🔷 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ 🔷 ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΕΔ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ Στην αρχή της συνεδρίασης της Επιτροπής Αναθεώρησης...
🔷 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ 🔷 ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΕΔ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ Στην αρχή της συνεδρίασης της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, ζήτησα από το σώμα να καταδικάσει ομόφωνα την δολοφονική τρομοκρατική επίθεση κατά των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, δηλώνοντας ότι η βία είναι βία από όπου κι αν προέρχεται και όποια μορφή κι αν έχει.
Στη συνέχεια, παρουσίασα τις προτάσεις της πλειοψηφίας για την κατάργηση των πολιτικών εγκλημάτων, την κατάργηση του Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων στο ΑΕΔ και τέλος την ανασυγκρότηση και την αναβάθμιση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου με δυνατότητα άσκησης προληπτικού ελέγχου αντισυνταγματικότητας.
Συγκεκριμένα η τοποθέτηση μου ως εξής: 📍 ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 9η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 97, 99 & 100 Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Άρθρο 97 : ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ Το άρθρο 97 παρ. 1 Σ προβλέπει ότι τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους.
Η εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων ανατέθηκε πρώτη φορά σε ορκωτά δικαστήρια με το Σύνταγμα του 1844 στο άρθρο 93 και έκτοτε η διάταξη επαναλήφθηκε σε όλα τα Συντάγματα που ακολούθησαν.
Μέχρι το Σύνταγμα του 1952 είχε υιοθετηθεί το αμιγές ορκωτό σύστημα, ενώ μετά την κατάργηση του αμιγούς ορκωτού συστήματος η αρμοδιότητα για τα πολιτικά εγκλήματα πέρασε με το Σύνταγμα του 1975 στα μικτά ορκωτά δικαστήρια.
Η διάταξη είχε επηρεαστεί από το άρθρο 69 της γαλλικής Συνταγματικής Χάρτας του 1830, η οποία ανέθετε την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων σε ενόρκους ως ανάχωμα στην αυθαιρεσία του μονάρχη που διόριζε τους δικαστές.
Αν και επανειλημμένα γίνεται επίκληση της διάταξης, ουδέποτε στην ελληνική ιστορία έχει τύχει εφαρμογής.
Αυτό οφείλεται αφενός στην αδυναμία ορισμού της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος και αφετέρου στην απροθυμία να επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε πράξεις βίας.
Η βία είναι βία από όπου κι αν προέρχεται και όποια μορφή κι αν έχει.
Οι τακτικοί ποινικοί δικαστές περιβάλλονται με εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που διασφαλίζουν πλέον την τήρηση του κράτους δικαίου.
Επίσης όπως αναλύσαμε διεξοδικά και κατά τη συζήτηση του άρθρου 47 παρ. 3 & 4 είναι αδιανόητο ακόμα στο Σύνταγμα να γίνεται λόγος για πολιτικό έγκλημα.
Στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών συνταγμάτων ο όρος πολιτικό έγκλημα έχει ήδη εγκαταλειφθεί.
Η μοναδική άλλη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία επιβιώνει η διάταξη για την εκδίκαση πολιτικών εγκλημάτων από ενόρκους από το 1831, είναι το Βέλγιο στο άρθρο 150 του Συντάγματος.
Αναφορά σε πολιτικά εγκλήματα γίνεται επίσης στα Συντάγματα της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πολωνίας σχετικά όμως με την απαγόρευση έκδοσης στο εξωτερικό.
Μάλιστα, στην Ισπανία από την απαγόρευση έκδοσης εξαιρούνται ρητά οι πράξεις τρομοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς που αναφέρθηκαν και στη συζήτηση του άρθρου 47 παρ 3 & 4 του Συντάγματος, η Νέα Δημοκρατία προτείνει την αφαίρεση αυτής της αναχρονιστικής διάταξης του άρθρου 97 που έχει περιπέσει σε αχρησία και δημιουργεί προβλήματα στην ερμηνεία, γι’ αυτό και εισηγείται την κατάργηση της ειδικής πρόβλεψης ως προς την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων από μικτά ορκωτά δικαστήρια.
Άρθρο 99 : ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΩΓΩΝ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ Το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας είναι ένα ειδικό, Ανώτατο Δικαστήριο που προβλέπεται από το Ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 99 και λειτουργεί βάση του νόμου 693/1977.
Ο βασικός του ρόλος είναι να δικάζει τις Αγωγές Κακοδικίας, δηλαδή τις προσφυγές πολιτών κατά δικαστικών λειτουργών, όταν οι τελευταίοι υπέπεσαν σε βαρύ σφάλμα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Κακοδικία υφίσταται, όταν ένας δικαστής, εισαγγελέας ή μέλος του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου προβαίνει σε μια ενέργεια ή παράλειψη από δόλο ή βαριά αμέλεια, η οποία οδηγεί σε παράνομη ή προφανώς άδικη απόφαση, προκαλώντας ζημιά σε κάποιο διάδικο.
Ένα απλό νομικό σφάλμα ή μια διαφορετική ερμηνεία του νόμου από τον δικαστή, δεν αποτελεί κακοδικία.
Απαιτείται χονδροειδές λάθος, αρνησιδικία ή εμφανής μεροληψία. Το Σύνταγμα στο ισχύον άρθρο 99 προβλέπει ειδική μεικτή σύνθεση, ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία και να εξουδετερώνεται η συντεχνιακή λογική που θα μπορούσε να επικρατήσει μεταξύ συναδέλφων δικαστών.
Για να διασφαλιστεί αυτό προβλέπεται 7μελής σύνθεση αποτελούμενη από: - Τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ως Πρόεδρο του δικαστηρίου). - Έναν Σύμβουλο της Επικρατείας. - Έναν Αρεοπαγίτη (δικαστή του Αρείου Πάγου). - Έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. - Δύο τακτικούς καθηγητές νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας. - Έναν δικηγόρο, εκ των μελών του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων.
Αν η αγωγή στρέφεται κατά μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή δικαστών του Αρείου Πάγου, τότε στη σύνθεση και στην προεδρία εναλλάσσονται οι επικεφαλής των αντίστοιχων ανώτατων δικαστηρίων, ώστε να μην δικάζει κάποιος τον άμεσο συνάδελφό του στο ίδιο σώμα.
Επειδή η δικαιοσύνη πρέπει να προστατευτεί από κακόβουλες ή εκδικητικές αγωγές ηττημένων διαδίκων, ο νόμος θέτει πολύ αυστηρά φίλτρα. Προθεσμία: Η αγωγή πρέπει να κατατεθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών από την ημέρα που δημοσιεύτηκε η επίμαχη δικαστική απόφαση.
Παράβολο & Σοβαρότητα: Απαιτείται η καταβολή ειδικού παραβόλου.
Αν η αγωγή απορριφθεί ως προφανώς αβάσιμη, ο ενάγων μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές ποινές ή και καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση.
Αν το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας δεχθεί την αγωγή του πολίτη, ο πολίτης δικαιούται χρηματική αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη.
Την αποζημίωση αυτή την πληρώνει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο στη συνέχεια μπορεί να στραφεί κατά του δικαστή για να εισπράξει τα χρήματα.
Η απόφαση αποτελεί αυτόματα έναυσμα για την πειθαρχική δίωξη και πιθανή παύση ή υποβιβασμό του δικαστή.
Η απόφαση του Δικαστηρίου Κακοδικίας δεν ακυρώνει αυτόματα την αρχική λανθασμένη δικαστική απόφαση.
Για την ακύρωση εκείνης της απόφασης πρέπει να ακολουθηθούν τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα π.χ. έφεση, αναίρεση, αναψηλάφηση.
Στην πράξη, οι αγωγές κακοδικίας που γίνονται δεκτές στην Ελλάδα είναι ελάχιστες έως σπάνιες.
Οι επικριτές του συστήματος υποστηρίζουν ότι το 6μηνο της προθεσμίας είναι πολύ σύντομο και ότι οι προϋποθέσεις είναι τόσο αυστηρές που καθιστούν το δικαστήριο σχεδόν «ανενεργό», λειτουργώντας περισσότερο ως ασπίδα προστασίας των δικαστών παρά ως μέσο δικαίωσης των πολιτών.
Οι υποστηρικτές, αντίθετα, λένε ότι αν το πλαίσιο ήταν πιο χαλαρό, οι δικαστές θα δίσταζαν να βγάλουν αποφάσεις, φοβούμενοι συνεχείς δικαστικές διώξεις από τους χαμένους κάθε δίκης. Το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας δεν συνεδριάζει μόνιμα, αλλά συγκαλείται όταν υπάρχουν υποθέσεις.
Ο αριθμός των αγωγών που κατατίθενται ετησίως είναι συνήθως μονοψήφιος ή χαμηλός διψήφιος π.χ. από 5 έως 20 υποθέσεις τον χρόνο.
Για παράδειγμα, αν κοιτάξει κανείς τα εκθέματα του δικαστηρίου, θα δει αποφάσεις με αρίθμηση όπως «Απόφαση 5/2022» ή «Απόφαση 11/2025», που προδίδουν τον πολύ μικρό όγκο των υποθέσεων που φτάνουν σε τελική κρίση.
Το ποσοστό των αγωγών που γίνονται δεκτές (δηλαδή να καταδικαστεί το Δημόσιο και να κριθεί ότι ο δικαστής έκανε βαριά κακοδικία) είναι σχεδόν μηδενικό.
Στην πλειονότητά τους, οι αγωγές αυτές απορρίπτονται ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης.
Ή απορρίπτονται ως αβάσιμες, καθώς το δικαστήριο κρίνει ότι η συμπεριφορά του δικαστή αποτελούσε απλώς «νομική ερμηνεία» ή «νομικό σφάλμα» και όχι δόλο ή βαριά αμέλεια.
Το αποτρεπτικό κόστος, ο κίνδυνος αντεκδίκησης και η συντεχνιακή κριτική έχουν οδηγήσει σε ατονία το συγκεκριμένο θεσμό.
Γι’ αυτό η Νέα Δημοκρατία προτείνει στο άρθρο 99 την κατάργηση του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας και την ανάθεση των σχετικών αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με τη νέα του μορφή, όπως την προτείνουμε στο άρθρο 100.
Άρθρο 100 : ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην Ελλάδα, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων έχει διαμορφωθεί ιστορικά ως διάχυτος, συγκεκριμένος και παρεμπίπτων.
Το σύστημα αυτό κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 93 παρ. 4 Σ που προβλέπει ότι τα δικαστήρια δεν εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο στο Σύνταγμα, καθώς και στο άρθρο 87 παρ. 2 Σ που προβλέπει ότι οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και δεν συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.
Είχε προηγηθεί η αναγνώρισή του, αφενός νομολογιακά με την απόφαση 23/1897 του Αρείου Πάγου και αφετέρου συνταγματικά με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 στο Σύνταγμα του 1927.
Η μακροχρόνια εφαρμογή του συστήματος αυτού ίσως εξηγεί την απροθυμία της ελληνικής έννομης τάξης να αποδεχθεί τον συγκεντρωτικό έλεγχο με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, που ισχύει στην πλειονότητα των Ευρωπαϊκών Κρατών.
Ιστορικά η πρώτη σοβαρή απόπειρα αλλαγής του πολυφωνικού διάχυτου συστήματος ελέγχου αντισυνταγματικότητας με στόχο την εκτόνωση των πολιτικών παθών, μέσω της μεταφοράς πολιτικών ζητημάτων από την Εκτελεστική στη Δικαστική Εξουσία, επιδιώχθηκε με την πρόταση Αναθεώρησης του Συντάγματος του 1952 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που έμεινε γνωστή ως «Βαθεία Τομή». Σε αυτή περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων η θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αρμοδιότητες που επικεντρώνονταν ιδίως στις εκλογικές διαφορές και στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος το 1963 φιλοδοξούσε να επιτύχει τον ριζικό εκσυγχρονισμό του κράτους, ενόψει της πρόθεσής του να ενταχθεί η Ελλάδα στους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς της εποχής.
Ωστόσο, παρόλο που η πρόταση συζητήθηκε στην προβλεπόμενη Επιτροπή της Βουλής, λόγω της αιφνίδιας παραίτησης της Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον Ιούνιο 1963 οι εργασίες της ουδέποτε ολοκληρώθηκαν.
Ωστόσο η πρόταση της «Βαθείας Τομής» σε πολλά σημεία της απετέλεσε τον πυρήνα της αναθεώρησης του 1975, δυστυχώς χωρίς το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Αντί αυτού, στο πλαίσιο ελέγχου της συνταγματικότητας θεσπίστηκε με το άρθρο 100 του Συντάγματος του 1975 το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ως ένα ιδιόμορφος θεσμός της Δικαιοσύνης που του αναγνωρίζεται κατ’εξαίρεση η μοναδική «νομοθετική αρμοδιότητα», μια που οι αποφάσεις του για την επίλυση διαφορών μεταξύ των Ανωτάτων Δικαστηρίων αποκτούν τυπική ισχύ νόμου.
Οι αρμοδιότητες του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 100 παρ. 1 Σ, μπορούν να διακριθούν σε δύο γενικές κατηγορίες: • Πρώτον, για υποθέσεις που επιλύουν εκλογικά ζητήματα, στις οποίες περιλαμβάνονται η εκδίκαση των ενστάσεων για τον έλεγχο και το κύρος των βουλευτικών εκλογών, η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, καθώς και ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος. • Δεύτερον, για υποθέσεις που επιλύουν τις διαφωνίες μεταξύ των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, στις οποίες περιλαμβάνονται η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ των δικαστηρίων που ανήκουν σε διαφορετικούς δικαιοδοτικούς κλάδους, η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις των Ανώτατων Δικαστηρίων, καθώς και η άρση της αμφισβήτησης για τον χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων.
Η υφιστάμενη συγκρότηση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ο τρόπος ορισμού των μελών του, καθώς και η θητεία τους περιγράφονται στο άρθρο 100 παρ. 2 Σ. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από τους Προέδρους των τριών Ανώτατων Δικαστηρίων, δηλαδή τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι μετέχουν ex officio, καθώς και από τέσσερεις συμβούλους της Επικρατείας και από τέσσερεις Αρεοπαγίτες, οι οποίοι ορίζονται ως μέλη με κλήρωση για δύο χρόνια.
Κατά την εκδίκαση υποθέσεων άρσης συγκρούσεων και επίλυσης αμφισβητήσεων για την ουσιαστική συνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, στη σύνθεση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου μετέχουν δύο τακτικοί καθηγητές των Νομικών Σχολών, οι οποίοι επίσης ορίζονται ως μέλη με κλήρωση για δύο χρόνια.
Επομένως, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται κατ’ αρχήν από έντεκα μέλη, εκτός από τις δύο αυτές περιπτώσεις που συγκροτείται από δεκατρία.
Πρόεδρος του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου αναλαμβάνει ο εκάστοτε αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.
Το ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας έχει επικριθεί λόγω, της ανασφάλεια δικαίου που προκαλεί.
Αυτή μπορεί να οφείλεται είτε στην πιθανότητα έκδοσης αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, είτε στην καθυστερημένη κρίση περί αντισυνταγματικότητας.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας αποβλέπει στη διατήρηση μεν του συστήματος του διάχυτου ελέγχου που κατά τη συνταγματική μας παράδοση ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη με κύριο πλεονέκτημα τη δημοκρατική πολυφωνία, αλλά παράλληλα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από αυτήν.
Στόχος είναι η ενίσχυση της ταχύτητας επίλυσης των σχετικών διαφορών και η διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας.
Για το λόγο αυτό στις υφιστάμενες αρμοδιότητες του ΑΕΔ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ να προστεθούν οι παρακάτω: Πρώτον ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας για ψηφισμένο νομοσχέδιο κατά το άρθρο 77 παρ. 3. Σ. Η απόφαση περί συνταγματικότητας ψηφισμένου νομοσχεδίου προτείνεται να δεσμεύει στη συνέχεια όλα τα δικαστήρια κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας.
Η δυνατότητα παραπομπής στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του νόμου στη φάση μετά την ψήφιση και πριν από τη δημοσίευσή του, είναι επηρεασμένη από το γαλλικό μοντέλο προληπτικού ελέγχου.
Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος μπορεί να παραπέμπει έως ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο ανά βουλευτική σύνοδο, καθώς και στον Πρωθυπουργό ή τη Βουλή με κατάθεση αιτήματος της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών.
Τα ψηφισμένα νομοσχέδια για εκλογικά ζητήματα κατά τα άρθρα 51 και 54 παραπέμπονται υποχρεωτικά στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο πριν από τη δημοσίευσή τους. • Σκοπός της διάταξης είναι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου με την ταχύτερη επίλυση ζητημάτων συνταγματικών αμφισβητήσεων.
Δεύτερον, οι αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 99 παρ. 1 Σ, καθώς το αρμόδιο δικαστήριο προτείνεται να καταργηθεί.
Τρίτον, οι πειθαρχικές ποινές αργίας ή έκπτωσης στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Έτσι, αυξάνονται οι θεσμικές εγγυήσεις σε υποθέσεις που δικάζονται δικαστικοί λειτουργοί και αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Ως προς τον προληπτικό έλεγχο αντισυνταγματικότητας, δηλαδή τον έλεγχο των νόμων πριν αυτοί τεθούν σε ισχύ, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πολυσυζητημένα θέματα στο Συνταγματικό Δίκαιο. Α. ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ Τα θετικά είναι η Ασφάλεια Δικαίου: Αν ένας νόμος κριθεί αντισυνταγματικός πριν εφαρμοστεί, γλιτώνουμε την κοινωνία, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες από το χάος του να στηριχτούν σε έναν νόμο που μετά από χρόνια θα «πέσει» στα δικαστήρια.
Επίσης ενισχύεται η προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού θα μπορεί να αποτρέψει την εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων που πιθανόν θα θίξουν θεμελιώδη δικαιώματα πολιτών, έστω και προσωρινά.
Τέλος θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων, δηλαδή μειώνει τις μελλοντικές δίκες.
Αν ο νόμος «διορθωθεί» πριν γεννηθεί, δεν θα υπάρξουν χιλιάδες προσφυγές στα δικαστήρια εναντίον του. Β. ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ Τα ενδεχόμενα αρνητικά του προληπτικού ελέγχου είναι η πιθανή Πολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης ή «Δικαστικοποίηση» της Πολιτικής.
Όταν ένα δικαστικό σώμα π.χ. ένα Συνταγματικό Δικαστήριο ή το ΑΕΔ, καλείται να ακυρώσει ένα νομοσχέδιο πριν αυτό εφαρμοστεί, μπαίνει «σφήνα» στο έργο της Βουλής.
Υπάρχει ο κίνδυνος οι δικαστές να μην κρίνουν μόνο με νομικά κριτήρια, αλλά να υπηρετήσουν πολιτική σκοπιμότητα, μπλοκάροντας το πρόγραμμα μιας εκλεγμένης κυβέρνησης.
Ένα άλλο πιθανό μειονέκτημα είναι ότι ο νόμος μπορεί στα χαρτιά να φαίνεται συνταγματικός, αλλά όταν εφαρμοστεί στην πράξη να αναδειχθούν απρόβλεπτες αδικίες ή αντισυνταγματικότητες.
Ο προληπτικός έλεγχος στερείται της δυνατότητας να αναδείξει αυτές τις βιωματικές - εφαρμοστικές αδυναμίες.
Τέλος η παραπομπή κάθε κρίσιμου νομοσχεδίου για έλεγχο μπορεί να προκαλέσει τεράστιες καθυστερήσεις σε περιόδους που απαιτείται γρήγορη λήψη αποφάσεων.
Μια συγκριτική μελέτη με διεθνή συστήματα μπορεί να μας διευκολύνει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα πχ. Το Γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο ασκεί προληπτικό έλεγχο.
Πριν τη δημοσίευση του νόμου.
Αφηρημένο, δηλαδή στο κείμενο του νόμου.
Με πλεονέκτημα την ασφάλεια δικαίου, δηλαδή την προστασία εκ των προτέρων.
Αντίθετα οι ΗΠΑ, όπως και η Ελλάδα μέχρι σήμερα ασκούν κατασταλτικό έλεγχο, δηλαδή μετά τη δημοσίευση του νόμου και κατά την εφαρμογή.
Ο έλεγχος όμως είναι συγκεκριμένος με αφορμή μια δίκη.
Το πλεονέκτημα εδώ είναι σεβασμός στη λαϊκή κυριαρχία που εκφράζεται από τη Βουλή και είναι έλεγχος στην πράξη. ΝΕΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΕΔ Προκειμένου να αντιμετωπιστούν δυσλειτουργίες του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου που προκαλούν οι ιδιαιτερότητες της συγκρότησής του, προτείνεται στη σύνθεση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να παραμείνουν οι Πρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Όμως, οι σύμβουλοι της Επικρατείας και οι Αρεοπαγίτες που ορίζονται με κλήρωση να μειωθούν από τέσσερις σε δύο, ενώ οι δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών που επίσης ορίζονται με κλήρωση μετέχουν μόνιμα στη σύνθεση.
Άρα, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται πλέον από εννέα μελή και η σύνθεσή του παραμένει σταθερή ανεξαρτήτως των διάφορων που δικάζει.
Η θητεία των μελών του αυξάνεται από δύο σε τρία έτη.
Συμπερασματικά και λαμβάνοντας υπόψιν τα ιστορικά και συγκριτικά παραδείγματα που σας ανέλυσα, καταλήγω επαναλαμβάνοντας την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για το άρθρο 100 του Συντάγματος.
Προτείνουμε την πρόβλεψη της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου για τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας για ψηφισμένο νομοσχέδιο κατά το άρθρο 77 παρ. 3. Η απόφαση περί συνταγματικότητας ψηφισμένου νομοσχεδίου δεσμεύει όλα τα δικαστήρια κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας.
Επίσης τη συγκρότηση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από δύο συμβούλους της Επικρατείας και δύο αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε τρία χρόνια και από δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε τρία χρόνια. Στο Δικαστήριο προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. #ΕυριπίδηςΣτυλιανίδης #Σύνταγμα #ΑναθεώρησηΣυντάγματος #Βουλή #ΝέαΔημοκρατία #Δικαιοσύνη #Θεσμοί #ΚράτοςΔικαίου #ΑνώτατοΕιδικόΔικαστήριο #Συνταγματικότητα #ΑσφάλειαΔικαίου #Μεταρρυθμίσεις #Νομοθεσία #Πολιτική #Ελλάδα #Θράκη #Ροδόπη #Κομοτηνή @κορυφαίοι θαυμαστές @ακόλουθοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους