Κάποιοι γεννιούνται για να γίνουν βασιλιάδες... κάποιοι για να γίνουν ήρωες... Εγώ μάλλον γεννήθηκα... για να ‘χω προσωπικές διαφορές μ' έναν πετεινό! Και δεν μιλάμε τώρα για έναν απλό πετεινό όποιον...
Κάποιοι γεννιούνται για να γίνουν βασιλιάδες... κάποιοι για να γίνουν ήρωες... Εγώ μάλλον γεννήθηκα... για να ‘χω προσωπικές διαφορές μ' έναν πετεινό! Και δεν μιλάμε τώρα για έναν απλό πετεινό όποιον κι όποιον δηλαδή… Μιλάμε για έναν ψυχοπαθή ΜΕ ΛΟΦΙΟ. Τον Βρασίδα. Τον Μπραντ Πιτ του κοτετσιού 🙄 (Έτσι νόμιζε τουλάχιστον.
Τρομάρα του) Στο σταυρό που σας κάνω… αυτός δεν λάλαγε για όλο το χωριό. Για ΜΕΝΑ λάλαγε! Να κυκλοφορεί στην αυλή, που λέτε, λες κι έχει συμβόλαια ιδιοκτησίας σ' ολόκληρο το χωριό! Με το στήθος έξω... με το λοφίο τεντωμένο... με βήμα στρατηγού... "Στην άκρη όλοι! Εδώ κάνω κουμάντο ΕΓΩ" (Σιγά ρε μεγάλε!) Μα τον Θεό, ρε παιδιά... αυτός ο πετεινός είχε βάλει σκοπό της ζωής του να μη μ' αφήσει να κοιμηθώ ΠΟΤΕ.
Δεν ξέρω τι του 'χα κάνει. (Μπορεί σε προηγούμενη ζωή να του 'χα φάει καμιά κότα... Ποιος ξέρει;) Κάθε πρωί...Μα ΚΑΘΕ πρωί...ΠΕΝΤΕ παρά. ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ!! Να χώνομαι κάτω απ' το σεντόνι... να βάζω το μαξιλάρι πάνω στ' αυτιά... "Θεέ μου...στείλ' τον στο διπλανό χωριό... ή έστω...κάν' τον κοκκινιστό!" Να κρατάω μέχρι και την ανάσα μου.
Λες και θα μπερδευόταν. "Α... η μικρή κοιμάται ακόμα.
Ας περάσω σε μισή ωρίτσα." Πού τέτοια τύχη...ΞΑΝΑ.
Εκεί αυτός! ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΥΥΥΥΥΥ Περίμενε πότε θα με πάρει ο ύπνος ο βαθύς... "Παιδιά... τώρα! Βαράτε!" Η γιαγιά μου; Εκεί να δεις… Ούτε που συγκινιόταν.
Άνοιγε τα παντζούρια με μια κίνηση δυνατά... να μπαίνει όλος ο ήλιος μέσα και να με χτυπάει το φως κατευθείαν μες τα μάτια.. -Σήκω! Δρόσισε! -Γιαγιά... είναι πέντε! -Ο πετεινός σηκώθηκε! -Ε... ας ξαναπέσει! Με κοίταζε λες και είχα πει τη μεγαλύτερη βλακεία του αιώνα. -Παιδάκι μου... ο πετεινός ξέρει! (Θα σου 'λεγα τώρα τι ξέρει...) Εγώ να κουτουλάω απ' τη νύστα... να ψάχνω τις παντόφλες κάτω απ' το ντιβάνι... κι απ’ την κουζίνα να με τραβάει απ' τη μύτη η μυρωδιά του ελληνικού καφέ.
Και μαζί... να μυρίζω και το φρεσκοζυμωμένο ψωμί 🤤 Σας τ' ορκίζομαι...ακόμα και σήμερα αν μυρίσω ελληνικό καφέ και ζυμωτό ψωμί... γυρίζω κατευθείαν σ' εκείνο το σπίτι.
Βέβαια...υπήρχαν και οι μύγες.
Να κάνουν βόλτες πάνω απ' το κεφάλι μου.
ΖΖΖΖΖΖΖΖΖ…Μιλάμε... οι μύγες κι ο Βρασίδας είχαν κάνει συνεταιρισμό.
Ο ένας με ξυπνούσε... κι οι άλλες φρόντιζαν να μην ξανακοιμηθώ! Το μεγαλύτερο δράμα του Βρασίδα βέβαια δεν ήμουν εγώ (υπήρχε κι άλλο φρούτο) Ήταν μια κότα.
Θαυμάστριά του! Η Φρόσω! (Ναι... της είχα βγάλει κι όνομα.) ΚΥΡΙΑ Να περπατάει από μπροστά του κουνιστή και λυγιστή... με τον λαιμό μπρος...πίσω...μπρος...πίσω... Μιλάμε…λες και κατέβαινε πασαρέλα στο Παρίσι! Ποιο Παρίσι; Μιλάνο πες καλύτερα.
Να περνάει δίπλα του... και να του ρίχνει, ρε παιδιά, κάτι βλέμματα...👀 (μέχρι και ‘γω ταραζόμουν 😜) ‘’Έλα εδώ κούκλε!’’ και συνέχιζε τον δρόμο της κανονικά... σαν να μην τρέχει τίποτα! Κι ο Βρασίδας...να τρελαίνεται! ο Ράμπο του κοτετσιού... ο φόβος κι ο τρόμος της γειτονιάς... μόλις περνούσε η Φρόσω άλλαζαν όλα! Το λοφίο τεντωνόταν κι έπαιρνε θέση μάχης! 😜 το στήθος φούσκωνε ακόμα περισσότερο... (ήρεμα Βρασίδα… θα πάθεις καμιά θλάση) ίσιωνε τα φτερά... έκανε πως τσιμπούσε κάνα σποράκι... δήθεν ότι δεν την πρόσεξε (Ναι καλά...!) Μετά την κοίταζε.
Μετά έκανε πως κοιτάζει αλλού.
Μετά... ξανά σε ‘κείνη. Η Φρόσω από μπροστά να κάνει τη δύσκολη.
Να φεύγει δυο βήματα...να γυρίζει... να τον κοιτάει με την άκρη του ματιού... και να ξαναφεύγει.
Ρε παιδιά…Μα τον Θεό... άμα μπορούσε να ιδρώσει πετεινός... ο Βρασίδας θα ‘χε γίνει μούσκεμα! 😳 Και το λοφίο; Σε κατάσταση συναγερμού! Όρθιο.
Ακίνητο. (Λες κι έπιανε σήμα από δορυφόρο) Ο Βρασίδας...που μέχρι πριν από πέντε λεπτά λάλαγε λες κι έδινε διαταγές σ' ολόκληρο το χωριό... ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΥΥΥΥΥΥΥ Σήκω εσύ! Ξύπνα εσύ! Τρέχα εσύ! Μόλις περνούσε η Φρόσω... σας τ' ορκίζομαι...άλλος πετεινός.
Τώρα έκανε κάτι ντροπαλά..."κου... κου..." Σα να του ‘χε πέσει ξαφνικά η φωνή (μόνο η φωνή του 'πεφτε 🤭) Τελικά…όταν ερωτεύεται ο αρσενικός μέχρι και το λάλημα μαλακώνει.
Εκεί κατάλαβα κάτι… Το μεγάλο λοφίο...δε σημαίνει και πολλά.
Άμα περάσει η σωστή κότα μέχρι κι ο Ράμπο του κοτετσιού γίνεται γατάκι! Η γιαγιά να τους κοιτάει απ’ την αυλή... να σκουπίζει τα χέρια της στην ποδιά και να χαμογελάει. -Άστον μωρέ...Άντρας είναι κι αυτός! Εγώ να γελάω. -Γιαγιά...τον κάνει ό,τι θέλει! -Μη γελάς! Έτσι ξεκινάνε όλοι... Μετά τους βλέπεις να κουβαλάνε σκουλήκια... Και να κάνουν τους μάγκες! Μια μέρα όμως είπα να πάρω το αίμα μου πίσω. (Μεγάλη ιδέα) Βγαίνω στην αυλή που λέτε...ανοίγω τα χέρια... -Ε... τσαλαπετεινέ! Γυρίζει.
Με κοιτάζει.
Τον κοιτάζω.
Με ξανακοιτάζει.
Σας τ' ορκίζομαι, ρε παιδιά... μα τον Θεό... στο βλέμμα του διάβασα ξεκάθαρα "Καλά...ξύπνησε αυτή; Πάω να της χαλάσω και τη σημερινή μέρα." Και ξαφνικά... Αρχίζει να τρέχει κατά πάνω μου! Όχι να περπατάει...Να ΣΠΡΙΝΤΑΡΕΙ! Κι εγώ; Όπου φύγει φύγει.
Να τρέχω σαν την τρελή μέσα στην αυλή! Η μια παντόφλα να φεύγει προς το πηγάδι... η άλλη να μένει πίσω...τα μαλλιά μου να πετάνε... κι ο Βρασίδας από πίσω... ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΥΥΥΥΥΥΥ! Και πιο πίσω η Φρόσω.
Να τρέχει κι αυτή.
Εγώ να φωνάζω: -Γιαγιάααα! Κι η γιαγιά απ' το μπαλκόνι να γελάει! -Μην τρέχεις! -ΓΙΑΤΙ; -Του αρέσει! Στο μεταξύ εγώ... να κάνω κύκλους γύρω απ' τη μουριά... ο Βρασίδας από πίσω λες και παίζαμε κυνηγητό.
Κάποια στιγμή... Σταματάω.
Σταματάει κι αυτός.
Με κοιτάζει.
Τον κοιτάζω.
Κάνει ένα βήμα μπροστά.
Κάνω δυο πίσω.
Κι εκεί...μα την Παναγία... είδα μέσα στα μάτια του "Αύριο πάλι στις πέντε. ΕΔΩ" Πέρασαν τα χρόνια...Μεγάλωσα.
Τα καλοκαίρια στο χωριό λιγόστεψαν.
Η γιαγιά έφυγε...ο παππούς έφυγε… το σπίτι έκλεισε... κι ο Βρασίδας... χάθηκε κι αυτός μαζί με τα χρόνια.
Πέρσι ξαναπήγα.
Οι μουριές ίδιες, η αυλή ίδια, το πέτρινο πεζούλι ίδιο.
Κάθισα νωρίς το πρωί και περίμενα.
Περίμενα ν' ακούσω εκείνο το ενοχλητικό... ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΥΥΥΥΥΥ... Δεν ακούστηκε τίποτα.
Ούτε ο πετεινός, ούτε η γιαγιά ν' ανοίγει τα παντζούρια, ούτε ο παππούς στην πολυθρόνα του με τον καφέ στο χέρι, ούτε οι γείτονες που φώναζαν ο ενας τον άλλον από αυλή σε αυλή... Μόνο σιωπή.
Και τότε...κατάλαβα κάτι.
Δε μου 'χε λείψει ποτέ ο πετεινός.
Μου 'χε λείψει όλη η ζωή που ξυπνούσε μαζί του.
Μου 'χαν λείψει όλα εκείνα τα πρωινά που βιαζόμουν να τελειώσουν.
Γιατί όταν είσαι παιδί... γκρινιάζεις για όλα εκείνα που σε ξυπνάνε.
Μεγαλώνοντας όμως... θα έδινες τα πάντα... για να σε ξυπνήσουν ΓΙΑ ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ❤️ (Κάθε φορά που τελειώνει μια ιστορία... ξεκινάει μια άλλη.
Όχι μόνο η δική μου.
Η δική σας.
Γιατί μετά από κάθε ανάρτηση... το κινητό μου γεμίζει μηνύματα.
Με ιστορίες για γιαγιάδες...για παππούδες... για χωριά...για πρώτους έρωτες... για ανθρώπους που λείπουν... και για αναμνήσεις που δεν θέλουν να ξεχαστούν.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο κομμάτι απ' όλα.
Όπως σας είπα και την προηγούμενη φορά... θέλω να γράφω ιστορίες που θέλετε εσείς ν' ακούσετε.
Αν θέλετε να μάθετε κάτι για τη ζωή μου... ρωτήστε με. Πολλοί από σας το κάνατε ήδη και σας ευχαριστώ για τα όμορφα μηνύματά σας.
Σας υπόσχομαι πως όλα όσα μου ζητήσατε θα έρθει η στιγμή που θα τα διηγηθώ.
Αν πάλι υπάρχει μια ιστορία από τη δική σας ζωή που πιστεύετε πως αξίζει να ειπωθεί... στείλτε μου ένα μήνυμα.
Αν περνάει απ' το χέρι μου... Η ΖΩΗ ΣΑΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ! Έχω ήδη λάβει πολλές συγκινητικές, αστείες και υπέροχες ιστορίες από υπέροχους ανθρώπους.
Κάθε μία είναι ξεχωριστή.
Θα 'ρθει η ώρα που θ' ακουστούν ΟΛΕΣ! Περιμένω...❤️ Τα λέμε την επόμενη φορά! 🥰) #ΙστορίεςΖωής #Αναμνήσεις #ΕλληνικάΧωριά #Νοσταλγία #Χιούμορ #ΗΖωήΣαςΘαΓίνειΙστορία
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους