[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Όταν το ισόβια δεν σημαίνει για πάντα του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια στιγμή που δεν περιγράφεται με νομικούς όρους. Είναι η στιγμή που ένας πατέρας βλέπει το παιδί του σε ένα φέρετρο. Είναι η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όταν το ισόβια δεν σημαίνει για πάντα του Μιχάλη Χαιρετάκη Υπάρχει μια στιγμή που δεν περιγράφεται με νομικούς όρους.

Είναι η στιγμή που ένας πατέρας βλέπει το παιδί του σε ένα φέρετρο.

Είναι η στιγμή που μια μάνα στέκεται όρθια επειδή πρέπει, ενώ μέσα της έχει ήδη καταρρεύσει.

Οι συγγενείς μιλούν χαμηλά.

Οι φίλοι κλαίνε αμήχανα.

Οι κάμερες φεύγουν.

Τα στεφάνια μαραίνονται.

Τα συλλυπητήρια τελειώνουν.

Και μετά μένει ένα δωμάτιο άδειο, ένα κινητό που δεν θα ξαναχτυπήσει, ένα πιάτο που δεν θα ξαναστρωθεί στο τραπέζι.

Και τότε αρχίζει το δεύτερο μαρτύριο.

Η δικαιοσύνη.

Όχι η δικαιοσύνη όπως τη φαντάζεται ο απλός άνθρωπος.

Όχι η δικαιοσύνη που σημαίνει ότι όταν κάποιος αφαιρεί μια ζωή, πληρώνει πραγματικά για αυτήν.

Αλλά η δικαιοσύνη των διαδρόμων, των αναβολών, των εφέσεων, των ελαφρυντικών, των υφ’ όρον απολύσεων, των αδειών, των υπολογισμών, των νομικών παραθύρων και της ψυχρής φράσης: “αυτά προβλέπει ο νόμος”. Ο γονιός δεν ακούει νομικά.

Ακούει μόνο ένα πράγμα.

Το παιδί μου δεν γυρίζει. Στην Ελλάδα, η ανθρωποκτονία με πρόθεση τιμωρείται κανονικά με ισόβια κάθειρξη.

Αυτό γράφει ο νόμος.

Αν όμως το δικαστήριο δεχθεί ότι ο δράστης ενήργησε σε βρασμό ψυχικής ορμής, το έγκλημα υποβιβάζεται αυτόματα σε προνομιακή μορφή και η ποινή μετατρέπεται σε πρόσκαιρη κάθειρξη.

Δηλαδή, ήδη από το στάδιο του νομικού χαρακτηρισμού, πριν καν φτάσουμε στα κλασικά ελαφρυντικά, η λέξη “δολοφονία” μπορεί να σπάσει σε κατηγορίες, υποκατηγορίες, ψυχικές καταστάσεις, στιγμές, ερμηνείες και εκτιμήσεις.

Ο νόμος δεν βλέπει μόνο τον νεκρό.

Βλέπει και τον δράστη, το μυαλό του, την ώρα της πράξης, την ένταση, την πρόθεση, το πριν και το μετά.

Αυτό μπορεί να είναι νομικά αναγκαίο.

Δεν είναι όλες οι υποθέσεις ίδιες.

Άλλο ο οργανωμένος δολοφόνος, άλλο ο άνθρωπος που σκότωσε μέσα σε μια τυφλή έκρηξη, άλλο η συμπλοκή, άλλο η ενέδρα, άλλο το ξεκαθάρισμα, άλλο το έγκλημα μέσα σε κακοποιητική σχέση, άλλο η επίθεση ομάδας σε ένα παιδί που βρέθηκε στο λάθος σημείο.

Αλλά για τη μάνα, όλα αυτά ακούγονται σαν ξένη γλώσσα.

Για εκείνη υπάρχει μόνο ένα γεγονός: κάποιος αναπνέει ακόμα επειδή το παιδί της δεν αναπνέει πια.

Και εκεί αρχίζει το μεγάλο ψέμα των λέξεων.

Λένε “ισόβια” και ο κόσμος νομίζει για πάντα.

Δεν είναι για πάντα.

Μετά τις νεότερες ρυθμίσεις, για ισόβια κάθειρξη υπάρχει δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης μετά από τουλάχιστον είκοσι χρόνια.

Για πρόσκαιρη κάθειρξη, οι κανόνες της υφ’ όρον απόλυσης υπολογίζουν μέρος της ποινής, όχι το σύνολό της.

Δηλαδή η ποινή που ακούγεται στην αίθουσα δεν είναι απαραίτητα ο χρόνος που θα μείνει ο δράστης πίσω από τα κάγκελα.

Το δικαστήριο μπορεί να πει ισόβια και η οικογένεια να πάρει μια ανάσα.

Να πει “έστω, δεν θα γυρίσει το παιδί μου, αλλά ο άνθρωπος που το σκότωσε δεν θα ξαναπεράσει δίπλα μου στο δρόμο”. Και μετά περνούν τα χρόνια.

Και μαθαίνει για αιτήσεις.

Για συμβούλια.

Για άδειες.

Για καλή διαγωγή.

Για υφ’ όρον απόλυση.

Για δικαιώματα κρατουμένου.

Για κοινωνική επανένταξη.

Για σωφρονισμό.

Και θέλει να ρωτήσει: Με το χαμό του δικού μου παιδιού που δολοφονήθηκε ποιος θα ασχοληθεί; Οι τακτικές άδειες των κρατουμένων δεν είναι θεωρία.

Ο νόμος τις προβλέπει.

Για ποινές κάθειρξης απαιτείται, γενικά, να έχει εκτιθεί πραγματικά το ένα πέμπτο της ποινής και να έχει διαρκέσει η κράτηση τουλάχιστον τρεις μήνες.

Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, η κράτηση πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον οκτώ έτη.

Οκτώ χρόνια.

Για τη δικαιοσύνη, είναι χρονικό όριο.

Για τη μάνα, είναι 8 χρόνια χωρίς το παιδί της.

Είναι τα 8 γενέθλια που δεν έγιναν.

Είναι οι γιορτές χωρίς φωνή.

Είναι 8 Χριστούγεννα με μια καρέκλα άδεια.

Είναι το “καλημέρα μαμά” που δεν ξανακούστηκε ποτέ τα τελευταία 8 χρόνια.

Και εκείνη ακούει ότι ο δολοφόνος μπορεί κάποτε να βγει με άδεια.

Όχι ελεύθερος οριστικά.

Όχι αθώος.

Όχι χωρίς υπό όρους.

Αλλά βγαίνει. Περπατάει.

Βλέπει ήλιο.

Πίνει καφέ.

Ακουμπάει κινητό.

Ακούει μουσική.

Μπορεί να δει τη μάνα του.

Μπορεί να αγκαλιάσει τους δικούς του.

Μπορεί να κοιμηθεί σε κρεβάτι που δεν είναι κελί.

Το θύμα δεν έχει άδεια από τον θάνατο.

Αυτό είναι που δεν αντέχεται.

Δεν είναι ότι ο πολιτισμένος άνθρωπος θέλει βασανιστήρια.

Δεν είναι ότι κάθε οικογένεια θύματος διψάει για αίμα.

Δεν είναι ότι η κοινωνία πρέπει να γυρίσει στον Μεσαίωνα ή την αυτοδικία.

Είναι ότι ένα σύστημα που μιλά συνεχώς για τα δικαιώματα του δράστη και πολύ λιγότερο για τη μόνιμη καταδίκη του θύματος χάνει την ηθική του ισορροπία.

Η οικογένεια του δράστη έχει δικαίωμα να πονάει.

Κανείς δεν γεννά παιδί για να γίνει δολοφόνος.

Κανένας πατέρας, καμία μάνα δεν θέλει να βλέπει το παιδί της με χειροπέδες.

Αλλά υπάρχουν στιγμές που η απουσία ενσυναίσθησης γίνεται προσβολή για τη μνήμη του νεκρού.

Όταν η οικογένεια του δράστη μιλά μόνο για “το παιδί μας”, αλλά ποτέ για το παιδί που θάφτηκε.

Όταν λέει “ήταν μια κακή στιγμή”, ενώ για την άλλη οικογένεια αυτή η στιγμή έγινε αιωνιότητα.

Όταν ψάχνει δικαιολογίες, παρέες, ουσίες, οργή, κοινωνία, κακή ώρα, αλλά δεν βρίσκει ποτέ το θάρρος να πει: “Λυπάμαι πραγματικά, σας καταστρέψαμε”. Υπάρχουν γονείς δραστών που σκύβουν το κεφάλι.

Που πονάνε διπλά.

Που ζητούν συγγνώμη χωρίς να ζητούν άφεση.

Αυτοί καταλαβαίνουν ότι το παιδί τους ζει και άρα υπάρχει ακόμα χρόνος για μετάνοια.

Το παιδί του άλλου δεν έχει χρόνο.

Υπάρχουν όμως και άλλοι.

Αυτοί που εμφανίζονται με ύφος θιγμένο.

Αυτοί που μιλούν για αδικία επειδή “το παιδί τους είναι καλό παιδί”. Αυτοί που ψάχνουν να μικρύνουν τον νεκρό για να ελαφρύνουν τον ζωντανό.

Αυτοί που ξεχνούν ότι η σιωπή μπροστά σε έναν τάφο είναι το ελάχιστο που οφείλεις.

Στις δολοφονίες νέων ανθρώπων, η αδικία γίνεται ακόμα πιο άγρια.

Ένας νέος δεν πεθαίνει μόνος.

Παίρνει μαζί του όλο το μέλλον που δεν πρόλαβε.

Τις σπουδές.

Την αγάπη.

Τα παιδιά που ίσως θα έκανε.

Τη δουλειά που θα έβρισκε.

Τα λάθη που είχε δικαίωμα να κάνει.

Τις χαρές που δεν έζησε. Τις Κυριακές με τους γονείς του.

Τα αστεία με τους φίλους του.

Το γήρας που δεν θα έρθει ποτέ.

Όταν δολοφονείται ένας νέος, δεν αφαιρείται μόνο μια ζωή.

Αφαιρούνται δεκαετίες.

Και όμως, το ποινικό σύστημα μετρά χρόνια φυλακής.

Όχι χρόνια ζωής που χάθηκαν.

Αυτό είναι το βαθύτερο ρήγμα.

Ο δράστης μετρά πόσο θα εκτίσει.

Η οικογένεια του θύματος μετρά με αβάσταχτη θλίψη πόσο της λείπει ο νεκρός.

Και η απάντηση είναι: για πάντα.

Στην ανήλικη παραβατικότητα, η πληγή γίνεται ακόμα πιο δύσκολη.

Όταν ο δράστης είναι ανήλικος, ο νόμος δεν τον αντιμετωπίζει όπως έναν ενήλικο.

Για πολύ μικρές ηλικίες δεν υπάρχει ποινικός καταλογισμός με την έννοια που φαντάζεται ο κόσμος.

Για ανηλίκους άνω των δεκαπέντε ετών μπορούν να επιβληθούν μέτρα και, σε σοβαρές περιπτώσεις, περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.

Η λογική είναι ότι το παιδί δράστης μπορεί να σωθεί, να αναμορφωθεί, να μη χαθεί οριστικά.

Αλλά τι λέμε στον πατέρα του παιδιού θύματος; “Το δικό σας παιδί χάθηκε οριστικά, αλλά το παιδί που το σκότωσε πρέπει να έχει μέλλον”. Αν το πεις ψυχρά, είναι νομικό δόγμα.

Αν το ακούσεις ως γονιός, είναι μαχαιριά.

Η κοινωνία οφείλει να ξεχωρίζει τον ανήλικο από τον ενήλικο. Ναι.

Ο ανήλικος έχει ανωριμότητα. Ναι.

Μπορεί να παρασύρθηκε. Ναι.

Μπορεί να προέρχεται από διαλυμένο σπίτι, βία, εγκατάλειψη, συμμορίες, οθόνες, ουσίες, μια κοινωνία που δεν τον είδε ποτέ πριν τον δει ως κατηγορούμενο.

Αλλά η ανηλικότητα του δράστη δεν ακυρώνει τον θάνατο του θύματος.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι που πολλοί φοβούνται να πουν: όταν η κοινωνία αποτυγχάνει να μεγαλώσει παιδιά με όρια, δεν έχει δικαίωμα μετά να ζητά από τους γονείς των θυμάτων να δείξουν κατανόηση.

Δεν είναι δουλειά της μάνας του νεκρού να δείχνει κατανόηση πάνω από το φέρετρο του παιδιού της.

Αυτή πονάει και θέλει το παιδί της.

Κάποιος θα πει ότι, για να μιλήσουμε πραγματικά για σωφρονισμό, πρέπει να δούμε και τον δράστη ως άνθρωπο.

Όχι μόνο ως ποινή.

Όχι μόνο ως απειλή.

Όχι μόνο ως το πρόσωπο που κατέστρεψε μια οικογένεια.

Είναι σωστό.

Ο δράστης είναι άνθρωπος.

Και ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος, είχε επιλογή.

Η δολοφονία δεν είναι φυσικό φαινόμενο.

Δεν είναι σεισμός.

Δεν είναι κεραυνός.

Δεν είναι αρρώστια.

Είναι ένας άνθρωπος που στάθηκε μπροστά σε έναν άλλον άνθρωπο και του αφαίρεσε το δικαίωμα να ζήσει.

Αν υπάρχει αληθινή μεταμέλεια, κανείς δεν έχει δικαίωμα να την περιφρονεί.

Υπάρχουν δράστες που κάποια στιγμή συντρίβονται πραγματικά από αυτό που έκαναν.

Που δεν ψάχνουν δικαιολογίες.

Που δεν παριστάνουν τα θύματα.

Που δεν μιλούν για “κακιά στιγμή” όταν απέναντί τους υπάρχει ένας τάφος.

Που καταλαβαίνουν ότι το “συγγνώμη” τους δεν απαιτείται να γίνει δεκτό, γιατί η συγγνώμη δεν είναι συναλλαγή.

Είναι βάρος.

Αλλά ας μη λέμε ψέματα.

Αυτή η καθαρή, βαθιά, ανυπόκριτη μεταμέλεια δεν είναι ο κανόνας που βλέπουν οι οικογένειες των θυμάτων.

Πολύ συχνότερα βλέπουν υπεκφυγές, νομικές γραμμές άμυνας, προσπάθεια μείωσης της ευθύνης, οικογένειες δραστών που μιλούν μόνο για το δικό τους παιδί, ανθρώπους που ζητούν δεύτερη ευκαιρία χωρίς να έχουν κοιτάξει ποτέ πραγματικά την πρώτη ευκαιρία που στέρησαν από το θύμα.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ανισορροπία.

Το κράτος βλέπει τον δράστη.

Του δίνει δικηγόρο αν δεν έχει.

Του δίνει διαδικασία.

Του δίνει δικαιώματα.

Του δίνει έφεση.

Του δίνει δυνατότητα ελαφρυντικών.

Του δίνει δυνατότητα άδειας.

Του δίνει δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης.

Του δίνει τη λέξη “επανένταξη”. Το θύμα τι παίρνει; Έναν τάφο; Και η οικογένεια του θύματος παίρνει ημερομηνίες δικασίμων, αναβολές, αποφάσεις, εφέσεις, αιτήσεις, συμβούλια, ειδοποιήσεις, δημοσιεύματα, και την υποχρέωση να μάθει μια γλώσσα που δεν ήθελε ποτέ να μάθει.

Ναι, λοιπόν.

Ο δράστης είναι άνθρωπος.

Αλλά το άρθρο αυτό δεν γράφεται για να του αφαιρέσει την ανθρώπινη ιδιότητα.

Γράφεται γιατί το σύστημα πολλές φορές θυμάται τη δική του ανθρώπινη ιδιότητα πιο γρήγορα από όσο θυμάται την ανθρώπινη απουσία που άφησε πίσω του.

Δεν είναι αδικία να σταθεί κανείς δίπλα στη μάνα.

Δεν είναι εκδίκηση να πει ότι η ζωή του θύματος αξίζει περισσότερο από την άνεση της επανένταξης του δολοφόνου.

Δεν είναι βαρβαρότητα να ζητάς η μεταμέλεια να αποδεικνύεται και όχι να τεκμαίρεται.

Και δεν είναι μίσος να αρνείσαι να κάνεις τον πόνο της οικογένειας υποσημείωση στο βιογραφικό του δράστη. Η Ευρώπη έχει πάρει καθαρή θέση κατά της θανατικής ποινής. Το Πρωτόκολλο 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταργεί τη θανατική ποινή σε όλες τις περιστάσεις. Το Συμβούλιο της Ευρώπης το παρουσιάζει ως κατάργηση ακόμα και σε καιρό πολέμου ή άμεσης απειλής πολέμου.

Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι ακόμα και η ισόβια ποινή πρέπει να είναι “μειώσιμη”, δηλαδή να υπάρχει προοπτική επανεξέτασης και πιθανότητα αποφυλάκισης.

Μια ισόβια ποινή χωρίς καμία πραγματική προοπτική επανεξέτασης θεωρείται αντίθετη με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, που απαγορεύει την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

Εδώ βρίσκεται η φιλοσοφία της Ευρώπης.

Κανένας άνθρωπος, λέει η Ευρώπη, δεν πρέπει να θεωρείται απόλυτα χαμένος.

Ακόμα και ο δολοφόνος πρέπει να έχει μια θεωρητική πόρτα επιστροφής.

Το ερώτημα είναι άλλο.

Πού είναι η πόρτα επιστροφής για το θύμα; Δεν υπάρχει. Η Ευρώπη φοβάται να καταδικάσει τον δράστη σε απόλυτη απελπισία.

Αλλά το θύμα καταδικάστηκε χωρίς δίκη σε απόλυτη σιωπή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα είναι άλλη.

Η θανατική ποινή υπάρχει ακόμα σε 27 πολιτείες, καθώς και σε ομοσπονδιακό και στρατιωτικό επίπεδο.

Υπάρχουν επίσης ισόβια χωρίς δυνατότητα αναστολής σε πολλές περιπτώσεις και σχεδόν 200.000 άνθρωποι εκτίουν ισόβιες ή πολύ μακρές ποινές, σύμφωνα με την καταγραφή του Sentencing Project για το 2024.

Αλλά ούτε η Αμερική είναι παράδεισος δικαιοσύνης.

Εκεί υπάρχουν άλλα σκοτάδια.

Υπερβολικές ποινές, ταξικές ανισότητες, φυλετικές ανισότητες, λανθασμένες καταδίκες, άνθρωποι που βγήκαν αθώοι μετά από χρόνια στην πτέρυγα των μελλοθανάτων. Το Death Penalty Information Center καταγράφει τουλάχιστον 202 αθωώσεις ανθρώπων που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο στις ΗΠΑ από το 1973.

Άρα η σύγκριση δεν είναι απλή. Η Ευρώπη λέει: δεν σκοτώνει το κράτος, δεν θάβει τον άνθρωπο για πάντα, αφήνει πόρτα επανόδου. Η Αμερική σε πολλές πολιτείες λέει: για κάποια εγκλήματα, δεν υπάρχει επιστροφή.

Και τα δύο συστήματα έχουν το δικό τους ηθικό βάρος.

Το ένα κινδυνεύει να μοιάζει αδύναμο μπροστά στο θύμα.

Το άλλο κινδυνεύει να γίνει αδυσώπητο και να σκοτώσει ακόμα και όταν έκανε λάθος.

Στα κράτη όπου εφαρμόζονται μορφές σαρία, η εικόνα είναι επίσης πολύ διαφορετική και δεν πρέπει να την εξιδανικεύουμε.

Σε ορισμένα συστήματα υπάρχει η έννοια του qisas, δηλαδή της ανταπόδοσης για ανθρωποκτονία, όπου η οικογένεια του θύματος μπορεί να ζητήσει την εκτέλεση, να συγχωρήσει ή να δεχθεί οικονομική αποζημίωση, τη λεγόμενη diyya.

Αυτό για έναν γονιό θύματος ακούγεται στην αρχή σαν αναγνώριση: επιτέλους, η οικογένεια του νεκρού έχει λόγο.

Αλλά και εκεί υπάρχουν τεράστια προβλήματα.

Δίκαιη δίκη, ανισότητα πλούσιων και φτωχών, πίεση στις οικογένειες, διακρίσεις, ομολογίες, βασανιστήρια, αδιαφάνεια. Η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε εκρηκτική αύξηση των εκτελέσεων το 2025, με το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία να βρίσκονται ανάμεσα στους βασικούς οδηγούς αυτής της αύξησης. Η Σαουδική Αραβία έφτασε τουλάχιστον τις 356 εκτελέσεις το 2025, σύμφωνα με το Human Rights Watch.

Άρα ας μη λέμε ψέματα.

Η λύση δεν είναι να ζηλέψουμε την κρεμάλα, το εκτελεστικό απόσπασμα, το σπαθί.

Η λύση είναι να σταματήσει η Ευρώπη να μιλά για δικαιοσύνη με υποκρισία σαν να υπάρχει μόνο ο δράστης που τα δικαιώματά του πρέπει να προστατευτούν.

Η κατάργηση της θανατικής ποινής ήταν πολιτισμική κατάκτηση.

Το κράτος δεν πρέπει να σκοτώνει.

Το κράτος πρέπει να είναι ανώτερο από τον δολοφόνο.

Αλλά αν το κράτος δεν σκοτώνει, τότε οφείλει να κάνει κάτι άλλο: να κρατά πραγματικά, να προστατεύει πραγματικά, να αποζημιώνει πραγματικά, να σέβεται πραγματικά τη μνήμη του θύματος.

Και να σωφρονίζει πραγματικά.

Δεν μπορεί η απάντηση στην κατάργηση της θανατικής ποινής να είναι μια ποινή που ακούγεται μεγάλη και αυστηρή στην αρχή και στο τέλος εκτίεται μικρή.

Δεν μπορεί η απάντηση στον θάνατο ενός παιδιού να είναι ένα σύστημα που ενδιαφέρεται περισσότερο για το πότε θα επανενταχθεί ο δολοφόνος στην κοινωνία παρά για το πώς θα σταθεί ψυχικά όρθια η μάνα του νεκρού.

Δεν μπορεί να λέγεται σωφρονιστικό ένα σύστημα που δεν σωφρονίζει.

Γιατί τι σημαίνει σωφρονισμός; Σημαίνει ότι ο δράστης καταλαβαίνει.

Ότι συντρίβεται μέσα του όχι από τον φόβο της ποινής, αλλά από το βάρος της πράξης.

Ότι δεν βλέπει τον εαυτό του ως άτυχο που πιάστηκε, αλλά ως άνθρωπο που στέρησε από άλλους το πιο ιερό πράγμα.

Ότι μπορεί να κοιτάξει, έστω μέσα του, τη μάνα του θύματος και να μην ψάχνει δικαιολογίες.

Αν αυτό δεν γίνεται, τότε δεν έχουμε σωφρονισμό.

Έχουμε αποθήκευση ανθρώπων για κάποια χρόνια στιβαγμένους σε λίγα τετραγωνικά και μετά επιστροφή τους με χαρτιά καλής συμπεριφοράς.

Η καλή συμπεριφορά στη φυλακή δεν αποδεικνύει πάντα μετάνοια.

Μπορεί να αποδεικνύει προσαρμογή.

Μπορεί να αποδεικνύει υπομονή.

Μπορεί να αποδεικνύει ότι κάποιος έμαθε τους κανόνες του ιδρύματος.

Η πραγματική μετάνοια φαίνεται αλλού: στην ανάληψη ευθύνης, στην απουσία θυματοποίησης του εαυτού του, στον σεβασμό προς τους ανθρώπους που κατέστρεψε, στην αποδοχή ότι δεν δικαιούται να ζητά λήθη από αυτούς που καταδίκασε να θυμούνται.

Από τα πιο εξωφρενικά που έχει θεσπίσει η Ε.Ε. για το σεβασμό του GDPR είναι το δικαίωμα στη λήθη.

Με αίτησή του ένας δολοφόνος μετά την αποφυλάκισή του μπορεί να ζητήσει από τις μηχανές αναζήτησης (που υποχρεούνται να το κάνουν) να αφαιρούν συνδέσμους από τα αποτελέσματά τους (στην Ευρώπη), προκειμένου να προστατευθεί η προσωπική του ζωή και να βοηθηθεί η ομαλή επανένταξή του στην κοινωνία, δεκαεπτά χρόνια μετά την αποφυλάκισή του.

Για παράδειγμα το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερμανίας δικαίωσε πρώην κατάδικο για διπλή δολοφονία του 1982.

Έκρινε ότι οι μηχανές αναζήτησης υποχρεούνται να αφαιρούν συνδέσμους από τα αποτελέσματά τους (στην Ευρώπη) με την αναφορά στο όνομά του και τη δολοφονία.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί το πιο δύσκολο.

Οι οικογένειες των θυμάτων δεν ζητούν όλες το ίδιο.

Άλλες θέλουν τη μέγιστη ποινή.

Άλλες θέλουν να μην ξαναδούν ποτέ τον δράστη.

Άλλες θέλουν μια συγγνώμη που δεν ήρθε.

Άλλες δεν θέλουν τίποτα, γιατί τίποτα δεν αρκεί.

Άλλες βρίσκουν κάποτε έναν τρόπο να συγχωρήσουν.

Άλλες όχι.

Κανείς δεν έχει δικαίωμα να τις διδάξει πώς να πενθούν.

Κανείς δεν έχει δικαίωμα να πει σε μια μάνα “πρέπει να προχωρήσεις”. Προχωράς όταν έχεις δρόμο.

Εκείνη έχει μνήμα μπροστά της και μια ζωή που έγινε ξαφνικά ρημάδι και που προσπαθεί να την ξαναχτίσει κομμάτι-κομμάτι.

Η κοινωνία όμως έχει υποχρέωση να κάνει κάτι ελάχιστο: να μη μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε δεύτερη προσβολή.

Αν το ισόβια δεν είναι για πάντα, να το λέμε καθαρά από την αρχή.

Αν ο δράστης μπορεί να πάρει άδεια μετά από κάποια χρόνια, να το ξέρει η οικογένεια χωρίς να το μαθαίνει σαν χαστούκι όταν βλέπει τον δολοφόνο μπροστά της.

Αν η υφ’ όρον απόλυση είναι δικαίωμα υπό προϋποθέσεις, να υπάρχει και πραγματική συμμετοχή της φωνής των θυμάτων στην απόφαση.

Αν το σύστημα μιλά για επανένταξη, να μιλά και για ισόβια στήριξη των οικογενειών.

Δεν μπορεί να είναι δίπλα στον δολοφόνο και στην οικογένειά του μόνο.

Ψυχολογική υποστήριξη.

Οικονομική βοήθεια όπου χρειάζεται.

Νομική ενημέρωση.

Δικαίωμα αξιοπρεπούς παρουσίας στη διαδικασία.

Ενημέρωση πριν από άδειες και αποφυλακίσεις.

Προστασία από εκφοβισμό.

Σεβασμός στη μνήμη του νεκρού.

Αν θέλουμε πολιτισμό, ας τον δείξουμε πρώτα στους ανθρώπους που έμειναν πίσω.

Γιατί σήμερα, πάρα πολλές φορές, το κράτος στέκεται μπροστά στον δράστη και του λέει: έχεις δικαιώματα, έχεις μέλλον, έχεις δεύτερη ευκαιρία.

Και στέκεται μπροστά στη μάνα του θύματος και της λέει: κάνε κουράγιο.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Είναι διοικητική διαχείριση του πόνου.

Και ο πόνος δεν διαχειρίζεται έτσι.

Μια κοινωνία κρίνεται από το πώς φέρεται στους αδύναμους.

Αλλά ο αδύναμος μετά από μια δολοφονία δεν είναι μόνο ο κρατούμενος.

Είναι και ο πατέρας που σταμάτησε να κοιμάται.

Είναι και η μάνα που κρατάει ακόμα τα ρούχα του παιδιού.

Είναι και ο αδελφός που μεγάλωσε απότομα.

Είναι και ο φίλος που ήταν μπροστά και δεν ξαναέγινε ο ίδιος.

Είναι και η γειτονιά που έχασε την αθωότητά της.

Αν δεν τους βλέπει το σύστημα, τότε δεν είναι σύστημα δικαιοσύνης.

Είναι σύστημα ποινών.

Και υπάρχει μεγάλη διαφορά.

Η ποινή μετριέται σε χρόνια.

Η δικαιοσύνη μετριέται στην αίσθηση ότι το κράτος κατάλαβε τι χάθηκε.

Στις δολοφονίες νέων ανθρώπων, αυτό που χάνεται δεν χωράει σε χρόνια κάθειρξης.

Δεν χωράει σε άρθρα.

Δεν χωράει σε ελαφρυντικά.

Δεν χωράει σε άδειες και συμβούλια.

Χάνεται ένα μέλλον.

Και όταν χάνεται ένα μέλλον, η κοινωνία δεν έχει δικαίωμα να βιάζεται να φτιάξει το μέλλον του δολοφόνου, πριν σταθεί γονατιστή μπροστά στο μέλλον που εκείνος έσβησε.

Αυτό ζητούν οι οικογένειες.

Όχι εκδίκηση. Μνήμη.

Όχι αγριότητα. Αλήθεια.

Όχι θέατρο αυστηρότητας στην πρώτη απόφαση και χαλάρωση στα χρόνια που ακολουθούν.

Πραγματική δικαίωση.

Και πραγματική δικαίωση σημαίνει ότι όταν το κράτος λέει “ισόβια”, ο πολίτης ξέρει τι εννοεί.

Όταν λέει “κάθειρξη”, ξέρει πόσο εκτίεται.

Όταν λέει “άδεια”, η οικογένεια δεν το μαθαίνει σαν προσβολή.

Όταν λέει “σωφρονισμός”, μπορεί να δείξει τι σωφρονίστηκε.

Και όταν λέει “θύμα”, δεν εννοεί μόνο έναν φάκελο που έκλεισε.

Εννοεί έναν άνθρωπο που χάθηκε.

Και τους ανθρώπους που καταδικάστηκαν να ζουν με αυτή την απουσία. ΥΓ. Το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο σε όσα παιδιά δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Στην Άννυ, που δεν πρόλαβε ούτε να μεγαλώσει. Στον Αλέξη, που έμεινε για πάντα δεκαπέντε χρονών. Στη Νικολέτα και στην Ειρήνη, που χάθηκαν πριν προλάβουν να γίνουν γυναίκες. Στον Άλκη, που η τελευταία του φράση έγινε πληγή σε μια ολόκληρη χώρα. Στον Κλεομένη, που κάποτε κρατούσε πανό για τον Άλκη και έλεγε “να είσαι ο τελευταίος”. Στην Ελένη, στην Καρολάιν, στη Γαρυφαλλιά. Στον Γιάννη και σε κάθε νέο άνθρωπο που έφυγε από χέρι ανθρώπου, από μίσος, από βία, από κτητικότητα, από οπαδική τρέλα, από μαχαίρι, από σφαίρα, από την αλαζονεία εκείνων που νόμισαν πως η ζωή του άλλου τους ανήκει.

Και είναι αφιερωμένο στους γονείς τους.

Στους πατέρες που δεν έμαθαν ποτέ να κλαίνε μπροστά στους άλλους, αλλά λύγισαν μπροστά σε μια φωτογραφία.

Στις μάνες που έπλυναν ρούχα που δεν θα ξαναφορεθούν, κράτησαν δωμάτια όπως ήταν αφημένα, φύλαξαν μηνύματα στα κινητά, άκουσαν ξανά και ξανά μια τελευταία φωνή σε ένα βίντεο, και συνέχισαν να αναπνέουν μόνο επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή.

Σε όλους εκείνους που δεν ζητούν εκδίκηση.

Ζητούν να μη γελάει το σύστημα με τον πόνο τους.

Ζητούν όταν το κράτος λέει “δικαιοσύνη”, να εννοεί πρώτα το θύμα.

Γιατί ο δράστης μπορεί κάποτε να ζητήσει δεύτερη ευκαιρία. Το παιδί τους δεν πήρε ούτε την πρώτη.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences