Χαράματα. Ο μπάρμπα-Μήτσος κούνησε τα μεταλλικά κύπελλα στο χέρι του. Ο ήχος τους, μαζί με τα κουδούνια, ήταν το ξυπνητήρι της γειτονιάς. Το κοπάδι ξεκίνησε να κατεβαίνει τον χωματόδρομο, με τη σκόνη...
Χαράματα. Ο μπάρμπα-Μήτσος κούνησε τα μεταλλικά κύπελλα στο χέρι του. Ο ήχος τους, μαζί με τα κουδούνια, ήταν το ξυπνητήρι της γειτονιάς.
Το κοπάδι ξεκίνησε να κατεβαίνει τον χωματόδρομο, με τη σκόνη να σηκώνεται αργά κάτω από τις οπλές.
Μπροστά του, στο τέρμα του στενού, στεκόταν αγέρωχη η Πύλη του Αδριανού.
Μάρμαρο 1800 χρονών να βλέπει κατσίκια να περνούν από κάτω της για τον Μήτσο ήταν το καθημερινό του δρομολόγιο για τις πέτρες, άλλη μια μέρα από τις χιλιάδες που είχαν δει. «Γάλα, φρέσκο γάλα!» Η φωνή του αντηχούσε στα νεοκλασικά.
Δεν χρειαζόταν να φωνάξει πολύ.
Οι νοικοκυρές της Πλάκας ήξεραν την ώρα του.
Άνοιγαν τα παράθυρα και κατέβαιναν με τις κατσαρόλες τους πριν προλάβει να σταθεί.
Σταμάτησε έξω από το σπίτι με τα γεράνια στο μπαλκόνι.
Η κυρά-Μαρίκα τον περίμενε ήδη στο κατώφλι. «Καλημέρα, Μήτσο.
Οι μαύρες πώς τα πάνε σήμερα;» «Σαν αρχόντισσες, κυρά μου.
Βοσκήσανε θυμάρι στον Υμηττό όλη νύχτα». Έγερνε, διάλεγε την πιο ήρεμη γίδα, και άρμεγε απευθείας στην κατσαρόλα της.
Καθόλου μεσάζοντες.
Από το ζώο στον πελάτη.
Το πιο φρέσκο γάλα της Αθήνας κόστιζε μια δεκάρα και μια καλημέρα.
Τα παιδιά της γειτονιάς ακολουθούσαν το κοπάδι για αυτά ο Μήτσος ήταν ήρωας.
Τους άφηνε καμιά φορά να κρατήσουν τα μικρά κατσικάκια, και γελούσε με τα μουτράκια τους όταν δοκίμαζαν το αφρισμένο γάλα επιτόπου.
Όταν τελείωνε με την Πλάκα, ανηφόριζε για Κολωνάκι.
Εκεί οι κανόνες άλλαζαν.
Οι κυρίες με τα καπέλα τον περίμεναν στο πεζοδρόμιο, με αποστάσεις. «Μπάρμπα-Μήτσο, σε παρακαλώ, μην μου λερώσουν τα μάρμαρα», του έλεγε η κυρία-Ασπασία. «Έννοια σου, αφεντιά.
Τα δικά μου κορίτσια ξέρουν από τρόπους», απαντούσε εκείνος, και τραβούσε λίγο το κοπάδι παραπέρα.
Καθώς γύριζε προς τον Υμηττό το μεσημέρι, με τις τσέπες του βαριές από δεκάρες και την καρδιά του γεμάτη καλημέρες, έριχνε μια τελευταία ματιά στην Πύλη.
Σε 30 χρόνια κανείς δεν θα πίστευε ότι υπήρχε βοσκός κάτω από την Πύλη του Αδριανού, μα ο μπάρμπα-Μήτσος ήξερε.
Όσο υπήρχαν παιδιά να μεγαλώσουν και σπίτια να θρέψουν, αυτός και το κοπάδι του θα κατέβαιναν κάθε αυγή.
Με τα κύπελλα να χτυπούν, με την Πύλη για φόντο, και την Αθήνα να ξυπνά με τη μυρωδιά του φρέσκου γάλακτος. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους