[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Οι επιστήμονες αρχίζουν να κατανοούν πώς ο Αυτισμός και η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας) μπορούν να συνυπάρχουν. Οι μελέτες αποκαλύπτουν μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι επιστήμονες αρχίζουν να κατανοούν πώς ο Αυτισμός και η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας) μπορούν να συνυπάρχουν.

Οι μελέτες αποκαλύπτουν μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση χαρακτηριστικών, γενετικών παραγόντων και διαφορών στη δομή του εγκεφάλου που βρίσκεται πίσω από αυτή τη διπλή διάγνωση, εγείροντας νέα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε και αντιμετωπίζουμε και τις δύο αυτές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις. Η Colleen Cira αναγνώρισε για πρώτη φορά ότι και η ίδια είχε Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) όταν τα παιδιά της υποβάλλονταν σε αξιολόγηση.

Πρόκειται για μια εμπειρία που, σύμφωνα με τους ειδικούς, γίνεται ολοένα και συχνότερη μεταξύ ενηλίκων των οποίων τα συμπτώματα είχαν περάσει απαρατήρητα στην παιδική ηλικία. «Σκεφτόμουν: "Αυτό είμαι κι εγώ". Κλείνω συνεχώς δύο ραντεβού την ίδια ώρα, αργώ σχεδόν πάντα, διακόπτω συχνά τους άλλους όταν μιλούν και μπορεί να ενεργώ αρκετά παρορμητικά», λέει η κλινική ψυχολόγος και ιδρύτρια του Cira Center for Behavioral Health, η οποία διαγνώστηκε με ΔΕΠΥ στα 35 της χρόνια.

Ωστόσο, χρειάστηκαν ακόμη επτά χρόνια μέχρι να διαγνωστούν τόσο η ίδια όσο και τα δύο παιδιά της με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), μια νευροαναπτυξιακή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διαφοροποιήσεις στην κοινωνική αλληλεπίδραση και αυξημένη αισθητηριακή ευαισθησία.

Όπως εξηγεί η ίδια, οι δύο αυτές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις «επικαλύπτονται, αλλά ταυτόχρονα είναι αντίθετες σε πολλά σημεία, με αποτέλεσμα να νιώθεις διαρκώς σαν να βρίσκεσαι σε εσωτερική σύγκρουση». Για να περιγράψει τον ιδιαίτερο συνδυασμό αυτισμού και ΔΕΠΥ που βιώνει, χρησιμοποιεί μια αναλογία με το κρασί: «Στην περίπτωσή μου κυριαρχεί η ΔΕΠΥ· αυτό είναι το πρώτο που παρατηρεί κανείς σε μένα, αλλά στην επίγευση υπάρχει ο αυτισμός». Αυτή η συνύπαρξη, που στις κοινότητες των ατόμων με αυτισμό και ΔΕΠΥ αναφέρεται συχνά ως AuDHD, δεν αποτελεί επίσημη διαγνωστική κατηγορία.

Ωστόσο, προσελκύει ολοένα μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς οι έρευνες δείχνουν ότι η ταυτόχρονη παρουσία ΔΕΠΥ και αυτισμού ενδέχεται να είναι πολύ συχνότερη από ό,τι πιστευόταν και να παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιάγνωστη.

Μελέτη του 2025 εκτίμησε ότι περίπου το 45% των ενηλίκων με ΔΕΠΥ εμφανίζουν σημαντικά αυτιστικά χαρακτηριστικά.

Παρ' όλα αυτά, ανάλυση 1,9 εκατομμυρίων ασφαλιστικών φακέλων στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημοσιεύθηκε την ίδια χρονιά, έδειξε ότι μόλις το 1,7% των ενηλίκων με ΔΕΠΥ είχαν ταυτόχρονα επίσημη διάγνωση Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος.

Η μεγάλη αυτή απόκλιση οδηγεί τους ερευνητές σε μια ολοένα και πιο ισχυρή διαπίστωση: όταν η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός συνυπάρχουν, η μία κατάσταση μπορεί να συγκαλύπτει την άλλη, καθιστώντας δυσκολότερη τόσο την αναγνώριση όσο και τη διάγνωσή τους.

Σήμερα, οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πώς αυτή η αλληλεπικάλυψη επηρεάζει την εκδήλωση των συμπτωμάτων, γιατί διαφεύγει τόσο συχνά της διάγνωσης και τι σημαίνει για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων που τη βιώνουν.

Παρακάτω είναι η μετάφραση σε ένα ενιαίο, φυσικό ελληνικό κείμενο: Τι είναι το AuDHD; Μέχρι το 2013, οι κλινικοί δεν επιτρεπόταν να διαγνώσουν το ίδιο άτομο τόσο με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) όσο και με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ). Αυτό άλλαξε με την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), η οποία αναγνώρισε ότι οι δύο νευροαναπτυξιακές καταστάσεις μπορούν να συνυπάρχουν και να μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την προσοχή. «Ένα άτομο με αυτισμό μπορεί να έχει έντονα, εξειδικευμένα ενδιαφέροντα και να εστιάζει βαθιά σε αυτά», εξηγεί η κλινική ψυχολόγος Natasha Langan. «Ένα άτομο με ΔΕΠΥ μπορεί να δυσκολεύεται να ρυθμίσει και να διατηρήσει την προσοχή του, αλλά και αυτό μπορεί να αναπτύξει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, στα οποία ορισμένες φορές βυθίζεται τόσο έντονα ώστε να κάνει υπερεστίαση (hyperfocus).» Παράλληλα, άλλα χαρακτηριστικά των δύο καταστάσεων μπορεί να κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Για παράδειγμα, η ανάγκη για σταθερότητα και προβλέψιμη ρουτίνα, που συναντάται συχνά στον αυτισμό, μπορεί να συγκρούεται με την αναζήτηση της καινοτομίας και την παρορμητικότητα που χαρακτηρίζουν τη ΔΕΠΥ.

Σύμφωνα με τη Langan, για πολλούς ανθρώπους αυτό δημιουργεί μια διαρκή εσωτερική ένταση ανάμεσα στην ανάγκη για δομή και στην επιθυμία για αλλαγή.

Η εικόνα του AuDHD διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο. «Η παρουσίασή του ποικίλλει πάρα πολύ, γιατί τόσο τα άτομα με αυτισμό όσο και τα άτομα με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν τεράστια ετερογένεια», αναφέρει η ψυχολόγος και επίκουρη καθηγήτρια στο California State University, Fresno, Kelly Carrasco.

Οι ερευνητές εξακολουθούν να διερευνούν γιατί οι δύο αυτές καταστάσεις συνυπάρχουν τόσο συχνά.

Είναι γνωστό ότι τόσο η ΔΕΠΥ όσο και ο αυτισμός εμφανίζουν υψηλή κληρονομικότητα, ενώ ολοένα και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι μοιράζονται κοινές βιολογικές βάσεις και δεν αποτελούν εντελώς ανεξάρτητες διαταραχές.

Μια μεγάλη γονιδιωματική μελέτη του 2022 έδειξε ότι η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός μοιράζονται πολλές περιοχές γενετικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον επτά γονιδιακών θέσεων (loci) που συνδέονται και με τις δύο καταστάσεις, καθώς και άλλων που τις διαφοροποιούν.

Επιπλέον, μελέτες σε διδύμους και οικογένειες υποδεικνύουν ότι υπάρχει ισχυρό κοινό γενετικό υπόβαθρο, με ορισμένες εκτιμήσεις να δείχνουν ότι μεγάλο μέρος του γενετικού κινδύνου για τη μία κατάσταση επικαλύπτεται με εκείνο της άλλης.

Πιο πρόσφατες έρευνες επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα κοινά γονίδια επηρεάζουν τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Μια νευροαπεικονιστική μελέτη του 2025 διαπίστωσε ότι τα άτομα που παρουσιάζουν ταυτόχρονα ΔΕΠΥ και αυτισμό εμφανίζουν ιδιαίτερα πρότυπα εγκεφαλικής δομής και συνδεσιμότητας.

Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η συνύπαρξη των δύο καταστάσεων δεν αποτελεί απλώς το άθροισμα των χαρακτηριστικών τους, αλλά πιθανόν αντιπροσωπεύει ένα ξεχωριστό νευροαναπτυξιακό προφίλ.

Συνολικά, τα έως τώρα ευρήματα υποστηρίζουν ότι το AuDHD προκύπτει από μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση γενετικών, βιολογικών και φαινοτυπικών παραγόντων, οι οποίοι διαμορφώνουν με μοναδικό τρόπο την έκφραση αυτής της συνύπαρξης.

Παρακάτω είναι η μετάφραση σε ένα ενιαίο, φυσικό ελληνικό κείμενο: Πόσο συχνή είναι η συνύπαρξη αυτισμού και ΔΕΠΥ; Ο ακριβής προσδιορισμός της συχνότητας με την οποία συνυπάρχουν ο αυτισμός και η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Ένας βασικός λόγος είναι ότι οι ερευνητές χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους μέτρησης αυτής της συνύπαρξης.

Ορισμένες μελέτες εξετάζουν την παρουσία κοινών χαρακτηριστικών, ενώ άλλες υπολογίζουν μόνο τα άτομα που έχουν λάβει επίσημη διπλή διάγνωση.

Ως αποτέλεσμα, τα ποσοστά που προκύπτουν διαφέρουν εντυπωσιακά.

Μια ανασκόπηση του 2023 διαπίστωσε ότι η συχνότητα των συμπτωμάτων ΔΕΠΥ σε παιδιά και εφήβους με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος κυμαινόταν από 2,6% έως και 95,5%, ανάλογα με τη μεθοδολογία κάθε μελέτης.

Αντίστοιχα, μια διαχρονική μελέτη του 2025, στην οποία συμμετείχαν 165 ενήλικες με ΔΕΠΥ, έδειξε ότι το 44,8% παρουσίαζε χαρακτηριστικά αυτισμού.

Ωστόσο, ανάλυση 1,9 εκατομμυρίων ασφαλιστικών φακέλων υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δημοσιεύθηκε επίσης το 2025, έδειξε ότι μόλις το 1,7% των ενηλίκων με ΔΕΠΥ είχε και επίσημη διάγνωση αυτισμού.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το εύρημα αυτό «ενδέχεται να υποδηλώνει υποδιάγνωση και απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση». Η μεγάλη αυτή διαφορά πιθανότατα εξηγείται από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι έχουν διαγνωστεί με τη μία από τις δύο καταστάσεις και εμφανίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά της άλλης, χωρίς όμως να πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια για επίσημη δεύτερη διάγνωση. «Υπάρχουν βάσιμες κριτικές απέναντι σε αυτό το κατηγοριοποιητικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο είτε έχεις μια διαταραχή είτε δεν την έχεις», επισημαίνει η Kelly Carrasco.

Η ίδια θεωρεί επίσης ότι, επειδή η δυνατότητα διπλής διάγνωσης αναγνωρίστηκε επίσημα μόλις το 2013 με την έκδοση του DSM-5, πολλοί επαγγελματίες υγείας δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει στην πράξη τις κατάλληλες διαδικασίες αξιολόγησης του AuDHD. «Πολλοί κλινικοί έχουν εκπαιδευτεί να εντοπίζουν ποιο είναι το κυρίαρχο πρόβλημα και έτσι ενδέχεται να μη θεωρούν απαραίτητη μια δεύτερη διαγνωστική ετικέτα», εξηγεί.

Επειδή τόσο ο αυτισμός όσο και η ΔΕΠΥ είναι γνωστό ότι συχνά παραμένουν αδιάγνωστοι, η αναγνώριση των χαρακτηριστικών τους μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ειδικά όταν το άτομο αποκρύπτει ή καλύπτει συνειδητά ή ασυνείδητα τα συμπτώματά του – ένα φαινόμενο γνωστό ως masking. «Ιδιαίτερα τα κορίτσια και οι γυναίκες συχνά δεν διαγιγνώσκονται ή λαμβάνουν λανθασμένες διαγνώσεις, επειδή είναι πιο ικανές να αποκρύπτουν τις δυσκολίες τους ή να έχουν μάθει ποιος θεωρείται ο αποδεκτός τρόπος να συμπεριφέρονται», αναφέρει η Natasha Langan.

Όπως εξηγεί, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους καταλήγουν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας με διαγνώσεις όπως διαταραχές της διάθεσης, κατάθλιψη ή άγχος, ενώ στην πραγματικότητα τα προβλήματα αυτά μπορεί να αποτελούν συνέπεια της ζωής με μια αδιάγνωστη νευροαναπτυξιακή διαφοροποίηση.

Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά της μίας κατάστασης μπορεί να επισκιάζουν εκείνα της άλλης.

Όπως σημειώνει η Colleen Cira, «τα άτομα που έχουν και τις δύο καταστάσεις συχνά χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να διαγνωστούν, επειδή ο αυτισμός καλύπτει ορισμένα στοιχεία της ΔΕΠΥ και η ΔΕΠΥ μεταβάλλει την εικόνα του αυτισμού». Σύμφωνα με τη Langan, είναι πιθανό η μία κατάσταση να γίνεται πιο εμφανής όταν τα συμπτώματα της άλλης υποχωρούν. «Αν, για παράδειγμα, αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ΔΕΠΥ, το άτομο μπορεί να γίνει πιο ήρεμο και τότε να αρχίσουν να διακρίνονται πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά του αυτισμού.» Παρακάτω είναι η μετάφραση σε ένα ενιαίο, φυσικό ελληνικό κείμενο: Πώς αντιμετωπίζεται το AuDHD; Δεν υπάρχει μία ενιαία θεραπευτική προσέγγιση για το AuDHD.

Αντίθετα, η αντιμετώπιση βασίζεται συνήθως στην προσαρμογή των ήδη καθιερωμένων παρεμβάσεων για τη ΔΕΠΥ και τη Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις αλληλεπιδρούν στο ίδιο άτομο.

Η εξατομίκευση της φροντίδας είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η συνύπαρξη ΔΕΠΥ και αυτισμού συνδέεται συχνά με πιο σύνθετες ανάγκες υγείας.

Η μελέτη του 2025 που βασίστηκε σε ασφαλιστικά δεδομένα υγείας έδειξε ότι τα άτομα με τις δύο διαγνώσεις χρησιμοποιούν συχνότερα τις υπηρεσίες υγείας, έχουν υψηλότερο κόστος περίθαλψης και παρουσιάζουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης πρόσθετων προβλημάτων υγείας.

Όπως επισημαίνει η Natasha Langan, «όταν συνυπάρχουν και οι δύο καταστάσεις, οι δυσκολίες επηρεάζουν περισσότερους τομείς της ζωής, όπως η εργασία, οι διαπροσωπικές σχέσεις και η καθημερινή λειτουργικότητα». Η θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί επίσης να είναι πιο απαιτητική.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα για τη ΔΕΠΥ, ιδιαίτερα τα διεγερτικά, μπορούν να βελτιώσουν την προσοχή και τη συγκέντρωση.

Ωστόσο, όπως εξηγεί η Kelly Carrasco, δεν γίνονται καλά ανεκτά από όλους τους ανθρώπους με αυτισμό. «Υπάρχουν γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η μειωμένη όρεξη και η ναυτία, που μπορεί να κάνουν τα διεγερτικά φάρμακα δύσκολα ανεκτά, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται συχνότερα στα άτομα που παρουσιάζουν και τις δύο καταστάσεις.» Για τον λόγο αυτό, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας υιοθετούν συνήθως μια περισσότερο εξατομικευμένη προσέγγιση, συνδυάζοντας φαρμακευτική αγωγή, ψυχοθεραπευτικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις, καθώς και προσαρμογές στο περιβάλλον, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και το προφίλ κάθε ατόμου.

Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι τόσο η θεραπεία όσο η έγκαιρη αναγνώριση της συνύπαρξης αυτισμού και ΔΕΠΥ.

Χωρίς μια ακριβή διάγνωση, πολλοί άνθρωποι περνούν χρόνια προσπαθώντας να διαχειριστούν δυσκολίες χωρίς να κατανοούν την πραγματική τους αιτία.

Όπως αναφέρει η Carrasco, «το πιο δύσκολο είναι ότι πολλοί άνθρωποι ζουν επί χρόνια με ντροπή και ενοχές, αναρωτώμενοι: "Γιατί όλοι οι άλλοι φαίνεται να τα καταφέρνουν κι εγώ όχι;" ή πιστεύοντας ότι οι άλλοι τους θεωρούν τεμπέληδες ή χωρίς κίνητρο.» Η σωστή διάγνωση μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής.

Δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθούν από αυτές τις αρνητικές πεποιθήσεις και να πουν: «Έτσι λειτουργεί ο εγκέφαλός μου.

Δεν πρόκειται για κάποιο προσωπικό ελάττωμα ούτε για αποτυχία του χαρακτήρα μου.

Είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο λειτουργώ, και αυτό είναι απολύτως εντάξει.» Πηγή: nationalgeographic.com Συγγραφέας: Katie Wright Μετάφραση: Μαρία Εμμ. Μαγγανάρη MSc in Person-Centred Counseling and Psychotherapy, University of Strathclyde Person - Centred Family and Couples Therapy Person - Centred Supervision P.E.T., T.E.T., M.B.A. mariamanganari.gr

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences