«Νίκο, τι έκανες πάλι;» Η φωνή του πατέρα μου αντήχησε σαν κεραυνός μέσα στην παλιά κουζίνα του διαμερίσματος στου Παγκρατίου. Η μητέρα μου στεκόταν σιωπηλή, σφίγγοντας το φλιτζάνι με τσάι, ενώ εγώ...
«Νίκο, τι έκανες πάλι;» Η φωνή του πατέρα μου αντήχησε σαν κεραυνός μέσα στην παλιά κουζίνα του διαμερίσματος στου Παγκρατίου.
Η μητέρα μου στεκόταν σιωπηλή, σφίγγοντας το φλιτζάνι με τσάι, ενώ εγώ ένιωθα σαν να βυθίζομαι σε κινούμενη άμμο.
Ήταν η μέρα που έχασα τη δουλειά μου – ξανά.
Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, το βλέμμα του σκοτείνιαζε, η φωνή του ανέβαινε, κι εγώ – στα 32 μου, όχι παιδί πια – ένιωθα μικρός, τραυματισμένος, σαν να είμαι ίδιος με το νεαρό που κουβαλούσε πάντα το βάρος της αποτυχίας. «Δεν ήταν δικό μου λάθος, πατέρα.
Η εταιρεία έκανε περικοπές…» ψέλλισα, αλλά σταμάτησε το βλέμμα μου.
Δεν τον έπεισα ποτέ, κι ίσως ούτε τον εαυτό μου. «Όλοι βρίσκουν δικαιολογίες.
Πότε θα γίνεις άντρας; Πότε θα προστατέψεις αυτό το σπίτι; Μόνο αποτυχίες φέρνεις!» τα λόγια του με χτύπησαν χειρότερα κι από χαστούκι.
Δίπλα, η αδερφή μου, η Ελένη, έριξε ένα βλέμμα συμπόνιας, αλλά δεν είπε τίποτα.
Κι αυτή είχε ζήσει τη σκληρότητα, σε δόση μικρότερη μα εξίσου πικρή.
Θυμάμαι παιδί, τότε που τρέμαμε μήπως σπάσουμε ένα ποτήρι, μήπως γράψουμε χαμηλό σε διαγώνισμα, μήπως πούμε ψέματα.
Η μητέρα μας πάντα προσπαθούσε να μαζέψει τα σπασμένα, να μαλακώσει τα λόγια του, αλλά το δικό του βλέμμα – αυστηρό, αμετάπειστο – άφηνε ελάχιστα περιθώρια για τρυφερότητα. «Το κάνω για το καλό σας» έλεγε πάντα.
Ο κόσμος έξω είναι σκληρός, έπρεπε να είμαστε έτοιμοι.
Μα να, πέρασαν χρόνια, κι εγώ – χρόνια μετά τις Πανελλήνιες, το πανεπιστήμιο, τη βιαστική φυγή στο μικρό μου διαμέρισμα στα Πατήσια – ένιωθα ακόμα το βλέμμα του να με παρακολουθεί από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Η αποτυχία είχε γίνει μόνιμος σύντροφος.
Ό,τι κι αν προσπαθούσα, έπεφτα σε τοίχο.
Σχέσεις διαλύονταν σαν τραπουλόχαρτα, δουλειές τέλειωναν πριν καν αρχίσουν, κι εγώ γυρνούσα πάντα σε εκείνο το σπίτι – ταπεινωμένος, θυμωμένος, μα ποτέ μονάχος.
Πάντα δίπλα, η οργή του κι η σιωπή της μητέρας με τύλιγαν, σαν ψυχρό πάπλωμα διαψευσμένων ελπίδων.
Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη, αγγίζοντας σχεδόν τα τείχη της κατάθλιψης, αποφάσισα να πω την αλήθεια δυνατά, όσο πιο δυνατά μπορούσα: «Νιώθω πάντα λίγος! Ό,τι κι αν κάνω, δεν είναι ποτέ αρκετό.
Γιατί δεν μπορείς να με δεις, πατέρα; Όχι σαν αποτυχία, αλλά σαν άνθρωπο; Με λάθη, με φόβους, με ανάγκη να με αποδεχτεί κάποιος χωρίς όρους!» Η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή.
Το ρολόι της κουζίνας χτυπούσε εκνευριστικά.
Εκείνος με κοίταξε, όχι θυμωμένος μα σχεδόν… φοβισμένος; Για μια στιγμή, φάνηκε να τρέμει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας.
Τόσο καιρό, μήπως κι εκείνος ήθελε αποδοχή; Μήπως το δικό του βάρος ήταν εξίσου βαρύ; «Αν δεν σε σκληρύνω εγώ, ποιος θα το κάνει; Έξω θα σε τσακίσουν, Νίκο.
Το ξέρεις; Δεν σε μισώ.
Σε φοβάμαι… Φοβάμαι να σε χάσω όπως έχασα τον θείο σου, τον Κώστα, που έμπλεξε άσχημα.
Αυτό με τρώει τόσα χρόνια.» Οι ρυτίδες του βάθυναν, τα μάτια του γέμισαν υγρασία που δεν πήρε μορφή δακρύων.
Η μητέρα σηκώθηκε και τον χάιδεψε στον ώμο. «Όλοι μεγαλώνουμε με τον δικό μας Γολγοθά, Χρήστο» του είπε απαλά, πρώτη φορά χωρίς να τρέμει η φωνή της. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους