[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΤΟ LAWFARE ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ (ΟΒΙΔΙΑΚΕΣ ΕΝΑΝΤΙ ΚΑΦΚΙΚΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ) Συχνά ακούμε ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι ανίσχυρο, ότι οι μεγάλες...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΤΟ LAWFARE ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ (ΟΒΙΔΙΑΚΕΣ ΕΝΑΝΤΙ ΚΑΦΚΙΚΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ) Συχνά ακούμε ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι ανίσχυρο, ότι οι μεγάλες δυνάμεις το επικαλούνται όταν τις εξυπηρετεί και το παραβιάζουν όταν συγκρούεται με τα συμφέροντά τους και ότι, τελικά, η ισχύς αποτελεί τον μοναδικό πραγματικό ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων.

Η ιστορική εμπειρία, όμως, αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτρέπει πάντοτε τις συγκρούσεις ούτε λειτουργεί ως ένας αυτόματος μηχανισμός επίλυσης των διεθνών διαφορών.

Διατηρεί, όμως, έναν σταθερό πυρήνα θεμελιωδών αρχών, θεσμών και διαδικασιών, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζεται στις νέες κοινωνικές, πολιτικές και τεχνολογικές πραγματικότητες.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποδοθεί συμβολικά μέσα από δύο διαφορετικές λογοτεχνικές αναφορές περί «Μεταμορφώσεων». Ο Οβίδιος υπενθυμίζει ότι οι μορφές έκφρασης και εφαρμογής των κανόνων μετασχηματίζονται διαρκώς μέσα στον χρόνο. Ο Κάφκα, αντίθετα, αναδεικνύει τη διαρκή παρουσία και τη δεσμευτικότητα του Νόμου, ακόμη και όταν η ερμηνεία και η εφαρμογή του αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις δεν είναι αντιθετικές· αποτυπώνουν τις δύο όψεις της εξέλιξης κάθε νομικού συστήματος, εθνικού ή διεθνούς.

Η πρόσφατη κρίση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου η στρατιωτική ισχύς δημιούργησε τα τετελεσμένα και διαμόρφωσε τους όρους της πίεσης για την νομιμοποίηση μία συμφωνίας.

Όταν οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν στη διαπραγμάτευση, το επίκεντρο μετατοπίστηκε αμέσως στις προβλέψεις της UNCLOS, στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας, στο καθεστώς του transit passage και στις διαδικασίες διεθνούς συνεργασίας.

Η συζήτηση δεν αφορούσε πλέον μόνο το ποιος είναι ισχυρότερος, αλλά ποια λύση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα, τις αγορές, τη ναυτιλία και τους περιφερειακούς δρώντες.

Παρόμοια εικόνα συναντούμε και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας.

Παρά τη στρατιωτική σύγκρουση και την αμφισβήτηση της εδαφικής ακεραιότητας, κάθε συζήτηση για την ειρήνη επιστρέφει αναγκαστικά στις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, στην κυριαρχία, στη μη αναγνώριση εδαφικών κατακτήσεων και στις εγγυήσεις ασφαλείας.

Ακόμη και η συμφωνία για τα ουκρανικά σιτηρά στη Μαύρη Θάλασσα βασίσθηκε σε διεθνώς αποδεκτές νομικές έννοιες, όπως οι ασφαλείς θαλάσσιοι διάδρομοι, οι διεθνείς επιθεωρήσεις και οι εγγυήσεις τρίτων οργανισμών και κρατών.

Η περίπτωση Ισραήλ–Χαμάς και των επιχειρήσεων στον Λίβανο αναδεικνύει μια διαφορετική πτυχή του προβλήματος. Το Ισραήλ επικαλείται το δικαίωμα αυτοάμυνας και την ανάγκη εξουδετέρωσης τρομοκρατικών οργανώσεων. Οι Παλαιστίνιοι και πολλά κράτη επικαλούνται το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, την αρχή της αναλογικότητας, την προστασία των αμάχων και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Παράλληλα, διεθνείς δικαστικοί και θεσμικοί μηχανισμοί ενεργοποιούνται ως μέσα πολιτικής και νομικής πίεσης.

Εδώ δεν υπάρχει ένα κοινά αποδεκτό σημείο ισορροπίας (equilibrium), αλλά μια συνεχιζόμενη αντιπαράθεση ερμηνειών μέσα στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η έννοια του «lawfare», δηλαδή της στρατηγικής αξιοποίησης νομικών επιχειρημάτων, θεσμών και διαδικασιών για την υποστήριξη πολιτικών ή γεωπολιτικών στόχων.

Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του διεθνούς δικαίου.

Αντίστοιχες πρακτικές παρατηρούνται και στα εθνικά έννομα συστήματα, όπου διαφορετικοί πολιτικοί και κοινωνικοί δρώντες επικαλούνται επιλεκτικά κανόνες και θεσμούς προς υποστήριξη των θέσεών τους.

Η ύπαρξη του «lawfare», ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι κάθε εφαρμογή ή επίκληση του δικαίου είναι εργαλειακή ή προσχηματική.

Αντίθετα, αναδεικνύει τη σημασία του ίδιου του δικαίου ως κοινού πεδίου αναφοράς, χωρίς το οποίο η νομιμοποίηση των ενεργειών των κρατών θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής.

Οι μεγάλες θεωρητικές σχολές των διεθνών σχέσεων φωτίζουν διαφορετικές πτυχές αυτής της πραγματικότητας. 1) Οι ρεαλιστές, από τον Morgenthau και τον Waltz έως τον Mearsheimer, υποστηρίζουν ότι το διεθνές δίκαιο λειτουργεί εντός των ορίων που θέτουν οι ισορροπίες ισχύος και τα ζωτικά συμφέροντα των κρατών.

Η ισχύς προηγείται της νομιμότητας, χωρίς όμως να την καθιστά αδιάφορη. 2) Οι φιλελεύθεροι θεσμιστές, όπως οι Keohane, Nye και Franck, θεωρούν ότι οι διεθνείς θεσμοί και οι κανόνες μειώνουν την αβεβαιότητα, ενισχύουν τη συνεργασία και δημιουργούν ένα κεφάλαιο νομιμοποίησης, το οποίο αποτελεί και αυτό μορφή ισχύος. 3) Οι κονστρουκτιβιστές, με εκπροσώπους τον Wendt και τη Finnemore, υπογραμμίζουν ότι οι έννοιες της κυριαρχίας, των δικαιωμάτων και της νομιμότητας εξελίσσονται μέσα από τη διεθνή κοινωνική αλληλεπίδραση.

Οι κανόνες δεν περιορίζουν απλώς τα κράτη, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση των ίδιων των ταυτοτήτων και των συμφερόντων τους. 4) Η κριτική σχολή, και ιδιαίτερα ο Martti Koskenniemi, επισημαίνει ότι το διεθνές δίκαιο κινείται διαρκώς ανάμεσα στην πολιτική πραγματικότητα και στις καθολικές αξίες, αποτελώντας έναν χώρο συνεχούς ερμηνευτικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης. 5) Από την άλλη πλευρά, οι περισσότεροι διεθνολόγοι και οι διεθνείς δικαστές θα υπενθύμιζαν ότι υπάρχουν θεμελιώδεις αρχές, κανόνες jus cogens και υποχρεώσεις erga omnes, οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν απλώς σε προϊόντα συσχετισμών ισχύος.

Ο πυρήνας του διεθνούς δικαίου παραμένει σχετικά σταθερός και αποτελεί τη βάση της διεθνούς νομιμότητας και της θεσμικής συνέχειας. 6) Η θεωρία παιγνίων προσφέρει μια συμπληρωματική ερμηνεία.

Τα κράτη δεν ανταγωνίζονται μόνο με στρατιωτικά, οικονομικά ή διπλωματικά μέσα, αλλά και στο επίπεδο της ερμηνείας των ίδιων των κανόνων.

Το lawfare μπορεί να θεωρηθεί ένα μετα-παίγνιο, όπου οι δρώντες επιδιώκουν όχι μόνο να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, αλλά και να διαμορφώσουν το πλαίσιο νομιμοποίησής του. 7) Τα βιώσιμα σημεία ισορροπίας (equilibria) δεν είναι κατ’ ανάγκην τα ισχυρότερα ούτε τα δικαιότερα.

Είναι εκείνα που κατορθώνουν να αποκτήσουν επαρκή διεθνή αποδοχή και νομιμοποίηση από τρίτους δρώντες, οργανισμούς και κοινωνίες.

Το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς, μειώνοντας την αβεβαιότητα και διευκολύνοντας τη διαχείριση των συγκρούσεων, χωρίς να εξαλείφει τις διαφορετικές ερμηνείες και επιδιώξεις. ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ Αν και συχνά πολλοί αντιλαμβάνονται το Διεθνές Δίκαιο ως ένα άκαμπτο σύστημα κανόνων που είτε εφαρμόζεται είτε καταρρέει, εν τούτοις δεν είναι ούτε ένα απολύτως αμετάβλητο οικοδόμημα ούτε ένα πλήρως ρευστό προϊόν των εκάστοτε συσχετισμών ισχύος.

Στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μια διαρκής διαδικασία νομιμοποίησης και εξισορρόπησης. 1) Κανονιστική Σταθερότητα (Ο Πυρήνας): Οι θεμελιώδεις αρχές του διατηρούν έναν σχετικά σταθερό και διαχρονικό πυρήνα.

Αυτός ο σκληρός πυρήνας εξασφαλίζει τη βασική προβλεψιμότητα και τη συστημική σταθερότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. 2) Η «Έλξη» της Νομιμοποίησης και τα Κοινά Όρια: Ακόμα και τα ισχυρότερα κράτη δεν μπορούν να κυβερνούν μακροπρόθεσμα μόνο με την ωμή βία, καθώς έχουν ανάγκη από διεθνή ερείσματα, συμμαχίες και αποδοχή.

Όταν «ντύνουν» τις αυθαίρετες ενέργειές τους με νομικό μανδύα ή ερμηνεύουν τους κανόνες κατά το δοκούν, αναγνωρίζουν έμμεσα το δίκαιο ως το κυρίαρχο λεξιλόγιο της παγκόσμιας σκηνής. 3) Δυναμική Εξέλιξη (Η Προσαρμογή): Το διεθνές δίκαιο παρουσιάζει μια οβιδιακή μεταμορφωτική ικανότητα.

Εξελίσσεται και αλλάζει μορφή μέσω νέων συνθηκών, εθιμικών κανόνων και δικαστικών αποφάσεων, προκειμένου να ρυθμίσει σύγχρονες, αναδυόμενες προκλήσεις όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική αλλαγή και ο κυβερνοχώρος. 4) Το Δίκαιο ως Σημείο Ισορροπίας απέναντι στην Ισχύ: Η επιρροή των ισχυρών κρατών είναι υπαρκτή και συχνά δημιουργεί εντάσεις μεταξύ της κανονιστικής συνέπειας και της πολιτικής σκοπιμότητας.

Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη του κανονιστικού πλαισίου θέτει φραγμούς στην απόλυτη ασυδοσία, εμποδίζοντας το σύστημα να διολισθήσει στον «νόμο της ζούγκλας». Ακόμα και οι ισχυροί δρώντες έχουν συμφέρον να διατηρήσουν αυτό το μίνιμουμ σταθερότητας ως ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο ελάχιστης σταθερότητας και αμοιβαίας ασφάλειας.

Όπως επισημαίνεται ευρέως στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου μπορεί να είναι εργαλειακή ή ακόμη και υποκριτική.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η ανάγκη επίκλησής του αποκαλύπτει ότι ακόμη και η ισχύς αναζητεί νομιμοποίηση και διεθνή αποδοχή.

Υπό αυτή την έννοια, η υποκρισία μπορεί να θεωρηθεί το τίμημα που πληρώνει η ισχύς για να αποκτήσει νομιμοφάνεια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences