Το hype είναι και δεν είναι κατανοητό. Υπερβολικές αποφάνσεις του τύπου, «η καλύτερη ταινία της χρονιάς μέχρι στιγμής», δεν δικαιολογούνται σε καμία περίπτωση από το «Obsession», του 27χρονου Curry...
Το hype είναι και δεν είναι κατανοητό. Υπερβολικές αποφάνσεις του τύπου, «η καλύτερη ταινία της χρονιάς μέχρι στιγμής», δεν δικαιολογούνται σε καμία περίπτωση από το «Obsession», του 27χρονου Curry Barker (ο οποίος φέρει αυτό το θρυλικό για το horror σινεμά, και κυρίως τη λογοτεχνία του Φανταστικού, επίθετο), όμως έχουμε να κάνουμε, πράγματι, μ’ ένα απολαυστικό, ιδιαίτερα καλογυρισμένο, σποραδικά πολύ ανατριχιαστικό και αποτελεσματικά τρομακτικό φιλμ, που μας συστήνει ένα ακόμα υπολογίσιμο, νέο κινηματογραφικό ταλέντο.
Το «Obsession» μοιάζει με τον εφιάλτη ενός νέου άνδρα με σοβαρό φόβο δέσμευσης, κάποιου που -ισχυρίζεται ότι- θέλει να αγαπηθεί αλλά τρέμει στην ιδέα όσων συνεπάγεται η αγάπη (κυρίως τρέμει την τεράστια ευθύνη της), κι αυτό είναι εντελώς συμβατό με τις παραδόσεις του genre, διότι διαχρονικά το είδος αυτό κάνει, σπρώχνει στα άκρα φυσιολογικούς (ως έναν βαθμό) φόβους, κοινές ανησυχίες και κοινά άγχη, στήνοντας τις μυθοπλασίες του με θεμέλιο τις ρωγμές στην ανθρώπινη ψυχή, τα οικεία «τέρατα» που την κατοικούν, εντάσσοντάς τα στη σφαίρα του ανοίκειου και του παθολογικού.
Φτιαγμένο από έναν εκπρόσωπο της γενιάς που αρχίζει ψυχοθεραπεία με το που κόβει την πιπίλα, το «Obsession» έχει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα να πει για τη συναισθηματική δυστοκία των νέων ανθρώπων, την ανικανότητά τους να διαχειριστούν τον έρωτα ως συνθήκη, έτσι καλομαθημένοι που είναι κι απρόθυμοι να αποδεχτούν τις πιο ζόρικες πλευρές της ζωής (οι οποίες, πολύ συχνά, πάνε πακέτο με τις όμορφες)∙ στέκει, όμως, το ίδιο αμφίθυμο και μπερδεμένο απέναντι στην εξαγωγή πιο κατασταλαγμένων συμπερασμάτων, όσο κι ο κεντρικός του ήρωας απέναντι στις πρακτικές συνέπειες της πραγματοποίησης της επιθυμίας του.
Ακόμα κι αν επιλέξεις με μεγαθυμία να παραβλέψεις τα «χοντρά» σεναριακά του προβλήματα (μια κοπέλα που ουρλιάζει -στην κυριολεξία- ότι χρειάζεται ψυχιατρική βοήθεια, αφήνεται στη μοίρα της απ’ όλο της το κοινωνικό περιβάλλον, φίλους και γνωστούς, κι όχι μόνο απ’ αυτόν που την έφερε στη συγκεκριμένη κατάσταση∙ ακόμα κι όταν φτάνει στο σημείο να αυτοτραυματίζεται σοβαρά υπό τα σοκαρισμένα βλέμματα μιας ομήγυρης οικείων της, όλοι συνεχίζουν κανονικά την καθημερινότητά τους μετά το συμβάν, σα να μη συνέβη τίποτα∙ δεν ψάχνουμε πολύ τον ρεαλισμό στο horror, αλλά και λίγη αληθοφάνεια δεν βλάπτει), είναι δύσκολο να κάνεις τα στραβά μάτια στον τρόπο με τον οποίο το «Obsession» επικυρώνει, δια της αλληγορικής οδού, το στερεότυπο της υστερικής γυναίκας, της οποίας το ανεξάντλητο αίτημα για αγάπη (για να το θέσουμε με λακανικούς όρους), στο οποίο αδυνατεί να ανταποκριθεί επαρκώς ο άνδρας, οδηγεί τόσο την ίδια όσο και τον σύντροφό της στην κόλαση (φυσικά ο μύθος στηρίζεται σ’ ένα μεταφυσικό εύρημα, σύμφωνα με το οποίο η Nikki εξαναγκάζεται να αγαπά άνευ όρων και απόλυτα, μέχρι τρέλας, τον Bear∙ οι ταινίες, όμως, έχουν την οπτική σημειολογία τους, και απευθύνονται πολύ πιο άμεσα στο ασυνείδητο με τις εικόνες τους, παρά με όσα λέει η πλοκή τους: όσοι είδατε την ταινία σε αίθουσα, ίσως να αισθανθήκατε, όπως ο υπογράφων, ότι τα γέλια του κοινού-συμπεριλαμβανομένων των γυναικών- σε διάφορες σκηνές όπου η Nikki εκδηλώνει υπερβολική κτητικότητα, δεν ήταν και τόσο αθώα ή απαλλαγμένα από προκατάληψη). Ωστόσο, για να μην είμαστε υπερβολικά αυστηροί ή άδικοι με τον Barker, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι σκηνοθετικά έχει χειριστεί άψογα την αρχική ιδέα του, την οποία αναπτύσσει, σκηνή τη σκηνή, τόσο καλά (μέχρι το θεοπάλαβο, φανταστικό φινάλε), ώστε να ξεχνάς, έτσι συνεπαρμένος που είσαι (απ’ τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, τη φοβερή -κυριολεκτικά- ερμηνεία της Inde Navarrette), ότι όσα παρακολουθείς δεν είναι και πολύ πρωτότυπα.
Το τέλος, όμως, με τον αχαλίνωτο κυνισμό και τη μαύρη ειρωνεία του, δίνει έναυσμα για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στην αναπόφευκτη βία της αγάπης, το αδυσώπητα καταπιεστικό (τόσο για τον εαυτό όσο και για τον άλλο), σκληρά ανελεύθερο κάθε μεγάλου συναισθήματος -κι ας ξινίζουν όσο θέλουν εκείνοι που πιστεύουν ότι με λίγη ψυχοθεραπεία αλλάζει η ανθρώπινη φύση.
Οι πάσης φύσεως «ηθικοί αναμορφωτές» του ζώου που λέγεται άνθρωπος, όποιο κι αν είναι το ιδεολογικό ένδυμα που φορούν ανά εποχή, είτε δεξιά είτε αριστερή είναι η πλέξη του, μου ήταν ανέκαθεν αντιπαθητικοί: ευτυχώς ο Barker μοιάζει να μη συμμερίζεται τις οπτιμιστικές μωρολογίες τους.
Όσο για την ψυχολογική του αντίληψη, είναι κι αυτή ακονισμένη, απαλλαγμένη από σχηματικές απλουστεύσεις, νεοφεμινιστικού τύπου∙ δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο «κακός» της ιστορίας είναι ο Bear, ένας τύπος άνδρα που απέχει έτη φωτός από οτιδήποτε θα θύμιζε «τοξική αρρενωπότητα» και «πατριαρχία» με την παραδοσιακή έννοια.
Ταυτόχρονα, όμως, είναι κι αυτός θύμα: όχι της Nikki, αλλά της αδυναμίας του, της δειλίας του, της ευθραυστότητάς του.
Αν ο Barker κατάφερνε να απεγκλωβίσει τελείως το φιλμ του απ’ το συγκείμενο της φεμινιστικής συζήτησης που επιβάλει η εποχή περί της έννοιας της συναίνεσης, δίνοντας έμφαση, με μεγαλύτερη καλλιτεχνική ωριμότητα (οι συγκρίσεις με το σινεμά του Πολάνσκι, δεν θεωρώ ότι ευσταθούν) και εμβαθύνοντας σημειολογικά, στο πολύ πιο κρίσιμο και επώδυνο ζήτημα της a priori εξαναγκαστικής φύσης του ίδιου του έρωτα (της αιτίας, δηλαδή, που δεν αντέχει αυτό το συναίσθημα και το αποφεύγει η γενιά του Barker – κι ίσως αυτό να εξηγεί σε κάποιο βαθμό την τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας), το «Obsession» θα είχε και μεγαλύτερες πιθανότητες ν’ αντέξει στον χρόνο.
Και, πάλι, όμως, καταφέρνει να σου θυμίσει τα λόγια του Neil Gaiman, απ’ το «Sandman»: «Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Φρικτό δεν είναι; Σε κάνει τόσο ευάλωτο.
Φωλιάζει στο στήθος σου και σου ανοίγει διάπλατα την καρδιά κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να μπει μέσα σου και να σε κάνει άνω κάτω.
Χτίζεις ένα σωρό άμυνες, σφυρηλατείς μια ολόκληρη πανοπλία, ώστε τίποτα να μην μπορεί να σε πληγώσει, κι ύστερα ένας ανόητος άνθρωπος, διόλου διαφορετικός από κάθε άλλο ανόητο άνθρωπο, μπαίνει τυχαία στην ανόητη ζωή σου... Τους δίνεις ένα κομμάτι από τον εαυτό σου.
Δεν το ζήτησαν.
Έκαναν κάτι κουτό μια μέρα, όπως να σε φιλήσουν ή να σου χαμογελάσουν, κι από κει και πέρα η ζωή σου έπαψε να σου ανήκει πια.
Η αγάπη παίρνει ομήρους.
Μπαίνει μέσα σου.
Σε κατατρώει και σ' αφήνει να κλαις μες στο σκοτάδι, μια φράση τόσο απλή όπως το "ίσως θα έπρεπε να μείνουμε απλώς φίλοι" μεταμορφώνεται σε θραύσμα γυαλιού που βρίσκει τον δρόμο του και τρυπάει την καρδιά σου. Πονάει.
Όχι μόνο στη φαντασία.
Όχι μόνο διανοητικά.
Είναι ένας πόνος της ψυχής, ένας πόνος σαν πραγματικά κάτι να έχει τρυπώσει μέσα σου και να σου ξεσχίζει τα σωθικά.
Μισώ την αγάπη.» (Αναμένουμε με αγωνία το ελληνικό remake με πρωταγωνιστές τον Αναστάση Ροϊλό και την Άννα Μαρία Βέλλη, ενδεχομένως σε μια τηλεταινία που θα σκηνοθετήσει ο Πάνος Κοκκινόπουλος.
Δηλαδή αν έχουν λίγη διορατικότητα οι τύποι στα κανάλια, θα πρέπει να το έχουν ήδη βάλει μπροστά, μυρίζει ζεστό χρήμα το πρότζεκτ και είναι εντελώς προφανές αφού οι δύο πολύ καλοί ηθοποιοί της ταινίας του Barker είναι ΦΤΥΣΤΟΙ με τους προαναφερθέντες! Από ένα σημείο κι έπειτα αυτή η ομοιότητα, ειδικά του Michael Johnston με τον Ροϊλό, μου φαινόταν πιο αλλόκοτη κι από τα συμβάντα στην ταινία. Δίνω επικερδείς ιδέες απλόχερα, αλλά αν προχωρήσει το σχέδιο θα ζητήσω ποσοστά. Είναι καταγεγραμμένο.)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους