[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Οι Μνήμες Ξεχειλίζουν» Γιε μου, Μικρέ μου Έλληνα, εκ πρώτης λέω χαίρε, Χαίρε, μικρέ μου πρίγκιπα, πολύ αγαπημένε. Είμ’ ο παππούς σου, ο Ντον-Μεσσιέ, με ξέχασες, τι κάνεις; Σου χωρατεύω, γιόκα μου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Οι Μνήμες Ξεχειλίζουν» Γιε μου, Μικρέ μου Έλληνα, εκ πρώτης λέω χαίρε, Χαίρε, μικρέ μου πρίγκιπα, πολύ αγαπημένε.

Είμ’ ο παππούς σου, ο Ντον-Μεσσιέ, με ξέχασες, τι κάνεις; Σου χωρατεύω, γιόκα μου, ποθώντας να γελάσεις, Να σπάσουν τα χειλάκια σου σαν τον ανθό του κρίνου, Το βάλσαμο-χαμόγελο να ευφράνει την ψυχή σου.

Αχ, και να ’ξερες πού κάθομαι την ώρα που σου γράφω, Θα έσκαγε η ζήλια σου, αν μ’ έβλεπε φαντάσου Στο γερο-πλάτανο κοντά, στις κρύες βρύσες πλάι, Στην πέτρα την πλατύφυλλη, όταν σε είδα πάλι.

Σε έφερε μια ανάμνηση σε σύννεφο αιθέρα, Και σαν τον Βούδα κάθισες απέναντι από μένα.

Όπως καθόμασταν παλιά και λέγαμε ιστορίες, Θυμάμαι όλο ρώταγες πανώριες απορίες. «Γιατί εκείνο, βρε παππού; Γιατί, παππού, το άλλο; Γιατί η αλήθεια είναι μικρή, το ψέμα πιο μεγάλο;» «Για να μπορεί να απλωθεί εκείνη να σκεπάσει… Μην του κρυώσει του παιδιού, αυτή μην του πουντιάσει!» Αυθόρμητα σ’ απάντησα και λύθηκες στα γέλια, Το ίδιο έπαθα κι εγώ, με το που είδα εσένα.

Το σπαστικό μας έπιασε που πάαινε κι ερχόταν, Μόλις εσένα άφηνε, σε μένα επιστρεφόταν.

Όταν το γράμμα αντίκρισε, φτερούγισε η ψυχή του, Σαν είδε είν’ απ’ τον παππού, που νοσταλγεί συνήθως.

Ο αγαπημένος του εγγονός, που φέρει το όνομά του, Να το ανοίξει αδημονεί, να ευφρανθεί η καρδιά του.

Αφού, όπως πάντα, ο παππούς τού γράφει με αγάπη, Ανάλαφρα με χωρατά συνήθως ξεκινάει.

Τις λέξεις βάζει με σειρά σαν ποιητής σπουδαίος, Κυλά σε επάλληλες γραμμές ο λόγος του σαν τρένο.

Οι ρίμες πάνε κι έρχονται, σε στίχους που εκπλήσσουν, Δροσάτοι και πανέμορφοι, οι μνήμες ξεχειλίζουν.

Στο γερο-πλάτανο κοντά, στις κρύες βρύσες πλάι, Στην πέτρα την πλατύφυλλη, που τόσα του θυμάει.

Με όσα γράφει ο παππούς, για το κουβεντολόϊ, Ότι ρωτούσε συνεχώς, αποζητώντας γνώση.

Εκεί όπου καθόντουσαν και λέγαν ιστορίες, Σαν μνημονεύει ο Ντον Μεσσιέ πως είχε απορίες. «Γιατί εκείνο, βρε παππού; Γιατί, παππού, το άλλο; Γιατί η αλήθεια είναι μικρή, το ψέμα πιο μεγάλο;» «Για να μπορεί να απλωθεί, εκείνη να σκεπάσει… Μην του κρυώσει η καψερή, αυτή μην του πουντιάσει!» Διαβάζει και αυθόρμητα οι μνήμες ζωντανεύουν, Στην πέτρα την πλατύφυλλη μαζί να χωρατεύουν.

Θυμάται την εικόνα τους, πλαντάζοντας και πάλι• Ίσως το ίδιο κι ο παππούς την ώρα που του γράφει.- https://www.youtube.com/watch?v=pOQNyeBLNTY

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences