Υπάρχει ένα καλό με την ανάμνηση: Δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς. Άλλωστε, το έχει περιγράψει όμορφα η Μάγια Αγγέλου, με το γνωστό τσιτάτο που περνάει από κάθε timeline κάθε τρεις και λίγο: «Οι...
Υπάρχει ένα καλό με την ανάμνηση: Δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς.
Άλλωστε, το έχει περιγράψει όμορφα η Μάγια Αγγέλου, με το γνωστό τσιτάτο που περνάει από κάθε timeline κάθε τρεις και λίγο: «Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τι είπες, θα ξεχάσουν τι έκανες, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να νιώσουν». Αν αυτό είναι ένα είδους μέτρο αποδοχής και αγάπης, ο Βασίλης Λεβέντης και ο Γιώργος Μόσιος κατάφεραν κάτι σπουδαίο: Να κάνουν τους Έλληνες να νιώσουν οικεία μαζί τους.
Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η σπουδή να επικοινωνήσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον χαμό δύο εκ των τελευταίων καλτ ηρώων της χώρας.
Τι είναι αυτό, όμως, που τους έκανε αγαπητούς; Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι περισσότερο από την αυθεντικότητά τους. Ο Βασίλης Λεβέντης και ο Μιχάλης Μόσιος ήταν ένα τυπικό δείγμα του μέσου -και κατώτερου, Έλληνα πολίτη των 70s και των 80s. «Ένας από εμάς». Και δεν έπαψαν ποτέ να είναι αυτό! Ο πρώτος, ήταν μια τυπική φιγούρα των καφενείων της εποχής.
Με τον πύρινο λόγο του κατακρεουργούσε κάθε πολιτικό ηγέτη από την ψάθινη καρέκλα του, έπειτα από μια δύο τσικουδιές.
Με έναν τέτοιον έμοιαζε ο Βασίλης Λεβέντης.
Ο δονκιχωτισμός ενός αγαθού πολίτη, του οποίου οι αγνές φιλοδοξίες δεν εξαντλούνταν στο -τότε- κλισέ της εποχής: «Ε και να ήμουνα πρωθυπουργός για μια μέρα». Το ευτύχημα για εκείνον ήταν πως κάποια στιγμή το manifestation πραγματοποιήθηκε: Μπήκε στη Βουλή! Όρθωσε το ανάστημά του σε εκείνους που για χρόνια τον λοιδορούσαν, αν δεν τον απαξίωναν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους