Ο Φούρνος της Κυριακής Κάθε καλοκαίρι ο Νικόλας, η Μαρία και η μικρή Ελένη έπαιρναν το λεωφορείο για το χωριό. Προορισμός: η αυλή της γιαγιάς Δέσποινας. Η αυλή εκείνη δεν ήταν σαν τις άλλες. Είχε...
Ο Φούρνος της Κυριακής Κάθε καλοκαίρι ο Νικόλας, η Μαρία και η μικρή Ελένη έπαιρναν το λεωφορείο για το χωριό.
Προορισμός: η αυλή της γιαγιάς Δέσποινας.
Η αυλή εκείνη δεν ήταν σαν τις άλλες.
Είχε κληματαριά που έκανε τον ήλιο να γίνεται δαντέλα στο πλακόστρωτο.
Είχε γλάστρες με βασιλικούς που μύριζαν όταν τους ακουμπούσες και είχε τον φούρνο της γιαγιάς που ήταν χτισμένος με πέτρα από τον παππού, πριν γεννηθούν τα παιδιά. «Αυτός ο φούρνος έχει ψήσει περισσότερα μυστικά παρά ψωμιά», έλεγε και γελούσε.
Τον άναβε κάθε Κυριακή πρωί, και όλο το χωριό ήξερε ότι η Δέσποινα μαγειρεύει.
Εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου, τα τρία αδέρφια είχαν πιάσει τις θέσεις τους από νωρίς.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο με το καρό τραπεζομάντιλο της γιορτής.
Τα πιάτα άδεια, τα πιρούνια έτοιμα, και τα στομάχια τους να γουργουρίζουν.
Στα μπολάκια υπήρχαν ήδη ντοματοσαλάτα από τον κήπο και τηγανιτές πατάτες — το ορεκτικό για να αντέξουν την αναμονή.
Η γιαγιά Δέσποινα, με το μαύρο της φουστάνι και το μαντήλι δεμένο σφιχτά, έσπρωχνε με το ξύλινο φτυάρι ένα τεράστιο ταψί μέσα στη φωτιά. Μπριάμ.
Όχι το απλό μπριάμ της πόλης.
Το δικό της είχε μελιτζάνες που τις είχε κόψει χαράματα, κολοκύθια από τον διπλανό, πατάτες, και μπόλικο λάδι που το έφερνε ο θείος ο Γιώργος από τα δικά του λιόδεντρα. «Γιαγιά, ακόμα;» ρώτησε ο Νικόλας, ακουμπώντας το πηγούνι του στα χέρια του. «Η υπομονή ψήνει το φαγητό, παιδί μου», απάντησε εκείνη χωρίς να γυρίσει. «Αν το βγάλω νωρίς, θα είναι ωμό.
Αν το αφήσω πολύ, θα καεί.
Θέλει τον χρόνο του.» Η Μαρία και η Ελένη αντάλλαξαν ένα βλέμμα.
Την ίδια ατάκα άκουγαν κάθε Κυριακή και όταν επιτέλους το ταψί έβγαινε από τον φούρνο, καταλάβαιναν γιατί.
Η μυρωδιά απλώθηκε πρώτη.
Γλύκανε τον βασιλικό, πέρασε μέσα από την κληματαριά, και έφτασε μέχρι τον δρόμο.
Μετά ήρθε ο ήχος — το τσιτσίρισμα του λαδιού που κόχλαζε ακόμα.
Η γιαγιά ακούμπησε το καυτό ταψί στο τραπέζι, έκανε τον σταυρό της και είπε το μόνο που έλεγε πάντα: «Φάτε, παιδιά μου.
Όσο είναι ζεστό.» Χρόνια αργότερα, ο Νικόλας θα έφτιαχνε φούρνο στο σπίτι του στην Αθήνα. Η Μαρία θα μάθαινε την συνταγή απέξω. Η Ελένη, κάθε φορά που μύριζε καμένο ξύλο, θα θυμόταν εκείνη την αυλή.
Γιατί κάποια φαγητά δεν τα τρως απλώς. Τα θυμάσαι. Και ο φούρνος της γιαγιάς Δέσποινας δεν έψηνε μόνο μπριάμ. Έψηνε καλοκαίρια. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους