Η ιστορία του παππού Κείμενο του Γιώργου Παπαΐωάνου, εγγονού του Γιώργου Πιτταρά Ο παππούς γεννήθηκε σε ένα ορεινό χωριό της Νάξου, το Σκαδό. Ήταν παιδί μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας. Οι γονείς...
Η ιστορία του παππού Κείμενο του Γιώργου Παπαΐωάνου, εγγονού του Γιώργου Πιτταρά Ο παππούς γεννήθηκε σε ένα ορεινό χωριό της Νάξου, το Σκαδό.
Ήταν παιδί μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας.
Οι γονείς του, από όταν ήταν 13 χρονών, τον έστειλαν να δουλέψει σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα στη Χώρα της Νάξου.
Το αφεντικό του είχε πολλές συναλλαγές με εμπόρους από την Αθήνα, έτσι, από αυτά που άκουγε, έβαλε στο μυαλό του να έρθει και να τη γνωρίσει κι εκείνος.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς χρόνια δούλεψε εκεί, σε εκείνο το μεγάλο μπακάλικο.
Το μεροκάματό του το έπαιρναν οι γονείς του· εκείνος κρατούσε μόνο τα φιλοδωρήματα, τα πουρμπουάρ που του έδιναν, και με αυτά ξεκίνησε μια μέρα για να έρθει στην άγνωστη Αθήνα.
Το μόνο του εφόδιο ήταν η εργατικότητα και η τιμιότητά του.
Όπως έλεγε σε εμάς τα παιδιά: «Η τιμιότητα και η δουλειά έχουν μεγάλη χάρη, σαν το καθάριο μάλαμα που βάζεις στο συρτάρι». Το αφεντικό του, επειδή είχε καταλάβει την τιμιότητά του, του εμπιστεύτηκε έναν φάκελο με αρκετά χρήματα για να τον παραδώσει σε έναν έμπορο στην Αθήνα.
Έτσι, όταν έφτασε, πήγε ρωτώντας για να βρει τη διεύθυνση του εμπόρου, με τη βοήθεια του Θεού, όπως έλεγε.
Όταν με πολύ κόπο βρήκε τον έμπορο και του έδωσε τον φάκελο, τον ρώτησε πού θα μπορούσε να βρει μια δουλειά, γιατί ήθελε να μείνει στην Αθήνα, όπως ονειρευόταν.
Από εκεί τον έστειλαν στην Κολοκυνθού, που είχε πολλά περιβόλια, καθώς μόνο εκεί θα μπορούσε να βρει δουλειά.
Έτσι κι έγινε.
Έπιασε δουλειά σε ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι που είχε μεγάλο περιβόλι και σταύλο με αγελάδες.
Τον ίδιο τον έβαλαν να φροντίζει τα ζώα του σταύλου.
Με την καλοσύνη του έγινε φίλος με τα παιδιά του αφεντικού του και κέρδισε την εμπιστοσύνη της κυράς του, η οποία τον έπαιρνε να τη βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.
Μια από αυτές τις δουλειές ήταν και το ζύμωμα.
Έτσι απέκτησε την πρώτη του εμπειρία με το ψωμί.
Όταν έφτασε η ηλικία του και πήγε στον στρατό, ένας ανώτερός του ρώτησε μήπως ήξερε κάποιος να φτιάχνει ψωμί.
Εκείνος, με όσα είχε μάθει από την κυρά του, είπε: «Εγώ ξέρω». Έτσι, του ανέθεσαν να φτιάχνει το ψωμί του λόχου του.
Από τότε του μπήκε η ιδέα να γίνει κάποτε φούρναρης.
Ύστερα, αφού αγόρασε και εκείνος με τις οικονομίες του ένα κτήμα, έφτιαξε σταύλο και περιβόλι, παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια, αλλά ποτέ δεν του είχε φύγει η ιδέα του φούρνου.
Τα κτήματα αυτά βρίσκονταν εκεί που είναι η σημερινή ΗΛΙΔΑ, το γνωστό συγκρότημα κατοικιών απέναντι από το Ολυμπιακό Στάδιο.
Κάποτε πρέπει να νοίκιαζε και χωράφια για πατάτες εκεί που βρίσκεται τώρα το στέγαστρο Καλατράβα.
Φόρτωνε το γαϊδουράκι με κηπευτικά και έφτανε μέχρι τους Αμπελοκήπους για να πουλήσει τα προϊόντα του. Ο Φούρνος του Πιτταρά Έτσι, το 1950, έβαλε μπρος να πραγματοποιήσει το όνειρό του με πολύ κόπο και θυσίες, αφού, όπως έλεγε, «έναν φούρνο τον είχε ανάγκη ο τόπος μας». Ο τόπος μας τότε ήταν αραιοκατοικημένος, αλλά ήταν μεγάλος σε έκταση και με μεγάλες οικογένειες που έτρωγαν πολύ ψωμί.
Άλλα εμπορεύματα δεν είχε, όπως έχουν οι σημερινοί φούρνοι.
Εμείς είχαμε μια βιτρίνα με: * Φρυγανιές * Σουσαμένια κουλουράκια * Κουλουράκια με αβγό * Παξιμαδάκια γλυκάνισου * Παξιμαδάκια του καφέ (που ποτέ δεν θα ξεχάσω τη νοστιμιά τους) Είχε όμως πολλά ψηστικά.
Τότε δεν υπήρχαν κουζίνες στα σπίτια και γι' αυτό οι νοικοκυρές έφερναν το φαγητό τους στον φούρνο, για να γλιτώνουν το μαγείρεμα στο σπίτι.
Δεν θα ξεχάσω τα παιδιά της γειτονιάς που κουβαλούσαν στο κεφάλι τους τις λαμαρίνες με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα τα Χριστούγεννα, και τα τσουρέκια με τα κουλουράκια το Πάσχα.
Στην αρχή ξεκίνησε με έναν αρτεργάτη, μετά πήρε και δεύτερο.
Ήταν η εποχή που πουλούσε 250 οκάδες ψωμί την ημέρα μέσα στο μαγαζί.
Θυμάμαι μια φορά, όταν είχε πρωτοανοίξει, οι αρτεργάτες έκαναν απεργία και έβγαλε μόνος του το ψωμί.
Άκουγε ο κόσμος ότι «βγάζει ψωμί ο φούρνος του Πιτταρά» και έρχονταν από το Μαρούσι και το Χαλάνδρι για να πάρουν.
Είχε μαζευτεί τόσος κόσμος, που αναγκάστηκε να κλείσει την πόρτα του μαγαζιού και να δίνει το ψωμί από το παράθυρο.
Έτσι, με την υπομονή του και με πολύ κόπο, κράτησε τον φούρνο μόνος του —με τη βοήθεια βέβαια των παιδιών και της γυναίκας του— από το 1952 μέχρι το 1967, περίπου 15 χρόνια.
Το ψωμί είναι μια από τις βασικές τροφές του ανθρώπου.
Ο παππούς, στα βαθιά του γεράματα, όταν μια μέρα η νύφη του η Αλέκα (που τον φρόντιζε) του πήγε τον δίσκο με το φαγητό και το ψωμί του, της είπε: «Ποτέ να μην λείπει το ψωμί από το τραπέζι σας». Νομίζω πως αυτό ήταν μια ευχή, και μακάρι αυτή η ευχή να ισχύει για όλο τον κόσμο: να μην λείψει ποτέ το ψωμί από το τραπέζι κανενός.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους