[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μικρές, νυχτερινές ματιές…. σ’ ένα «Γράμμα στον πατέρα»… του Φραντς Κάφκα, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1883. Ο Μαξ Μπροντ, επιστήθιος φίλος του Φραντς Κάφκα, έκρινε ότι το "Γράμμα στον πατέρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μικρές, νυχτερινές ματιές…. σ’ ένα «Γράμμα στον πατέρα»… του Φραντς Κάφκα, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1883. Ο Μαξ Μπροντ, επιστήθιος φίλος του Φραντς Κάφκα, έκρινε ότι το "Γράμμα στον πατέρα", αποτελεί λογοτεχνικό έργο.

Πρόκειται για κείμενο απόλυτα προσωπικό που πραγματικά απευθυνόταν στον πατέρα του συγγραφέα -χωρίς ποτέ να επιδοθεί.

Η αξία του "Γράμματος στον πατέρα" συνίσταται στην καθολικότητά του, γιατί ξεπερνά τα όρια της τραγικής ζωής του συγγραφέα.

Κι αν «ψάξουμε», θα βρούμε ότι το κείμενο μας αφορά άμεσα.

Πολυαγαπημένε πατέρα, Πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι.

Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω.

Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.

Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων.

Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει • εσύ αντ’ αυτών καμμίαν ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας• αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες• ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα.

Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη.

Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.

Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμμίαν ευθύνη για την αποξένωσή μας.

Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμμίαν ευθύνη και εγώ.

Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή - όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου…. …Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια, θα το θυμάσαι ίσως και εσύ.

Κλαψούριζα μια φορά τη νύχτα ζητώντας συνεχώς νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλά κατά πάσα πιθανότατα εν μέρει για πείραγμα, εν μέρει για να διασκεδάσω.

Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό.

Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα.

Εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν εκ των υστέρων μάλλον ήδη πειθαρχικός, αλλά μου έμεινε ένα εσωτερικό τραύμα απ’ αυτό.

Το κατ’ εμέ αυτονόητο του να ζητώ ανόητα νερό και το εξαιρετικά τρομαχτικό του να με βγάζεις έξω σηκωτό ουδέποτε μπόρεσα να τα συνδυάσω εγώ σωστά σύμφωνα με τη δική μου φύση.

Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον…. …Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ.

Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο.

Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα.

Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος.

Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων.

Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς…. …Εκείνης ανάλογη ήταν εν συνεχεία η πνευματική σου η πρωτοκαθεδρία.

Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη.

Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε.

Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο.

Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη.

Συγχρόνως η αυτοπεποίθησή σου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χρειαζόταν να είσαι διόλου συνεπής κι ωστόσο ποτέ δεν έπαυες να έχεις δίκιο…. …Θα ήμουν πιο ευτυχής να σε είχα φίλο, αφεντικό, θείο, παππού, ακόμη (αν και το λέω με κάποιο δισταγμό), πεθερό μου.

Αλλά σαν πατέρας ήσουν πολύ δυνατός για μένα και η δύναμή σου γινόταν εντονότερη επειδή οι αδελφοί μου πέθαναν σε μικρή ηλικία και οι αδερφές μου γεννήθηκαν πολύ αργότερα…. …Πάντως εμείς οι δύο είμαστε τόσο διαφορετικοί και εξαιτίας αυτής της διαφοράς τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλο, ώστε εάν ήθελε κανείς να προβλέψει με ποιο τρόπο, εγώ, ένα παιδί που εξελισσόταν αργά και εσύ, ο ώριμος άντρας, θα μπορούσε να συμπεριφερόμαστε ο ένας προς τον άλλο, θα μπορούσε να συμπεράνει ότι θα με συνέθλιβες, αφανίζοντας ολοκληρωτικά την προσωπικότητά μου.

Αυτό βέβαια δε συνέβη, διότι η ζωντανή πραγματικότητα είναι αδύνατον να υπολογισθεί εκ των προτέρων, έχει όμως συμβεί κάτι χειρότερο… Στην φωτο ο Κάφκα 5 ετών

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences