[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αν υπάρχει ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο επιστρέφω ξανά και ξανά, αυτό είναι το γοτθικό. Τα παλιά αρχοντικά, οι έρημοι διάδρομοι, ο άνεμος που σφυρίζει έξω από τα παράθυρα, οι τρομακτικοί και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αν υπάρχει ένα λογοτεχνικό είδος στο οποίο επιστρέφω ξανά και ξανά, αυτό είναι το γοτθικό.

Τα παλιά αρχοντικά, οι έρημοι διάδρομοι, ο άνεμος που σφυρίζει έξω από τα παράθυρα, οι τρομακτικοί και παράξενοι ήχοι, οι καταιγίδες και οι χιονοθύελλες δεν δημιουργούν απλώς μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, αλλά μοιάζουν να κουβαλούν τη δική τους μνήμη, σαν να περιμένουν υπομονετικά τη στιγμή που θα αποκαλύψουν τα μυστικά τους.

Ίσως γι' αυτό, όταν έπεσε στα χέρια μου το «Η Ιστορία της Παραμάνας», δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη.

Ήξερα πως με περίμενε μια ακόμη επιστροφή σε εκείνον τον σκοτεινό, ατμοσφαιρικό κόσμο που αγαπώ όσο λίγοι.

Μερικές ιστορίες δεν γεννήθηκαν για να μας κάνουν να φοβηθούμε το σκοτάδι, αλλά για να μας υπενθυμίσουν πως ο χρόνος δεν διαθέτει τη δύναμη που του αποδίδουμε.

Δεν θεραπεύει κάθε πληγή, δεν σβήνει κάθε αδικία και, πάνω απ' όλα, δεν καταφέρνει πάντοτε να επιβάλει τη λήθη.

Υπάρχουν στιγμές που συνεχίζουν να αιωρούνται πάνω από γενιές ολόκληρες σαν μια αόρατη κατάρα, όχι επειδή τις συντηρεί κάποια υπερφυσική δύναμη, αλλά επειδή η ανθρώπινη σκληρότητα διαθέτει την τρομακτική ιδιότητα να αφήνει πίσω της αποτυπώματα που επιβιώνουν ακόμη και όταν εκείνοι που τα χάραξαν έχουν από καιρό επιστρέψει στη σιωπή.

Το «Η Ιστορία της Παραμάνας» της Elizabeth Gaskell δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία φαντασμάτων.

Αφηγείται την αδυναμία της ανθρώπινης συνείδησης να απαλλαγεί από το βάρος των επιλογών της και μετατρέπει το γοτθικό στοιχείο σε μια συγκλονιστική αλληγορία για την ενοχή, τη μνήμη και την τιμωρία.

Δημοσιευμένη το 1852, σε μια εποχή όπου οι ιστορίες φαντασμάτων γνώριζαν ιδιαίτερη άνθηση στη βικτωριανή Αγγλία, η νουβέλα της Gaskell διαφοροποιείται ουσιαστικά από πολλές σύγχρονές της.

Εκεί όπου άλλοι συγγραφείς επένδυαν στον τρόμο ως θέαμα, η ίδια επιλέγει να στραφεί προς την ηθική του διάσταση, αντιμετωπίζοντας το υπερφυσικό όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως την αναπόφευκτη συνέχεια μιας ανθρώπινης τραγωδίας που δεν γνώρισε ποτέ δικαιοσύνη.

Το φάντασμα δεν εμφανίζεται για να προκαλέσει ανατριχίλα, αλλά εμφανίζεται επειδή κάποτε ένας άνθρωπος στάθηκε ανίκανος να δείξει έλεος και επειδή ο κόσμος συνέχισε να προχωρά σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα.

Η ιστορία ακολουθεί τη Χέστερ, μια ηλικιωμένη πλέον γυναίκα που αναπολεί τα χρόνια της ως τροφός της μικρής Ρόζαμοντ, όταν οι δυο τους εγκαταστάθηκαν στο απομονωμένο αρχοντικό των Φέρνες.

Πολύ γρήγορα γίνεται φανερό πως το σπίτι δεν κατοικείται μόνο από τους ζωντανούς.

Ένα παιδί εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στη χιονοθύελλα, ενώ η παραμάνα ακούει τα βράδια έναν ήχο από ένα όργανο να παίζει χωρίς να μπορεί να εξηγηθεί η ύπαρξή του.

Την ίδια στιγμή, η συμπεριφορά των υπηρετών προδίδει πως κάτι κρύβουν, ενώ η ατμόσφαιρα βαραίνει ολοένα και περισσότερο, μέχρι τη στιγμή που το παρελθόν απαιτεί να ακουστεί. Η Gaskell, ωστόσο, ενδιαφέρεται ελάχιστα για το μυστήριο της εμφάνισης αυτών των φαινομένων.

Το πραγματικό της ενδιαφέρον βρίσκεται στην αποκάλυψη της ιστορίας που τα κρατά αιχμάλωτα ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

Είναι εντυπωσιακό πως, όσο περισσότερο προχωρά η αφήγηση, τόσο λιγότερο απασχολούν τα ίδια τα φαντάσματα και τόσο περισσότερο οι άνθρωποι που τα δημιούργησαν. A Gaskell μοιάζει να μας ψιθυρίζει πως κανένα υπερφυσικό κακό δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνο που γεννά η ανθρώπινη ψυχή.

Το πραγματικό "τέρας" του έργου είναι ένας άνθρωπος που, στο όνομα της κοινωνικής τάξης και της οικογενειακής αξιοπρέπειας, θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να αγαπηθεί, ποιος πρέπει να εξοριστεί και ποιος μπορεί να θυσιαστεί χωρίς τύψεις.

Η μορφή του αρχοντικού αποκτά σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα.

Οι πέτρινοι τοίχοι, οι παγωμένες αίθουσες και οι ατέλειωτοι διάδρομοι μοιάζουν να έχουν απορροφήσει κάθε κραυγή, κάθε δάκρυ και κάθε αδικία που διαπράχθηκε μέσα τους.

Το σπίτι δεν στοιχειώνεται επειδή κατοικείται από νεκρούς.

Στοιχειώνεται επειδή η αλήθεια που κρύβει δεν ειπώθηκε ποτέ.

Μέχρι να αποκαλυφθεί, κάθε του γωνιά θα εξακολουθεί να αναπνέει μέσα στον ίδιο φαύλο κύκλο πένθους και ενοχής.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η επιλογή της Gaskell να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από τα μάτια της Χέστερ.

Δεν πρόκειται για μια ηρωίδα που επιδιώκει να εξηγήσει το ανεξήγητο ούτε για μια αφηγήτρια που προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη ότι όσα είδε ήταν αληθινά.

Η φωνή της διαθέτει εκείνη τη γαλήνια βεβαιότητα που αποκτούν οι άνθρωποι όταν έχουν συμβιβαστεί με γεγονότα τα οποία δεν μπορούν πλέον να αλλάξουν.

Η αφήγησή της μοιάζει περισσότερο με εξομολόγηση παρά με ιστορία τρόμου και ίσως γι' αυτό παραμένει τόσο πειστική καθώς δεν περιγράφει απλώς γεγονότα, αλλά μεταφέρει το βάρος που κουβαλά μια μνήμη η οποία δεν έπαψε ποτέ να επιστρέφει.

Αν όμως υπάρχει μια ιδέα που κυριαρχεί σε ολόκληρο το έργο, αυτή είναι πως η αδικία δεν σταματά τη στιγμή που ολοκληρώνεται η πράξη που τη δημιούργησε.

Συνεχίζει να υπάρχει μέσα στους ανθρώπους που επέζησαν, στα σπίτια που τη φιλοξένησαν, στις οικογένειες που προσπάθησαν να τη συγκαλύψουν και στις επόμενες γενιές που καλούνται, χωρίς να το επιλέξουν, να ζήσουν κάτω από τη σκιά της.

Κάθε φάντασμα της Gaskell είναι, στην πραγματικότητα, μια ιστορία που αρνήθηκαν να ακούσουν όσο ακόμη υπήρχε χρόνος.

Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα πως η συγγραφέας δεν προσπαθούσε να με πείσει για την ύπαρξη του υπερφυσικού.

Με προκαλούσε να αναρωτηθώ πόσες αδικίες κρύβονται πίσω από τις βιτρίνες της αξιοπρέπειας, πόσες οικογένειες οικοδόμησαν το όνομά τους πάνω στη σιωπή των πιο αδύναμων και πόσες φορές η κοινωνία αποκάλεσε «αναγκαία θυσία» αυτό που στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια πράξη απάνθρωπης σκληρότητας.

Κλείνοντας την τελευταία σελίδα, ένιωσα πως διάβασα μια θλιμμένη ιστορία για όλα εκείνα που επιλέγουμε να αποσιωπήσουμε, πιστεύοντας πως η σιωπή διαθέτει τη δύναμη να τα εξαφανίσει. Η Elizabeth Gaskell αποδεικνύει πως η λήθη δεν είναι πάντοτε λύτρωση.

Πολλές φορές είναι το έδαφος πάνω στο οποίο οι παλιές αδικίες ριζώνουν ακόμη βαθύτερα, ώσπου να γίνουν κομμάτι της ίδιας της ιστορίας ενός τόπου.

Rating:

★★★★★☆½ (4, 5 / 5) Παρά την περιορισμένη έκτασή του, μόλις 68 σελίδες που διαβάζονται σε ένα δίωρο, το βιβλίο κατορθώνει να σε βυθίσει σε μια ατμόσφαιρα ασφυκτικής έντασης.

Μια ιστορία για το τραύμα και τη μνήμη, που σε στοιχειώνει πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενες από ένα τόσο σύντομο κείμενο. Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences