[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πέρσες Επίδαυρος Όταν ο θρήνος γίνεται η πιο δυνατή γλώσσα της ανθρωπότητας. Οι Πέρσες του Αισχύλου, στην πρώτη σκηνοθετική κάθοδο του Χρήστου Θεοδωρίδη στην Επίδαυρο, μετατρέπονται σε μια εμπειρία...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πέρσες Επίδαυρος Όταν ο θρήνος γίνεται η πιο δυνατή γλώσσα της ανθρωπότητας. Οι Πέρσες του Αισχύλου, στην πρώτη σκηνοθετική κάθοδο του Χρήστου Θεοδωρίδη στην Επίδαυρο, μετατρέπονται σε μια εμπειρία, που διαπερνά το σώμα και τη σκέψη του θεατή Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική, βαθιά ανθρώπινη και συγκλονιστικά σύγχρονη ανάγνωση του αρχαιότερου σωζόμενου έργου της παγκόσμιας δραματουργίας, μιας τραγωδίας που μιλά για την ήττα, την απώλεια, τον πόλεμο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Θεοδωρίδης εδώ επιλέγει να εμπιστευτεί τον λόγο του Αισχύλου, το σώμα των ηθοποιών και τη δύναμη της συλλογικότητας, δημιουργώντας μια παράσταση που μετατρέπει το αρχαίο δράμα σε ζωντανή εμπειρία του σήμερα.

Η πρώτη εμφάνιση ενός σκηνοθέτη στην Επίδαυρο αποτελεί πάντα μια δύσκολη δοκιμασία.

Στην περίπτωση όμως του Χρήστου Θεοδωρίδη, η πρόκληση αυτή όχι μόνο ξεπεράστηκε αλλά μετατράπηκε σε έναν πραγματικό σκηνοθετικό θρίαμβο.

Αντιμετώπισε τον ιερό χώρο του αργολικού θεάτρου με σεβασμό, χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς ίχνος επίδειξης.

Η σκηνοθεσία του απέδειξε εδώ πως όταν η αισθητική υπηρετεί το περιεχόμενο και όχι το αντίστροφο, τότε γεννιέται πραγματικό θέατρο. Ο Θεοδωρίδης χτίζει με απόλυτη ακρίβεια μια παράσταση όπου κάθε παύση, κάθε μετακίνηση, κάθε βλέμμα και κάθε σιωπή έχουν λόγο ύπαρξης.

Δεν αναζητά τη μεγαλοπρέπεια μέσα από το θέαμα, αλλά μέσα από την αλήθεια και αυτή η επιλογή δικαιώνεται απόλυτα.

Όποιος παρακολουθεί σταθερά τη δουλειά του Χρήστου Θεοδωρίδη, της Ξένιας Θεμελή και της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων αναγνωρίζει αμέσως τη δική τους μοναδική θεατρική γλώσσα.

Αναγνωρίζει τον τρόπο που ο λόγος γίνεται σώμα, που η κίνηση μετατρέπεται σε δραματουργία και που το συλλογικό υπερισχύει του ατομικού.

Και για αυτούς τους θεατές, οι Πέρσες αποτελούν μια φυσική συνέχεια μιας ήδη διαμορφωμένης καλλιτεχνικής πορείας.

Τώρα για κάποιον όμως που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη δουλειά τους, η εμπειρία μοιάζει σχεδόν αποκαλυπτική.

Ένας διαφορετικός τρόπος θεάτρου ανοίγεται μπροστά του, ένας κόσμος όπου τίποτα δεν λειτουργεί τυχαία και όλα αποκτούν βαθύ συμβολισμό.

Η μεγαλύτερη ίσως κατάκτηση της παράστασης είναι ο τρόπος με τον οποίο ο χορός μετατρέπεται στον βασικό αφηγητή της ιστορίας.

Οι δεκαεπτά ηθοποιοί λειτουργούν ως ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέι, πονά, αντιδρά και θρηνεί συλλογικά.

Η χορογραφία της Ξένιας Θεμελή είναι υποδειγματική.

Το σώμα αποκτά δύναμη ίση με τον λόγο.

Οι διαρκείς μεταμορφώσεις του χορού, οι σχηματισμοί, οι αποστάσεις, οι σιωπές και οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις δημιουργούν εικόνες σχεδόν τελετουργικές, όπου κάθε αλλαγή χώρου και ρυθμού μεταφέρει διαφορετικό ψυχικό φορτίο.

Το μοιρολόι αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές δραματουργικές επιλογές της παράστασης.

Δεν λειτουργεί ως μουσικό στολίδι, αλλά ως η ίδια η φωνή της ανθρώπινης απώλειας, όπου μοιάζει να ξεπηδά από τη συλλογική μνήμη ενός λαού που θρηνεί τους νεκρούς του και να διαπερνά κάθε θεατή ανεξάρτητα από την προσωπική του εμπειρία.

Μια απ' τις αδιαμφισβήτητα πιο συγκλονιστικές στιγμές είναι όταν ο χορός εγκαταλείπει την ορχήστρα και απλώνεται προς τα δέντρα, έξω από τα όρια της σκηνής.

Η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς πρωτότυπη σκηνοθετικά, συμβολίζει ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται σε έναν τόπο ούτε σε έναν λαό.

Η τραγωδία ξεφεύγει από τα όρια της θεατρικής σκηνής και εξαπλώνεται παντού, όπως εξαπλώνεται και η ανθρώπινη οδύνη.

Το γεγονός ότι ο χορός δεν κινείται ως μία ενιαία μάζα αλλά διασπάται σε διαφορετικά σημεία του θεάτρου προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Είναι σαν κάθε σώμα να εκπροσωπεί μια διαφορετική οικογένεια, έναν διαφορετικό νεκρό, μια διαφορετική ιστορία πένθους.

Μια εικόνα σπάνιας θεατρικής δύναμης, από εκείνες που δύσκολα συναντά κανείς στην Επίδαυρο και του μένουν χαραγμένες μέσα του για καιρό. Η Μαρία Ναυπλιώτου χαρίζει μια Άτοσσα γεμάτη εσωτερική αγωνία και αξιοπρέπεια, ισορροπώντας ιδανικά ανάμεσα στη βασιλική της υπόσταση και στη μητρική της απόγνωση. Ο Δημήτρης Καταλειφός, ως Δαρείος, χαρίζει μία ακόμη υποδειγματική ερμηνεία, γεμάτη σοφία, λιτότητα και δραματική βαρύτητα, υπενθυμίζοντας γιατί παραμένει ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς που έχουμε σήμερα. Ο Αναστάσης Ροϊλός παραδίδει ίσως μία από τις πιο ώριμες θεατρικές του στιγμές. Ο Ξέρξης του δεν είναι ένας απλός ηττημένος βασιλιάς, είναι ένας άνθρωπος που βλέπει να καταρρέει ολόκληρος ο κόσμος του.

Η σωματικότητα, η ένταση και η ολοκληρωτική παράδοση στον θρήνο δημιουργούν μια ερμηνεία που δύσκολα ξεχνιέται.

Ο μεγάλος όμως πρωταγωνιστής της βραδιάς εδώ είναι αδιαμφισβήτητα ο Σταύρος Σβήγκος. Ο Αγγελιοφόρος του αποτελεί πραγματικά ρόλο ζωής για τον ίδιο.

Η αφήγηση της καταστροφής δεν είναι απλή εξιστόρηση, είναι μια ψυχική κατάρρευση που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας.

Και κάθε λέξη, κάθε ανάσα, κάθε βλέμμα μεταφέρει το βάρος ενός ανθρώπου που επιστρέφει από την κόλαση.

Η ένταση της ερμηνείας του καθηλώνει το θέατρο και τον θεατή μαζί και αποδεικνύει πως το μεγαλείο του τραγικού λόγου δεν χρειάζεται υπερβολές όταν υπηρετείται από τόσο ουσιαστική υποκριτική.

Η μουσική του Jeph Vanger είναι ένας ακόμη δραματουργικός πρωταγωνιστής, δημιουργεί παλμούς, φόβο, προσμονή, πένθος και εσωτερική ένταση χωρίς ποτέ να επιβάλλεται στον λόγο.

Το σκηνικό, σχεδόν γυμνό, με ελάχιστα αντικείμενα, λίγα λουλούδια, τσάντες, ένα σκαμπό, απέδειξε πως η αφαίρεση μπορεί να είναι πολύ πιο εύγλωττη από κάθε σκηνική υπερφόρτωση.

Το κενό γίνεται χώρος για να γεννηθούν οι εικόνες μέσα στη φαντασία του θεατή με απόλυτη επιτυχία.

Τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα κινούνται με απόλυτη συνέπεια στην αισθητική της παράστασης, αποφεύγοντας τον εντυπωσιασμό και υπηρετώντας τον άνθρωπο.

Οι φωτισμοί της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτα είναι εξαιρετικοί.

Δεν φωτίζουν απλώς τα σώματα, φωτίζουν τις ψυχές τους.

Κάθε αλλαγή φωτός λειτουργεί σαν μια συναισθηματική μετατόπιση, σαν μια αόρατη γλώσσα που συνομιλεί διαρκώς με το θεατή.

Το σπουδαιότερο ίσως στοιχείο της ανάγνωσης του Θεοδωρίδη είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τους Πέρσες ως ένα έργο για τη νίκη των Ελλήνων απέναντι στους Πέρσες.

Αντίθετα, αφαιρεί από το έργο κάθε ίχνος εθνικού θριάμβου και στρέφει το βλέμμα εκεί όπου πραγματικά επιμένει ο Αισχύλος, στον άνθρωπο που μένει πίσω, στον άνθρωπο που περιμένει, στον άνθρωπο που χάνει, στον άνθρωπο που θρηνεί.

Αυτή ακριβώς είναι και η μεγαλύτερη δύναμη της παράστασης, δεν υπάρχει νικητής, δεν υπάρχει θρίαμβος, δεν υπάρχει δόξα.

Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που μετρούν απώλειες, άνθρωποι που αναζητούν απαντήσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν πια απαντήσεις.

Άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν γιατί χάθηκαν τόσες ζωές για μια απόφαση που δεν πήραν ποτέ οι ίδιοι. Ο Θεοδωρίδης φωτίζει με ιδιαίτερη δύναμη την έννοια της συλλογικής ευθύνης.

Δεν παρουσιάζει τον πόλεμο ως μια αφηρημένη ιστορική σύγκρουση αλλά ως το αποτέλεσμα της αλαζονείας της εξουσίας.

Η ύβρις του Ξέρξη δεν οδηγεί μόνο στη στρατιωτική ήττα.

Οδηγεί στην ολοκληρωτική διάλυση μιας κοινωνίας.

Οι πραγματικοί χαμένοι δεν είναι οι βασιλιάδες, είναι οι άνθρωποι που δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, είναι οι οικογένειες που έμειναν να περιμένουν μάταια.

Είναι οι μανάδες που δεν θα ξαναδούν τα παιδιά τους ποτέ... Η παράσταση υπενθυμίζει με σκληρή ειλικρίνεια ότι κάθε πόλεμος γεννά αμέτρητους ανώνυμους νεκρούς και αυτή η ανωνυμία είναι ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία εδώ στην πραγματικότητα. Ο Αισχύλος επιμένει στα ονόματα, ο χορός ρωτά ξανά και ξανά για τους ανθρώπους που χάθηκαν.

Δεν ενδιαφέρεται για αριθμούς ούτε για στρατηγικές νίκες, θέλει να μάθει ποιοι ήταν εκείνοι που δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Ο Θεοδωρίδης αναδεικνύει αυτή την εμμονή με τα ονόματα ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη, γιατί κάθε όνομα είναι μια ζωή, μια οικογένεια.

Ένα όνειρο που σταμάτησε βίαια... Η αντιπολεμική διάσταση του έργου αποκτά μέσα από τη σκηνοθεσία του μια συγκλονιστική επικαιρότητα. Οι Πέρσες δεν μιλούν μόνο για τη Σαλαμίνα, μιλούν για κάθε πόλεμο που συνεχίζει να καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, μιλούν για τις σειρήνες που ηχούν ακόμη σε πόλεις του κόσμου για τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους μέσα στη νύχτα, για τα παιδιά που γεννιούνται μέσα στον φόβο, για τους αμάχους που πληρώνουν το τίμημα αποφάσεων τις οποίες ποτέ δεν πήραν, εκεί βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη της παράστασης του Θεοδωρίδη, μετατρέπει την αρχαία τραγωδία του Αισχύλου σε μια παγκόσμια κραυγή ανθρωπιάς και στον απόλυτο βαθμό που θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό εδώ. Ο Θεοδωρίδης δεν κατονομάζει συγκρούσεις ούτε περιορίζει το έργο σε μια συγκεκριμένη γεωγραφία.

Αντίθετα, αφήνει το ίδιο το έργο να αποκτήσει καθολική διάσταση, έτσι, οι Πέρσες μετατρέπονται σε μια διαρκή υπενθύμιση ότι ο πόλεμος αλλάζει πρόσωπα, εποχές και σύνορα, αλλά δεν αλλάζει ποτέ τις συνέπειες του.

Και πίσω από κάθε σύγκρουση υπάρχουν οι ίδιοι άνθρωποι που περιμένουν, που θρηνούν, που ψάχνουν τους δικούς τους μέσα στα ερείπια.

Κάτι ακόμη σπουδαίο που αναδεικνύει η παράσταση είναι η δύναμη της συλλογικής μνήμης.

Ο θρήνος εδώ δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, είναι πράξη μνήμης.

Είναι μια άρνηση να επιτρέψεις στον θάνατο να μετατραπεί σε αριθμό, να επιτρέψεις στους ανθρώπους να ξεχαστούν.

Κάθε κραυγή του χορού μοιάζει να υπενθυμίζει πως όσο κάποιος θυμάται τους νεκρούς, εκείνοι εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στη συνείδηση των ζωντανών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η έννοια της δημοκρατίας απέναντι στην αυταρχική εξουσία. Ο Θεοδωρίδης αναδεικνύει πως η τραγωδία των Περσών δεν γεννιέται μόνο από μια στρατιωτική αποτυχία αλλά από την τυφλή υποταγή σε μια εξουσία που δεν αμφισβητείται. Ο Αισχύλος δεν καταγγέλλει απλώς έναν ηγεμόνα, θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα για κάθε κοινωνία, τι συμβαίνει όταν η εξουσία παύει να έχει όρια και όταν οι άνθρωποι παύουν να έχουν φωνή; Αυτό το ερώτημα διατρέχει ολόκληρη την παράσταση και αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή, όπου οι κοινωνίες εξακολουθούν να δοκιμάζονται από τον αυταρχισμό, τη βία και την καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο Θεοδωρίδης δεν προσφέρει απαντήσεις, προσφέρει όμως χώρο για σκέψη, για αμφισβήτηση και για αυτοκριτική.

Η παράσταση μιλά επίσης για την εύθραυστη φύση της ανθρώπινης δύναμης.

Η αυτοκρατορία που φαινόταν ανίκητη καταρρέει μέσα σε λίγες ώρες.

Η εξουσία αποδεικνύεται προσωρινή, η αλαζονεία οδηγεί αναπόφευκτα στην πτώση και απέναντι σε αυτή την κατάρρευση, το μόνο που παραμένει σταθερό είναι ο άνθρωπος και η ανάγκη του να θυμάται, να αγαπά και να πενθεί.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη κατάκτηση της σκηνοθετικής προσέγγισης του Χρήστου Θεοδωρίδη.

Δεν χρησιμοποιεί τους Πέρσες για να αφηγηθεί μια αρχαία ιστορία, τους χρησιμοποιεί για να μας αναγκάσει να κοιτάξουμε τον κόσμο όπως είναι σήμερα.

Να αναρωτηθούμε πόσο έχουμε πραγματικά διδαχθεί από την Ιστορία, να συνειδητοποιήσουμε ότι πίσω από κάθε πολιτική απόφαση, πίσω από κάθε σύγκρουση και πίσω από κάθε επίδειξη δύναμης, υπάρχουν πάντα άνθρωποι που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα. Οι Πέρσες του Θεοδωρίδη δεν αποτελούν απλώς μια θεατρική παράσταση, αποτελούν μια βαθιά ανθρώπινη κατάθεση για τη μνήμη, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και την ειρήνη.

Είναι μια υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός δεν κρίνεται από τις νίκες του, αλλά από την ικανότητα του να θρηνεί κάθε ανθρώπινη απώλεια, χωρίς να αναρωτιέται σε ποια πλευρά του πολέμου ανήκε ο νεκρός.

Και ακριβώς γι' αυτό, η παράσταση συνεχίζει να αντηχεί μέσα στον θεατή ως μια επίμονη, σιωπηλή και βαθιά αναγκαία αντιπολεμική κραυγή.

Ο συλλογικός θρήνος του Αισχύλου γίνεται ο συλλογικός θρήνος της ανθρωπότητας.

Ένα φινάλε που δεν παρακολουθείς, το βιώνεις και το τελευταίο μέρος της παράστασης είναι από εκείνες τις στιγμές που χαρίζουν απλόχερα αυτή τη στιγμή που χαράσσεται για πάντα στη μνήμη του θεατή.

Η συμβολική κόκκινη γραμμή γίνεται ταυτόχρονα σύνορο, ποτάμι αίματος, τραύμα της ανθρωπότητας και αόρατη γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο.

Καθώς ακούγονται τα ονόματα των θυμάτων, η σκηνή μετατρέπεται σε έναν τόπο συλλογικής μνήμης.

Το σωματικό θέατρο του χορού εδώ φτάνει στην κορύφωση του.

Τα σώματα μοιάζουν να διεκδικούν δικαιοσύνη για όλους όσοι χάθηκαν άδικα, είναι σαν να κουβαλούν πάνω τους το βάρος όλων των πολέμων, όλων των προσφυγικών διαδρομών, όλων των αθώων ανθρώπων που έγιναν αριθμοί μέσα σε πολιτικά συμφέροντα.

Και τότε ο θεατής παύει να βρίσκεται στην Επίδαυρο στην πραγματικότητα νιώθει σαν να βρίσκεται ο ίδιος μέσα σε ένα ναρκοπέδιο, σαν να ακούει τη σειρήνα του πολέμου να πλησιάζει, σαν να περιμένει κι εκείνος τα νέα μιας ακόμη επερχόμενης καταστροφής που έρχεται.

Το σπουδαίο είναι ότι η παράσταση δεν εργαλειοποιεί αυτόν τον πόνο.

Δεν τον χρησιμοποιεί για να σοκάρει, τον αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια, με σεβασμό, με βαθιά επίγνωση ότι η τραγωδία του Αισχύλου αποτελεί έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο εξακολουθεί να αντικατοπτρίζεται η ανθρωπότητα.

Σε μια εποχή όπου οι εικόνες του πολέμου φτάνουν καθημερινά στις οθόνες μας και κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε ακόμη και τον θάνατο, οι Πέρσες έρχονται να μας υπενθυμίσουν κάτι που μοιάζει αυτονόητο αλλά συχνά το ξεχνάμε, πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένας άνθρωπος, πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένα όνομα, πίσω από κάθε όνομα υπάρχει μια ζωή που δεν θα συνεχιστεί ποτέ.

Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του θεάτρου όταν υπηρετείται με τέτοια καθαρότητα, να μας αναγκάζει να θυμόμαστε.

Να μη μας αφήνει να προσπερνάμε τον πόνο σαν μια ακόμη πληροφορία, να μας υπενθυμίζει ότι η μνήμη είναι πράξη ευθύνης και ότι η τέχνη οφείλει να υπερασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές. Οι Πέρσες του Χρήστου Θεοδωρίδη δεν αποτελούν μόνο μια εξαιρετική στιγμή του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου ούτε απλώς μια επιτυχημένη πρώτη σκηνοθετική κατάθεση στον ιστορικό αυτό χώρο.

Αποτελούν μια ολοκληρωμένη θεατρική πρόταση που συνδυάζει αισθητική συνέπεια, δραματουργική ευφυΐα, βαθιά πολιτική σκέψη και πάνω απ' όλα, ανθρωπισμό.

Και παραμένουν μέσα σου σαν μια ανοιχτή πληγή, όχι για να σε πληγώνουν, αλλά για να σου θυμίζουν ότι η μεγαλύτερη ήττα της ανθρωπότητας δεν είναι η απώλεια μιας μάχης, είναι όταν συνηθίζει τον πόλεμο και παύει να συγκλονίζεται από τον θάνατο του άλλου.

Και γι' αυτό ακριβώς οι Πέρσες του Χρήστου Θεοδωρίδη είναι μια παράσταση που αξίζει να βιώσει κάποιος όχι απλά να δει.

Γιατί δεν φεύγεις από την Επίδαυρο έχοντας παρακολουθήσει απλώς μια τραγωδία του Αισχύλου, φεύγεις έχοντας αντικρίσει, έστω και για λίγο, το πιο εύθραυστο και ταυτόχρονα το πιο πολύτιμο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, τη μνήμη, τη συμπόνια και την αδιαπραγμάτευτη αξία κάθε ανθρώπινης ζωής.

Συγχαρητήρια σε όλους: Hristos Theodoridis Xenia Themeli Η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων/Little Things Orchestra Maria Nafpliotou Σταύρος Σβήγκος Anastasis Roilós Vasilis Tryfoultsanis Savvina Sotiropoulou Giorgos Konstantinidis George Exakoidis Iasonas Asimakopoulos Dionisis Dennis Makris Jeph Vanger Tina Tzoka Pavlos Soulis Tatiana Pitta Giorgos Kissandrakis Samson Fytros Βασίλης Τσαλίκης Αγγελική Παντερμαλή Penny Sakellariadi Angeliki Delithanasi Γιώργος Δερμεντζίδης Dimitris Mandrinos Νίκος Μανωλάς Ελίνα Παντελεμίδου Ιωάννα Αθανασίου Πάρης Αλεξανδρόπουλος Παναγιώτης Μουλάς Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences