Για τον Ζαν Κοκτώ, τον προφήτη της εποχής της εικόνας και των ύπουλων αντανακλάσεών της, γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη. Ο παράξενος κύριος Κοκτώ μπορεί να ζούσε δεκαετίες πριν το Instagram, το TikTok...
Για τον Ζαν Κοκτώ, τον προφήτη της εποχής της εικόνας και των ύπουλων αντανακλάσεών της, γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη.
Ο παράξενος κύριος Κοκτώ μπορεί να ζούσε δεκαετίες πριν το Instagram, το TikTok και την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά ήδη είχε προειδοποιήσει ότι οι άνθρωποι κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στις αντανακλάσεις τους.
Οταν έγραφε ότι «οι καθρέφτες πρέπει να σκέφτονται περισσότερο πριν αντανακλούν», αναφερόταν στα μέσα ενημέρωσης, στην κοινωνία, σε όλους εμάς.
Οι περισσότεροι τον θυμούνται ως ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, κινηματογραφιστή ή φίλο μεγάλων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα.
Λιγότεροι γνωρίζουν τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από τον μύθο, έναν βαθιά μοναχικό, ανήσυχο και αντισυμβατικό δημιουργό, που πέρασε τη ζωή του πολεμώντας κάθε μορφή υποκρισίας.
Γεννημένος την 5η Ιουλίου 1889, κοντά στο Παρίσι, έδειξε από μικρός ότι δεν χωρούσε στα καλούπια της εποχής του.
Ο πατέρας του αυτοκτόνησε όταν ο Ζαν ήταν μόλις 9 ετών, γεγονός που άφησε ανεξίτηλο σημάδι στην ψυχοσύνθεσή του.
Ο θάνατος, η απώλεια και η αναζήτηση ενός άλλου κόσμου έγιναν μόνιμα θέματα στο έργο του.
Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του δεν ήταν μόνο η καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα.
Ηταν και η αδιάκοπη μάχη του να παραμείνει αυθεντικός μέσα σε μια κοινωνία που τη θεωρούσε ψεύτικη. ■Ο άνθρωπος που μισούσε τις μάσκες Ο Κοκτώ, ο στενός φίλος του Πικάσο, του Προυστ, της Πιάφ, του Ζιντ και σύντροφος του ηθοποιού Ζαν Μαρέ, έζησε τον καιρό που η γαλλική αστική τάξη βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της.
Τα σαλόνια, οι κοσμικές συγκεντρώσεις και οι κοινωνικές συμβάσεις καθόριζαν τις ανθρώπινες σχέσεις.
Εκείνος όμως ασφυκτιούσε.
Πίστευε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι φορούσαν μάσκες.
Ελεγαν άλλα από όσα σκέφτονταν και σκέφτονταν άλλα από όσα ένιωθαν.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στην κοινωνική εικόνα τον βασάνιζε.
Δεν είναι τυχαίο ότι έγραψε: «Η ευγένεια είναι η απλή μορφή της καλοσύνης». Για εκείνον η ευγένεια ήταν η εξωτερική έκφραση ενός εσωτερικού ήθους, όχι μια κοινωνική δεξιότητα.
Και ακριβώς γι' αυτό ένιωθε όλο και πιο αποξενωμένος από την μπουρζουαζία της εποχής του.
Ο πρωτοπόρος Κοκτώ συμπαθούσε και εκτιμούσε τους κομμουνιστές.
Στενή παρέα έκανε και με τον Λουί Αραγκόν και, όπως έχει καταγραφεί στις βιογραφίες του, είχε χαρακτηρίσει τον Ιωσήφ Στάλιν «τον μόνο μεγάλο πολιτικό της εποχής». Εκείνο που τον εντυπωσίαζε στους ανθρώπους του κινήματος ήταν η αλληλεγγύη τους, η γενναιότητα και η αίσθηση αξιοπρέπειας, που δεν τους εγκατέλειπε ποτέ.
Εβλεπε στους εργάτες και στους ανθρώπους που αγωνίζονταν συλλογικά για κοινωνική δικαιοσύνη μια αυθεντικότητα και μια εντιμότητα, που δεν συναντούσε στους κοσμικούς κύκλους του Παρισιού, γι' αυτό και μετά τον πόλεμο διατύπωσε φιλοσοβιετικές κρίσεις. ■Η σχέση του με τον θάνατο Θα έλεγε κανείς πως η ζωή του Κοκτώ έμοιαζε με συνεχή διάλογο με τον θάνατο.
Εχασε αγαπημένους ανθρώπους, γνώρισε εξαρτήσεις, βίωσε περιόδους κατάθλιψης και μοναξιάς.
Ωστόσο δεν αντιμετώπισε ποτέ τον θάνατο ως εχθρό, αλλά ως ένα πέρασμα.
Στα έργα του οι νεκροί συχνά επιστρέφουν, οι σκιές αποκτούν φωνή και οι κόσμοι επικοινωνούν μεταξύ τους.
Γι' αυτό και έγραψε: «Ο θάνατος υπάρχει μόνο για τους άλλους». Ηταν μια προσωπική ανάγκη να συμφιλιωθεί με τις απώλειες που τον ακολουθούσαν από παιδί.
Οι κριτικοί προσπάθησαν πολλές φορές να τον κατατάξουν. Ποιητής; Ναι. Σκηνοθέτης; Βεβαίως. Ζωγράφος; Επίσης. Δραματουργός; Αναμφίβολα.
Ο ίδιος όμως δεν αναγνώριζε αυτά τα σύνορα.
Πίστευε ότι η δημιουργία είναι μία και αδιαίρετη.
Ελεγε χαρακτηριστικά μια φράση που συνοψίζει ίσως ολόκληρη την κοσμοθεωρία του: «Δεν είμαι ποιητής.
Είμαι ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια». Πολλές από τις αγωνίες του μοιάζουν εκπληκτικά σύγχρονες.
Οπως π.χ. η δυσπιστία απέναντι στις ελίτ.
Η ανάγκη για αυθεντικότητα.
Η αναζήτηση αξιοπρέπειας στις ανθρώπινες σχέσεις.
Η πεποίθηση ότι η ευγένεια είναι πολιτική πράξη.
Αναζητούσε ανθρώπους που διατηρούσαν την αγωνιστικότητα, την πίστη στη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπειά τους μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο προσωπεία, εκμετάλλευση και υποκρισία.
Ισως γι' αυτό και ο «άγνωστος» Κοκτώ εξακολουθεί να μας αφορά.
Ισως επειδή εκτός από μεγάλος καλλιτέχνης υπήρξε ένας ανήσυχος άνθρωπος, που αρνήθηκε να γίνει αποδεκτός με τους όρους της εποχής του.
Προτίμησε να παραμείνει διαφορετικός και τελικά μετατράπηκε σε έναν από τους πιο ξεχωριστούς και απρόβλεπτους δημιουργούς του 20ού αιώνα, και σήμερα να μιλά απευθείας στις αγωνίες του 21ου αιώνα.
Στους καιρούς μας, λοιπόν, που η εικόνα κυριαρχεί πάνω στην ουσία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράγουν αμέτρητες «μάσκες» και η δημόσια ζωή πλημμυρίζει από κατασκευασμένες ταυτότητες, ο Κοκτώ - από κάπου μακριά (;) - συνεχίζει να μας προειδοποιεί και να μας υπερασπίζεται με πάθος.
Οσο για τη διαπίστωσή του ότι η κοινωνία τιμωρεί όσους είναι διαφορετικοί και επιβραβεύει όσους προσαρμόζονται, ακούγεται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. ■Εργα του που μοιάζουν γραμμένα για το σήμερα Τα αποφθέγματά του αποκαλύπτουν έναν ολόκληρο κόσμο.
Είναι ελάχιστοι οι δημιουργοί που άφησαν πίσω τους τόσες φράσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα.
Δεν έγραφε γνωμικά για να εντυπωσιάσει, οι ρήσεις του ήταν συμπυκνωμένες εμπειρίες ζωής.
Μπορεί το πιο διάσημο να είναι το «Οι καθρέφτες πρέπει να σκέφτονται περισσότερο πριν αντανακλούν», αλλά είχε πει ακόμα πως «η Τέχνη είναι μια επιστήμη που οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμη αναγνωρίσει». Πίστευε πως η Τέχνη ήταν μέσο γνώσης, ένας τρόπος να ανακαλύπτεις αλήθειες που δεν μπορεί να συλλάβει η λογική, και ότι ο πολιτισμός κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους πιο αδύναμους.
Και ίσως η πιο ανθρώπινη κουβέντα του να ήταν αυτή: «Το προνόμιο της αγάπης είναι να κάνει τους άλλους ευτυχισμένους». Μια φράση που τώρα ακούγεται σχεδόν επαναστατική.
Το πιο σύγχρονο έργο του θα έλεγε κανείς πως είναι τα «Τρομερά Παιδιά». Η ιστορία δύο νέων ανθρώπων που δημιουργούν έναν κλειστό κόσμο φαντασίας και απομόνωσης.
Μοιάζει να προαναγγέλλει τη σημερινή εποχή της κοινωνικής απομάκρυνσης, της ψηφιακής φυγής και της δυσκολίας επικοινωνίας, μια εποχή που κάποιοι προτιμούν να ζουν σε κατασκευασμένες πραγματικότητες αντί να αντιμετωπίζουν τον πραγματικό κόσμο.
Η ταινία του «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» δεν είναι απλώς ένα σουρεαλιστικό παραμύθι, αλλά μια αλληγορία για την προκατάληψη, την εξωτερική εμφάνιση και την αδυναμία των ανθρώπων να δουν την αλήθεια πίσω από τις εικόνες.
Σήμερα που η εξωτερική εικόνα έχει γίνει σχεδόν εμμονή, και αυτό το μήνυμα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο.
Στο αριστούργημα «Orpheus» ασχολείται με τη σχέση ζωής, θανάτου, μνήμης και Τέχνης.
Ο ήρωας επικοινωνεί με έναν άλλον κόσμο, μέσω μυστηριωδών μηνυμάτων.
Πολλοί μελετητές βλέπουν στο έργο του μια σχεδόν προφητική αλληγορία για τον τρόπο που οι σύγχρονοι άνθρωποι επικοινωνούν μέσα από οθόνες, ΑΙ και αόρατα δίκτυα.
Τέλος, στη «Διαθήκη του Ορφέα» δημιουργεί την απόλυτη κινηματογραφική του αυτοβιογραφία, όπου συναντά τους ήρωές του, τις αποτυχίες και τα φαντάσματά του. ■Η κρίση αυθεντικότητας του σύγχρονου κόσμου Αν έπρεπε να συνοψίσουμε τον Ζαν Κοκτώ σε μία μόνο φράση, ίσως αυτή είναι η εξής: «Να μην αφήνεις ποτέ την κοινωνία να σε πείσει ότι η μάσκα είναι πιο σημαντική από το πρόσωπο». Πάντως, αν ζούσε και έβλεπε τους σημερινούς ηγέτες να υπερασπίζονται την ειρήνη ενώ εξοπλίζουν πολέμους, να παρουσιάζουν τη φτώχεια ως αναπόφευκτη και να επικαλούνται τη δημοκρατία ενώ διευρύνουν τις ανισότητες, να μιλούν για το κοινό καλό ενώ υπηρετούν τα ιδιωτικά συμφέροντα, να μετατρέπουν τον φόβο, τη φτώχεια και τον ξεριζωμό σε εργαλείο πολιτικής και να υμνούν τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ εκατομμύρια άνθρωποι ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, θα τους αντιμετώπιζε με τον γνωστό του σαρκασμό και την αμείλικτη ειλικρίνειά του, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από κάθε επίσημη διακήρυξη κρύβονται ανθρώπινες ζωές, πρόσωπα και ιστορίες.
Ισως και να μην τον ενδιέφεραν οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί, αλλά το παιδί που χάνει το σπίτι του, ο εργάτης που χάνει τη δουλειά του, ο πρόσφυγας που χάνει την πατρίδα του.
Ισως γι' αυτό παραμένει τόσο ενοχλητικά επίκαιρος Γι' αυτό αξίζει να τον θυμόμαστε.
Υπήρξε ένας στοχαστής που διέκρινε νωρίς την κρίση αυθεντικότητας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο.
Γι' αυτό και τα έργα του εξακολουθούμε να τα αισθανόμαστε λιγότερο ως μνημεία του παρελθόντος και περισσότερο ως επιστολές πολύτιμες, που στάλθηκαν από το χθες για να διαβαστούν σήμερα. Πέθανε το 1963 από καρδιακή προσβολή, μαθαίνοντας τον θάνατο της φίλης του, Εντίθ Πιάφ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους