο αδερφός μου, ο Νίκος, πάντα σιωπηρός δίπλα τους, ήταν ο μόνος που πλησίασε.
Άγγιξε τον ώμο μου. «Έλα, Μαράκι, τί έγινε;» Ήθελα να του πω ότι δεν αντέχω άλλο αυτήν τη φυλακή.
Ότι τα τελευταία χρόνια νιώθω αόρατη – ασήμαντη.
Όλα άρχισαν όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο.
Πήρα μια γεύση ανεξαρτησίας – τα πρωινά με καφέδες στην πλατεία Κλαυθμώνος, τα απογεύματα με φίλες που μιλούσαν για αγάπες κι επαναστάσεις.
Για πρώτη φορά αναρωτήθηκα τι αξίζει στ’ αλήθεια, τι θέλω εγώ.
Αλλά κάθε βράδυ το σπίτι.
Η τελετουργία: φαγητό, ειδήσεις, συζητήσεις που κυλούσαν ήσυχα μόνο όταν κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει τίποτα.
Οτιδήποτε αλλιώτικο – ένα σκουλαρίκι, ένα σχόλιο για πολιτική ή θρησκεία – ανάβλυζε καβγά.
Η πραγματική αφορμή ήταν η Κωνσταντίνα.
Μια φίλη που γνώρισα στη σχολή.
Ήταν από το Βόλο, ελεύθερη, ανοιχτή, γελούσε δυνατά.
Ήταν όλα όσα ήθελα να είμαι. Τις Τρίτες το απόγευμα πίναμε μπύρες κι εγώ της εκμυστηρεύτηκα για πρώτη φορά ότι νιώθω ψεύτρα: «Φοβάμαι, κάθε μέρα, μην κάποιος ανακαλύψει ποια είμαι στ’ αλήθεια.
Φοβάμαι να χάσω τα πάντα, αλλά και να ζήσω όπως πραγματικά θέλω.» Εκείνη με κοίταξε με συμπόνια – «Πόσο ακόμα θα ζεις για τους άλλους;» Αυτό το ερώτημα δεν με άφηνε να κοιμηθώ.
Οι μέρες κυλούσαν και οι νύχτες με έβρισκαν να περπατάω μόνη κάτω απ’ τα φώτα της πόλης.
Η αλήθεια ήταν πως άρχισα να χάνω τον εαυτό μου κι αυτό το σπίτι μ' έπνιγε.
Έκανα ό,τι μπορούσα για να δείχνω δυνατή, αλλά μέσα μου υπήρχε μια βουή.
Ένα βράδυ, προφασίστηκα διάβασμα στη βιβλιοθήκη κι αντί για βιβλία πήγα σινεμά με τον Στέλιο – κανείς τους δεν τον είχε γνωρίσει. Ο Στέλιος ήταν μια φυγή, όχι αγάπη.
Μαζί του ξεχνούσα τους φόβους, την ευθύνη, τις προσδοκίες.
Όμως μετά ερχόταν ξανά η ενοχή, σαν παγερός βοριάς.
Εκείνο το βράδυ που γύρισα αργά, η μάνα με περίμενε ξύπνια. «Γιατί μου λες ψέματα; Ξέρω ότι δεν πήγες στη βιβλιοθήκη.» Έμεινα κόκκαλο.
Πώς το ήξερε; «Σου αρκεί που είμαι καλά;» τόλμησα να πω. Τότε ήταν που όλα κατέρρευσαν.
Η φωνή της έσπασε κι εγώ είδα το πρόσωπό της να ραγίζει. «Μαρία, μικρή μου, δεν σ’ αναγνωρίζω πια.
Τι σου λείπει; Γιατί πας να χαλάσεις ό,τι χτίσαμε;» Έκλαψε.
Η πρώτη φορά στη ζωή μου που είδα τη μητέρα μου να δείχνει τόση αδυναμία. Σύρθηκα στο δωμάτιό μου και κουλουριάστηκα στο πάτωμα. 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους