ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΤΟΥ ΤΕΝΙΣ Η ΕΛΛΑΔΑ… ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ Θα σας διηγηθώ μια μικρή αλλά αληθινή ιστορία για δύο κορίτσια που μας έκαναν αληθινά υπερήφανους. - Περασαν περίπου δεκαπέντε χρόνια, από τότε, που ξαφνικά...
ΣΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΤΟΥ ΤΕΝΙΣ Η ΕΛΛΑΔΑ… ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΕΙ Θα σας διηγηθώ μια μικρή αλλά αληθινή ιστορία για δύο κορίτσια που μας έκαναν αληθινά υπερήφανους.
------------------------------------------------------------- Περασαν περίπου δεκαπέντε χρόνια, από τότε, που ξαφνικά όλη η Ελλάδα άρχισε να μιλά για το τένις και τα ιερά του «τέρατα». Μέσα σε λίγες μέρες μάθαμε τον Ρότζερ Φέντερερ, τον Ραφαέλ Ναδάλ, τον Μπιορν Μποργκ, τον Αντρέ Αγκάσι και τον Νόβακ Τζόκοβιτς.
Θυμηθήκαμε την Κρις Έβερτ, τη Στέφι Γκραφ και τη Μαρτίνα Ναβρατίλοβα.
Μέχρι προχθές πολλοι φίλοι μας, άκουγαν Roland Garros και το περνούσαν για συνοικία του Παρισιού.
Κάποιοι, μάλιστα, υποστήριζαν ό,τι την είχαν «επισκεφτεί» και περιέγραφαν τα ωραία καφέ της.
Και ξαφνικά φνικά όλοι έγιναν ειδικοί στο slice, στο forehand και στο backhand με το ένα χέρι! Φυσιολογικό, σκεφτόμουν, όσο έβλεπα τη Μαρία Σάκκαρη να παλεύει με την Τσέχα Μπάρμπορα Κρεϊτσίκοβα για μια θέση στον τελικό του κορυφαίου τουρνουά στο χώμα του Roland Garros.
Την έβλεπα και τη θαύμαζα για τα υπέροχα χτυπήματά της.
Και όταν έκανε την ανατροπή και έφτασε στο match point που θα της χάριζε την πρόκριση στον τελικό, έσπασε καρδιές.
Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα περισσεύουν... οι ειδικοί.
Στους σεισμούς γινόμαστε όλοι σεισμολόγοι, στην πανδημία ήμασταν όλοι επιδημιολόγοι.
Γιατί να μη γίνουμε και στο τένις όλοι... Μουράτογλου; Κι όταν τελικά η Ελληνίδα πρωταθλήτρια λύγισε στο τρίτο σετ και πέρασε στον τελικό η αντίπαλός της, οι «ειδικοί» δεν της έκαναν απλώς κριτική.
Της έστησαν σχεδόν δίκη.
Συνηθισμένο φαινόμενο για τις μετριότητες.
Για αυτούς πού όταν ο άλλος είναι ψηλότερος από το μπόι τους, δεν προσπαθούν να ψηλώσουν οι ίδιοι, αλλά πασχίζουν κοντύνουν τον άλλο με ανοησίες, αυστηρή κριτική και ψέματα.
Κι όμως, χάρη σε αυτά τα υπέροχα παιδιά, τον Στέφανο Τσιτσιπά και τη Μαρία Σάκκαρη, σήμερα είναι γεμάτα τα γήπεδα και όλοι μιλάμε για το τένις.
Μας εμαθαν το τένις κορυφής, μας έκαναν υπερήφανους με τις επιτυχίεςτους.
Όσοι όμως έχουμε μπει στα γήπεδα μάθαμε και κάτι άλλο.
Πως η επιτυχία δεν χαρίζεται.
Κερδίζεται με θυσίες, με στερήσεις και με αδιάκοπη προσπάθεια.
Το χρωστάμε και στους αφανείς εργάτες πίσω από κάθε πρωταθλητή.
Στον γονιό που πιστεύει στο παιδί του, που το στηρίζει στις ήττες και χαίρεται αθόρυβα στις νίκες.
Στον γονιό που κάποτε είχε κι αυτός πίσω του έναν άλλον γονιό να κάνει το ίδιο.
Αυτά σκεφτόμουν παρακολουθώντας τη Μαρία Σάκκαρη στην τηλεόραση.
Και ξαφνικά το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πίσω, σε ένα άλλο μικρό κορίτσι που πάλευε κι αυτό να κατακτήσει τον κόσμο του τένις.
Ήταν, θυμάμαι, Ιούλιος.
Ο πιο ζεστός και ο πιο τουριστικός μήνας του χρόνου.
Έξω «έσκαγε» κυριολεκτικά ο τζίτζικας και τα πυρωμένα από τον καυτό ήλιο ντουβάρια πολλαπλασίαζαν τη ζέστη.
Λίγοι ξένοι με τα σακίδια στους ώμους και με ιδρωμένα πρόσωπα κυκλοφορούσαν στους άδειους δρόμους.
Και ο Τάσος ο παγωτατζής, με την άσπρη στολή και το άσπρο καπέλο του, ακουγόταν πού και πού να διαλαλεί, με μισοσβησμένη φωνή, την πραμάτεια του.
Μέσα στο μικρό ξενοδοχείο, στην άκρη της πόλης, όπου δούλευα, οι ανεμιστήρες δεν σταματούσαν ούτε μέρα ούτε νύχτα, παλεύοντας μάταια να διώξουν τον ζεστό αέρα.
Πίσω από τη ρεσεψιόν, καταϊδρωμένος, προσπαθούσα να βάλω σε τάξη χαρτιά, αφίξεις, λογαριασμούς, βλάβες και τηλεφωνήματα.
Ο τριτοκοσμικός τηλεφωνικός πίνακας βούιζε απειλητικά και κάθε διεθνής κλήση ήταν ένα μικρό μαρτύριο.
Εκείνη την ημέρα περιμέναμε δύο γκρουπ.
Ένα μεγάλο, κοινωνικού τουρισμού, από το γραφείο «Παυσανίας», και ένα μικρότερο με παιδιά αθλητές και τους γονείς τους.
Ερχόντουσαν για το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Εφήβων και Κορασίδων, που γινόταν κάθε χρόνο στον Όμιλο Αντισφαίρισης Κέρκυρας, τον αρχαιότερο όμιλο τένις στην Ελλάδα, από το 1896. Οι Άγγλοι, την εποχή της Προστασίας, μας είχαν φέρει μαζί με το κρίκετ και το τένις.
Κάθε καλοκαίρι όλη η Ελλάδα μιλούσε για τα τουρνουά της Κέρκυρας.
Ήταν τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα της χρονιάς.
Όταν έφτασαν τα λεωφορεία του «Παυσανία», έγινε το χάος.
Φωνές, παράπονα, σπρωξίματα, γκρίνια για τα δωμάτια, τα καζανάκια και τη θέα.
Κι ύστερα όλοι έπεσαν στο μοναδικό κοινόχρηστο τηλέφωνο για να πουν στους δικούς τους ότι έφτασαν.
Όταν επιτέλους ηρέμησε το ξενοδοχείο, σωριάστηκα στον καναπέ δίπλα στον ανεμιστήρα, μισολιπόθυμος από την κούραση.
Και τότε μπήκαν από την περιστρεφόμενη πόρτα δύο γυναίκες.
Μάνα και κόρη.
Άφησαν τις βαλίτσες στον πάγκο και μου είπαν χαμογελαστές. — Ήρθαμε για το τουρνουά του τένις.
Έτσι γνώρισα ένα μικρό κορίτσι που λεγόταν Αγγελική. — Η μικρή μου θα παίξει στο τουρνουά κορασίδων, μου είπε η μητέρα της.
Όσο κερδίζει, θα μένουμε.
Αν χάσει, φεύγουμε.
Τους ευχήθηκα καλή επιτυχία και κοίταξα το κορίτσι.
Δεν ήταν ψηλή ούτε εντυπωσιακή.
Ήταν όμως καλογυμνασμένη, σοβαρή, με την αποφασιστικότητα των παιδιών που ξέρουν ότι έχουν δουλέψει.
Από την επόμενη κιόλας μέρα κατέβαιναν νωρίς για πρωινό και γύριζαν σχεδόν το μεσημέρι.
Λίγη ξεκούραση και ξανά στα γήπεδα ως το βράδυ. Η Αγγελική πάντα με τον σάκο στον ώμο και τη ξύλινη ρακέτα να προεξέχει.
Στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένη η κούραση του καύσωνα και της προσπάθειας. — Γιατί παίζει τόσες ώρες στον ήλιο; ρώτησα κάποια στιγμή τη μητέρα της. — Αν θέλει να γίνει πρωταθλήτρια, πρέπει να μάθει να παίζει σε όλες τις συνθήκες, μου απάντησε.
Στη ζέστη, στο κρύο, στον αέρα.
Οι μέρες περνούσαν και εκείνες έμεναν.
Σημάδι ότι η Αγγελική κέρδιζε.
Όταν τη ρωτούσα για το σκορ, απαντούσε μονότονα: — Καλά πήγαμε σήμερα.
Μέχρι εκείνο το βράδυ που μπήκε στο ξενοδοχείο με τα μάτια κατακόκκινα. — Τι έγινε; ρώτησα. — Χάσαμε, είπε η μητέρα. — Όχι! Με αδίκησαν! Η μπάλα ήταν μέσα! φώναξε η Αγγελική με δάκρυα.
Την άλλη μέρα κατέβασαν τις βαλίτσες.
Καθώς ετοίμαζα τα χαρτιά, διάβασα και συγκράτησα το όνομα. Έγραφε Αγγελική Κανελλοπούλου.
Τη θυμήθηκα αργότερα, όταν το όνομα της Αγγελικής Κανελλοπούλου φιγουράριζε στις αθλητικές εφημερίδες ως πρωταθλήτρια Ελλάδας, Ολυμπιακη αθλήτρια και Νο 47 στον κόσμο.
Τα χρόνια πέρασαν.
Το τένις διαδόθηκε. Η Κανελλοπούλου έδωσε τη θέση της στη Λένα Δανιηλίδου και ύστερα ήρθαν οι νέες γενιές.
Και ένα καλοκαίρι, ξανά στην Κέρκυρα, στο τουρνουά juniors, είδα μια κυρία δίπλα σε ένα μικρό κορίτσι.
Κάτι μου θύμιζε. — Θόδωρε, ποια είναι η κυρία; Την ξέρεις; ρώτησα. — Είναι η Αγγελική Κανελλοπούλου! μου είπε ο φίλος μου.
Έχει φέρει την κόρη της να παίξει.
Είναι στο κυρίως ταμπλό.
Πήγα και της μίλησα.
Δεν με θυμόταν.
Την επόμενη μέρα έπαιζε η κόρη της, η Μαρία Σάκκαρη. Η Κανελλοπούλου, πίσω από τα σύρματα, ζούσε δύο φορές το παιχνίδι.
Όταν τόλμησε να της δώσει μια συμβουλή, η μικρή Μαρία τής έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: «Μην ανακατεύεσαι». Έχασε εκείνο το παιχνίδι. — Για να γίνει κανείς πρωταθλητής χρειάζεται και λίγος εγωισμός, μου είπε η Αγγελική χαμογελώντας.
Για να γίνει όμως κανείς πρωταθλητής δεν φτάνει μόνο ο εγωισμός.
Χρειάζεται συνολική προσπάθεια.
Σκληρή δουλειά. Θυσίες.
Χρόνια μοναξιάς, καύσωνα, απογοητεύσεων και επιμονής.
Και οι νέοι πρωταθλητές μας το ξέρουν καλά.
Το έκαναν τρόπο ζωής. Η Μαρία Σάκκαρη, χρόνια μετά, την βλέπουμε να παλεύει στο Roland Garros στο Wibledon.
Η μητέρα της, η Αγγελική Κανελλοπούλου, συνεχίζει να ζει ξανά την ίδια αγωνία που ζούσε τότε, στα γήπεδα της Κέρκυρας, όταν εκείνο το μικρό κορίτσι έκλαιγε επειδή μια μπάλα που ήταν μέσα τη μέτρησαν άουτ.
Τίποτα δεν πήγε χαμένο.
Ούτε τα δάκρυα, ούτε ο εγωισμός, ούτε η κούραση στον ήλιο.
Απο τότε κατάλαβα πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
Ούτε τα δάκρυα της μικρής Αγγελικής στην Κέρκυρα, ούτε η σιωπηλή αγωνία της μητέρας χρόνια αργότερα στο Roland Garros.
Οι πρωταθλητές δεν γεννιούνται από μια νίκη.
Χτίζονται μέσα από τις ήττες, την αμφισβήτηση, την μοναξιά, τον ιδρώτα και την επιμονή.
Στα γήπεδα του τένις δεν γεννιούνται μόνο μεγάλοι αθλητές, γεννιούνται και οι μεγάλοι χαρακτήρες. Κι αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη νίκη απ' όλες.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους