ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ: αυτό (δεν) είναι ένα βιβλίο. Μια προσπάθεια προσέγγισης/ερμηνείας πέντε ποιημάτων της νέας ποιητικής συλλογής της Εύης Ζορπίδου ( Εύη Ζορπίδου ) Διαβάζοντας ξανά και ξανά τη νέα...
ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ: αυτό (δεν) είναι ένα βιβλίο. Μια προσπάθεια προσέγγισης/ερμηνείας πέντε ποιημάτων της νέας ποιητικής συλλογής της Εύης Ζορπίδου ( Εύη Ζορπίδου ) Διαβάζοντας ξανά και ξανά τη νέα ποιητική συλλογή της αγαπημένης φίλης, φιλολόγου και ποιήτριας, Εύης Ζορπίδου επικεντρώνομαι σε πέντε από τα ποιήματά της (σελ. 13-19) που τα συναντούμε στο βιβλίο της σε διαδοχική σειρά.
Οι συνθέσεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μικρή, κατά τη γνώμη μου, ενότητα της συλλογής.
Κάθε ποίημα αντιστοιχεί σ’ έναν διαφορετικό «φόβο», όμως όλοι οι φόβοι συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας μια εσωτερική αφήγηση που κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο ή αν θέλετε ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο.
Στο πρώτο ποίημα, «Άφα(ν)τος Έρωτας», η ποιήτρια τοποθετεί τον αναγνώστη στον πυρήνα της συλλογής, κι αυτός είναι ο φόβος μήπως χαθεί οριστικά ο αγαπημένος άνθρωπος.
Η μνήμη γίνεται ο μόνος τόπος όπου ο έρωτας εξακολουθεί να υπάρχει.
Όλες οι αισθήσεις επιστρατεύονται για να κρατήσουν ζωντανή την παρουσία του άλλου.
Δεν είναι τυχαίο που η Εύη γράφει: «Μνήμες ακοής, αφής, γεύσης, όσφρησης, όρασης.
Βλέμμα πελαγίσιο.
Έχω πελαγώσει». Η συσσώρευση των αισθήσεων αποτυπώνει τη συνολική κατοχή του ανθρώπου από τον έρωτα, ενώ η εικόνα του πελάγους εκφράζει τη συναισθηματική του «περιδίνηση». Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η κατακλείδα του ποιήματος: «Η φλόγα, αλίμονο – ετούτο το άγιο φως του έρωτα – δε λέει να σβήσει». Ο έρωτας, ακόμη και όταν απουσιάζει το αγαπημένο πρόσωπο, εξακολουθεί να καίει μέσα στη μνήμη, μετατρέποντας την απώλεια σε μια διαρκή εσωτερική παρουσία.
Στον «Άσο στο μανίκι», ο φόβος αποκτά τη μορφή ενός ονείρου με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία.
Ο μυστηριώδης ταχυδακτυλουργός λειτουργεί ως σύμβολο της επιθυμίας που διαρκώς ξεγλιστρά από τα χέρια του ανθρώπου.
Η αφήγηση ξεκινά από την καθημερινή εμπειρία που σταδιακά μετατρέπεται σε εφιαλτική, κορυφώνοντας την αγωνία όταν η ποιητική φωνή διαπιστώνει ότι «Το βλέμμα μου πέφτει στο τραπουλόχαρτο: ταρό ήταν αποτρόπαιο, Μακάβριος Θεριστής Θανάτου». Η κάρτα του θανάτου δε λειτουργεί μόνο ως προμήνυμα, αλλά και ως υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε έντονη επιθυμία παραμονεύει η απώλεια.
Η ποιήτρια μετατρέπει έτσι το παιχνίδι της τύχης σε αλληγορία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η «Εκπυρσοκρότηση» συνεχίζει αυτήν την πορεία προς την απογύμνωση των ψευδαισθήσεων.
Το όπλο, που αρχικά προσφέρει την αίσθηση της δύναμης και της προστασίας, αποδεικνύεται τελικά ανύπαρκτο.
Η ποιήτρια ανατρέπει κάθε βεβαιότητα με την αποστομωτική ομολογία: «Μα δεν είχα όπλο ούτε παλτό.
Δεν υπάρχουν!... Εγώ δεν υπάρχω, το όπλο δεν υπάρχει». Η επανάληψη της ανυπαρξίας οδηγεί το ποίημα από το συγκεκριμένο στο υπαρξιακό.
Η καταληκτική λέξη, «Μπαμ!...», δεν ακούγεται ως πραγματικός πυροβολισμός, αλλά ως η έκρηξη της ανθρώπινης ψευδαίσθησης ότι μπορεί να προστατευθεί από τον φόβο.
Στην «Ασφυξία», η ποιήτρια μεταφέρει τον αναγνώστη σε έναν εσωτερικό εφιάλτη.
Η αδυναμία της αναπνοής γίνεται σύμβολο της ψυχικής πίεσης, της αγωνίας και του εγκλωβισμού.
Η εικόνα «Ο λαιμός μου έφραξε, οι αεραγωγοί φρακάρισαν» αποδίδει με εντυπωσιακή αμεσότητα την εμπειρία του πανικού.
Ωστόσο, το ποίημα δεν παραμένει μόνο στην περιγραφή του φόβου αλλά οδηγείται σε έναν βαθύτερο στοχασμό γύρω από τα όρια της ζωής και του έρωτα, όταν η ποιήτρια παρατηρεί πως «στο τέλος όλα μοιάζουν – ακόμη και ο οργασμός – με μικρούς θανάτους ή και ζωές». Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη φιλοσοφική διάσταση του ποιήματος, καθώς ο έρωτας και ο θάνατος παρουσιάζονται ως δύο εμπειρίες που συναντώνται στην υπέρβαση του εαυτού.
Η ενότητα των πέντε ποιημάτων ολοκληρώνεται με το ποίημα «Αποστρέφω το βλέμμα», όπου διακρίνεται μια μετατόπιση από τον φόβο προς την αποδοχή.
Η εξομολογητική φράση «Τελικά, μ’ αρέσουν πολύ οι φόβοι μου!» αιφνιδιάζει, καθώς ο φόβος παύει να είναι μόνο βάρος και μετατρέπεται σε αναγκαίο συνοδοιπόρο της αυτογνωσίας.
Η ποιήτρια αναγνωρίζει ότι απέναντι στον θάνατο, την απώλεια και τη μοναξιά ο άνθρωπος παραμένει τελικά μόνος, όμως δεν προτείνει την παραίτηση.
Αντίθετα, καταλήγει σε μια λιτή αλλά ουσιαστική προτροπή: «Αγάπησε τους φόβους σου… Μόνον έτσι γλυκαίνεις τον θάνατο ή τον έρωτα – αντικρίζοντάς τον κατάματα». Πρόκειται για μια ποιητική κατάφαση στη ζωή, η οποία δεν γεννιέται από την άρνηση του φόβου αλλά από τη συμφιλίωση μαζί του.
Συμπερασματικά θεωρώ πως η Εύη Ζορπίδου σε αυτά τα πέντε ποιήματα επιχειρεί να αποτυπώσει την ψυχολογία του ανθρώπου που αγαπά και, γι' αυτό ακριβώς, φοβάται.
Με γλώσσα σύγχρονη, άμεση και ιδιαίτερα εικονοπλαστική, συνδυάζει τον πεζό λόγο με τη λυρική έκφραση, δημιουργώντας ένα ποιητικό σύμπαν όπου οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη με φυσικότητα και ένταση.
Οι συνεχείς μεταφορές, οι αισθητηριακές αναφορές και οι υπαρξιακοί συμβολισμοί προσδίδουν στα ποιήματα βάθος, χωρίς να απομακρύνουν τον αναγνώστη από τη βιωματική τους αλήθεια.
Έτσι, η μικρή αυτή ενότητα της συλλογής λειτουργεί ως μια ουσιαστική εισαγωγή στον κόσμο του Άφα(ν)του Έρωτα, αποδεικνύοντας ότι ο έρωτας και ο φόβος δεν είναι αντίθετες δυνάμεις, αλλά αλληλένδετες όψεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας. Θερμές Ευχές Εύη μου το νέο βιβλίο σου να συνεχίσει το ταξίδι του και να αγαπηθεί από τους εραστές… ειδικά της ποίησης. Λευτέρης Πλουτάρχου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους