[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Με αφορμή τα πρόσφατα βίντεο στους λογαριασμούς του Ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου, όπου φαίνεται να προωθούνται επικίνδυνες, ψευδοεπιστημονικές θεραπείες για ζητήματα ψυχικής υγείας, επανέρχεται ένα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Με αφορμή τα πρόσφατα βίντεο στους λογαριασμούς του Ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου, όπου φαίνεται να προωθούνται επικίνδυνες, ψευδοεπιστημονικές θεραπείες για ζητήματα ψυχικής υγείας, επανέρχεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί το ευρύ κοινό να ξεχωρίσει την επιστημονική αλήθεια από την απάτη; Η αντανακλαστική αντίδραση πολλών είναι πλέον «να το ψάξουν στο διαδίκτυο» ή να ρωτήσουν κάποιο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης (AI), με στόχο να κατανοήσουν τι ισχύει.

Σε τόσο σύνθετα ζητήματα, όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Η επιφανειακή αναζήτηση από μη ειδικούς οδηγεί σε παρανοήσεις και, συχνά, στη λήψη λανθασμένων αποφάσεων.

Η πεποίθηση ότι «θα κάνω τη δική μου έρευνα» δεν αποτελεί ένδειξη ορθολογισμού, αλλά γνωστικής έπαρσης.

Ο αληθινός ορθολογισμός σήμερα απαιτεί να αναγνωρίζουμε τα γνωστικά μας όρια και να εμπιστευόμαστε την επιστημονική συναίνεση.

Αυτό, λοιπόν, που μπορεί να κάνει κάθε πολίτης είναι να προσπαθεί να ενημερωθεί για το ποια είναι η συλλογική θέση της επιστημονικής κοινότητας γύρω από τις πρακτικές που του προβάλλονται.

Επιλέγουμε να βασιζόμαστε στη συναίνεση των ειδικών, όχι επειδή είναι εξ ορισμού αλάνθαστη, αλλά επειδή αποτελεί το πιο αυστηρά ελεγμένο και φιλτραρισμένο απόσταγμα γνώσης που διαθέτουμε για κάθε ζήτημα.

Σε αυτή την αναζήτηση, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην εξισώνουμε την επικρατούσα άποψη με προσωπικές τοποθετήσεις μεμονωμένων ατόμων.

Σε κάθε ζήτημα μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, όμως δεν μπορούμε να δίνουμε την ίδια βαρύτητα στη συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών (στο 99,9%) και στη μειοψηφία του 0,1%. Αυτή η άποψη του 0,1% έχει φυσικά τη θέση της στην επιστημονική βιβλιογραφία, για παράδειγμα προάγει τον αυστηρό επιστημονικό έλεγχο, αλλά όταν προβάλλεται στο ευρύ κοινό ως ισότιμη εναλλακτική, απλώς αποπροσανατολίζει και δημιουργεί επικίνδυνες ψευδαισθήσεις.

Πού βρίσκουμε, όμως, αυτή την επικρατούσα επιστημονική άποψη; Την αναζητούμε από την Ακαδημία Επιστημών της χώρας, η οποία έχει και τον θεσμικό ρόλο του συμβούλου του κράτους, καθώς και από τους επίσημους φορείς.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, απόλυτα αρμόδιοι για να μας καθοδηγήσουν είναι το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων, ο Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου και ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος.

Η άγνοια ή η απαξίωση της επιστημονικής συναίνεσης δεν δίνει απλώς χώρο σε «διαφορετικές απόψεις», αλλά συχνά οδηγεί στην υιοθέτηση πρακτικών που καταπατούν θεμελιώδεις κανόνες κλινικής δεοντολογίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του προσκεκλημένου στα βίντεο κ. Μιχαήλ, ο οποίος ανέφερε πως επιδιώκει να «χρησιμοποιεί το placebo, αλλά πιο σωστά» (φώτο). Μια τέτοια προσέγγιση είναι άκρως επικίνδυνη.

Για να είναι αποτελεσματικό το placebo (εικονικό φάρμακο ή θεραπεία), προϋποθέτει εξ ορισμού την εξαπάτηση του ασθενούς: οφείλει να νομίζει ότι λαμβάνει πραγματική θεραπεία, ενώ λαμβάνει κάτι αδρανές.

Αν κανονικοποιήσουμε τη χρήση του placebo στο όνομα της όποιας «εναλλακτικής», ουσιαστικά νομιμοποιούμε επαγγελματίες υγείας να κοροϊδεύουν τους ασθενείς τους.

Κάτι τέτοιο καταρρακώνει την απαραίτητη σχέση εμπιστοσύνης ασθενούς-θεραπευτή και ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για κάθε λογής αυθαιρεσίες.

Σε τελική ανάλυση, η συζήτηση αυτή ξεπερνά τα όρια της ψυχικής υγείας και αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής μας συνοχής.

Αν η επιστήμη είναι ο μοναδικός τρόπος προσέγγισης της αλήθειας αλλά και το μοναδικό μας ανάχωμα απέναντι στην ψευδοεπιστήμη και τον τσαρλατανισμό, η κύρια ευθύνη της προστασίας δεν βαραίνει τον απλό πολίτη.

Βαραίνει την Πολιτεία και τους θεσμικούς φορείς, οι οποίοι δεν δικαιούνται να μένουν παθητικοί παρατηρητές (όπως συμβαίνει σήμερα). Όταν επικίνδυνες πρακτικές προβάλλονται δημόσια και εργαλειοποιούνται για χάρη της θεαματικότητας, οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να αντιδρούν άμεσα, να τοποθετούνται ξεκάθαρα και να προστατεύουν τη δημόσια υγεία.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι να χτιστεί μεθοδικά η εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι στους θεσμούς.

Μια εμπιστοσύνη που δεν επιβάλλεται άνωθεν, ούτε απαιτείται δογματικά, αλλά κερδίζεται καθημερινά.

Μέσα από τη διαφάνεια, την εξωστρέφεια, την αποτελεσματική επικοινωνία της επιστήμης και την αυστηρή περιφρούρηση της κλινικής δεοντολογίας, οι επιστημονικές εταιρείες και το κράτος οφείλουν να αποδεικνύουν έμπρακτα ότι αποτελούν ασπίδα για τον πολίτη.

Μόνο μέσα από αυτή τη σχέση ευθύνης μπορούμε να διασφαλίσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την κοινωνική συνοχή.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences