Σήμερα, 3 Ιουλίου, εορτάζουμε τη μνήμη του Οσίου Μάρτυρος Γερασίμου του Νέου. Ο Οσιομάρτυρας Γεράσιμος έζησε στα πικρά χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση...
Σήμερα, 3 Ιουλίου, εορτάζουμε τη μνήμη του Οσίου Μάρτυρος Γερασίμου του Νέου. Ο Οσιομάρτυρας Γεράσιμος έζησε στα πικρά χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση.
Γεννήθηκε το 1787 στο Μέγα Χωριό του Καρπενισίου (Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας), από ευλαβείς Χριστιανούς γονείς και το κατά κόσμο όνομα του ήταν Γεώργιος Σταθόπουλος (ή Στουρνάρας). Όταν έγινε 11 χρονών τον πήρε μαζί του ο μεγαλύτερος αδελφός του στη Κωνσταντινούπολη και εργαζόταν στο Παντοπωλείο κάποιου συμπατριώτη τους.
Μία μέρα το αφεντικό του τον έστειλε να πουλήσει γιαούρτι.
Όταν βγήκε στο δρόμο έχοντας πάνω στο κεφάλι μία σανίδα με τα κεσεδάκια με τα γιαούρτια, σκόνταψε έπεσε κάτω και έσπασαν όλα τα πήλινα κεσεδάκια του γιαουρτιού.
Το παιδί κάθησε στο δρόμο και έκλεγε απαρηγόρητα.
Τον είδε από το παράθυρο της μια χανούμισσα, σύζυγος ενός επισήμου Οθωμανού και τον λυπήθηκε.
Κατέβηκε, άνοιξε την πόρτα και τον πήρε μέσα, τον καλόπιασε για να μην κλαίει, και τον κράτησε στο σπίτι της.
Ύστερα από δύο μήνες, έκανε περιτομή στα δύο παιδιά της και μαζί με αυτά τούρκεψαν και τον Γεώργιο.
Έτσι λοιπόν ο μικρός Γεώργιος ξεγελάστηκε και έγινε μουσουλμάνος.
Μετά από δύο χρόνια, επειδή άρχισε να ανδρώνεται, ο αγάς φοβήθηκε μήπως τον ερωτευτεί η γυναίκα του, και τον έδωσε σε άλλον Τούρκο.
Ο νέος του αφέντης περιερχόταν τις χώρες των Χριστιανών για να εισπράξει τους κεφαλικούς φόρους τζιζιέ ή χαράτσι που πλήρωναν οι Χριστιανοί για να διατηρούν τη θρησκεία τους.
Μαζί του πήρε και τον νεαρό Γεώργιο.
Σε αυτή την περιοδεία ο Γεώργιος είδε τη δυστυχία του Γένους του, είδε όμως και με πόση σταθερότητα έμεναν στη πίστη τους.
Προτιμούσαν να μείνουν στη πίστη τους έστω φτωχοί και δυστυχισμένοι παρά να τουρκέψουν.
Αυτό το γεγονός τον συγκλόνισε.
Κατάλαβε τότε τί είχε κάνει και με δάκρυα αναλογίστηκε σε πόση μεγάλη αμαρτία είχε πέσει.
Κρυφά έφυγε από την Πόλη και ήρθε στο χωριό του, μα και εδώ δεν εύρισκε ανάπαυση.
Έτσι αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος.
Αρχικά, έμεινε σε κάποιον συμπατριώτη του στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονα, όπου έμαθε λίγα γράμματα για να μπορεί να διαβάζει την Αγία Γραφή και τους Βίους των Αγίων.
Με δάκρυα και επιμονή μέσα σε τρεις μήνες εκάρη μοναχός με το όνομα Γεράσιμος.
Μετά από τρεις μέρες άρχισε να ζητά από τον Γέροντά του να του δώσει την ευλογία να πάει να μαρτυρήσει.
Εκείνος, όμως, τον εμπόδισε με φόβο μήπως και δεν είκοσι έτοιμος για το μαρτύριο και του είπε: «Ακόμη τρεις μέρες δεν πέρασαν και ο πειρασμός επειδή ξέφυγες προσπαθεί να σου στήσει άλλες παγίδες». Και με πατρική αγάπη του τονίζει: «Σκέψου καλά, διότι για να μαρτυρήσεις είναι πολύ δύσκολο». Ο μοναχός Γεράσιμος άκουγε και δεν μιλούσε, αλλά μέσα του είχε ριζωμένο τον πάθο του μαρτυρίου και θρηνούσε μέρα, νύκτα, καρτερώντας αυτή την ευλογημένη ώρα.
Έτσι πέρασαν άλλα τρία χρόνια και τότε ο Γεράσιμος ζήτησε άδεια να επισκεφθεί τα άλλα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ο Γέροντάς του δέχθηκε, όμως, του έδωσε την εντολή να μην βγει έξω από το Άγιον Όρος.
Όταν γύρισε πίσω στον Γέροντα του, τον παρακάλεσε να του δώσει την ευχή του να πάει στη πατρίδα, εννοώντας βέβαια την ουράνια πατρίδα στην οποία θα έφθανε δια του μαρτυρίου.
Βλέποντας ο Γέροντας την επιμονή του, καμφήθηκε, και του έδωσε την ευχή του.
Έτσι ο μοναχός Γερασμένος με χαρά μεγάλη ήρθε στη Κωνσταντινούπολη.
Εδώ, παρουσιάστηκε ενώπιον του πρώτου αφεντικού του, που μικρό παιδί τον τούρκεψε, και ομολόγησε τη χριστιανική του πίστη.
Οργισμένος εκείνος τον οδήγησε στον Καδή, τον ιεροδίκη, όπου και πάλι διατράνωσε τη πίστη του.
Μάταια οι Τούρκοι προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από τη χριστιανική πίστη. Ο Καδής πρόσταξε αφού τον μαστιγώσουν να τον ρίξουν στη φυλακή.
Τον έκλεισαν και τον ξάπλωσαν κάτω και πάνω στο σώμα του έβαλαν μια βαριά πλάκα.
Δέκα μέρες έμεινε έτσι χωρίς να πάθει τίποτα.
Μετά τις δέκα μέρες τον οδήγησαν και πάλι στον Ιεροδίκη, ο οποίος τον ρώτησε αν μετάνοιωσε. Ο Άγιος με θάρρος απάντησε: «Όχι μία φορά, μα χίλιες φορές να με θανατώσεις το Χριστό μου δεν τον αρνούμαι!». Τότε ο Καδής έβγαλε την απόφαση να αποκεφαλιστεί.
Οι δήμιοι τον έφεραν στον τόπο της εκτέλεσης.
Όταν έφτασαν στον καθορισμένο τόπο, ο δήμοιος τον πρόσταξε να γονατίσει. Ο Άγιος γονάτισε κατά την ανατολή και είπε: «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου!». Ο δήμιος όμως τον γύρισε προς την δύση αλλά ο Μάρτυρας Γεράσιμος πάλι στράφηκε προς την ανατολή.
Το γεγονός αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου ο δήμιος θυμωμένος και με οργή κατέβασε το σπαθί του και με οργή του απέκοψε το κεφάλι.
Και τότε το κομμένο κεφάλι του Αγίου γελούσε για αρκετή ώρα, ενώ το σώμα του έμεινε γονατιστό σε στάση προσευχής.
Έπειτα διπλώθηκε, έγειρε κάτω κι έμεινε εκεί σαν να κοιμήθηκε.
Ένα ουράνιο φως τύλιξε το σώμα του Μάρτυρα και οι Τούρκοι έντρομοι φώναξαν πως είναι φωτιά που έριξε ο Αλλάχ για να κάψει τον άπιστο γκιαούρη.
Αντίθετα οι Χριστιανοί δόξασαν τον Θεό για τη δύναμη που έδωσε στο μοναχό Γεράσιμο ώστε να υπομένει μέχρι τέλος το μαρτύριο. Ήταν Τετάρτη 3 Ιουλίου του έτους 1812, όταν ο Άγιος Γεράσιμος ο Οσιομάρτυς ο Νέος εισήλθε στη χορεία των Νεομαρτύρων.
Ήταν μόλις 25 ετών.
Το σώμα του το αγόρασαν οι Χριστιανοί και το έθαψαν με τιμές.
Το ιερό λείψανό του, ενταφιάστηκε αρχικά στη νήσο Πρώτη.
Μεταφέρθηκε αργότερα από τον Ευρυτανίας λόγιο κληρικό Κύριλλο Καστανοφύλλη στην Ιερά Μονή Προυσίου.
Από εκεί το 1971 μεταφέρθηκε τμήμα των ιερών λειψάνων του στον ομώνυμο μεγαλοπρεπή ναό του χωριού του, τον οποίο έκτησαν στη μνήμη του οι συχωριανοί του Μεγαλοχωρίτες.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους