Άρης Αλεξάνδρου (Αριστοτέλης Βασιλειάδης), 24 Νοεμβρίου 1922 - 2 Ιουλίου 1978 Ιστορία και μυθοπλασία: με αφορμή το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο», του Άρη Αλεξάνδρου (εκδόσεις Κέδρος) Η νεοελληνική...
Άρης Αλεξάνδρου (Αριστοτέλης Βασιλειάδης), 24 Νοεμβρίου 1922 - 2 Ιουλίου 1978 Ιστορία και μυθοπλασία: με αφορμή το μυθιστόρημα «Το κιβώτιο», του Άρη Αλεξάνδρου (εκδόσεις Κέδρος) Η νεοελληνική λογοτεχνία είναι κυριολεκτικά βυθισμένη στην ιστορία.
Πώς όμως συνδέεται ένα λογοτεχνικό έργο με την ιστορία; Το έργο του Αλεξάνδρου (πρώτη έκδοση 1974) είναι το κατάλληλο για να διερευνήσουμε τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας – ή πιο συγκεκριμένα, ιστορίας και μυθοπλασίας.
Η πλοκή έχει ως εξής: Tον Ιούλιο του 1949, λίγο πριν το τέλος του εμφυλίου, μια ομάδα ανταρτών διατάσσεται να μεταφέρει ένα κιβώτιο περνώντας μέσα από εχθρικό έδαφος, και να το παραδώσει στη διοίκηση μιας ανταρτοκρατούμενης πόλης.
Πρόκειται για μία αποστολή αυτοκτονίας και οι 34 άνδρες της ομάδας γνωρίζουν ότι η ζωή τους δεν έχει αξία: όποιος παρεμποδίζει την αποστολή, αναγκάζεται να αυτοκτονήσει με κυάνιο.
Όσο για το περιεχόμενο του κιβωτίου, τους είναι άγνωστο.
Κατά τη διάρκεια της πορείας 33 άνδρες σκοτώνονται· κι όταν τελικά ο μοναδικός επιζών παραδίδει το κιβώτιο, αποκαλύπτεται ότι είναι άδειο! Tότε η διοίκηση τον κατηγορεί για δολιοφθορά και τον φυλακίζει.
Από τη φυλακή συντάσσει γραπτές αναφορές, εξιστορώντας λεπτομερώς τα γεγονότα της αποστολής σε έναν ανακριτή.
Αυτές οι αναφορές (18) αποτελούν το μυθιστόρημα: ο φυλακισμένος αντάρτης, όμως, συνεχώς διαψεύδει όσα έχει αναφέρει προηγουμένως, τα ανασκευάζει ή τα αναιρεί, πλάθοντας μία πολυδαίδαλη ιστορία με ποικίλες συμβολικές προεκτάσεις.
Το μυθιστόρημα συνομιλεί με την ιστορία σε τρία επίπεδα τουλάχιστον.
Στο πρώτο επίπεδο, αναφέρεται στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1947-1949). Η αφήγηση εστιάζει σε γεγονότα που υποτίθεται ότι εκτυλίχθηκαν προς το τέλος του εμφυλίου (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1949), τα οποία ο ανώνυμος αφηγητής-πρωταγωνιστής γράφει εκ των υστέρων («Παρασκευή, 27 Σεπτ. 1949» - «Τετάρτη, 15 Νοεμβ. 1949»). Υπάρχουν αναφορές στον Παρνασσό, στην Κατοχή και στον ΕΛΑΣ, πείθοντας τον αναγνώστη ότι η πλοκή εξελίσσεται στην Ελλάδα, κατά την δεκαετία του 1940.
Την ίδια στιγμή, όμως, ως προς την «επιχείρηση-κιβώτιο», τίποτα δεν παραπέμπει σε πραγματικά περιστατικά: όλα τα πρόσωπα έχουν ψευδώνυμα, ενώ οι χώροι δεν κατονομάζονται και παραμένουν αόριστοι (π.χ. πόλη Ν, πόλη Κ, το Πέτρινο Γεφύρι, η Μεγάλη Λίμνη κτλ.). Με τον τρόπο αυτό, το πρώτο επίπεδο διογκώνεται, ώστε να συμπεριλάβει οποιονδήποτε εμφύλιο και οποιονδήποτε πόλεμο: οι ακραίες καταστάσεις αυτού του είδους είναι παντού και πάντα οι ίδιες, όπως και οι συμφορές, όπως και οι αντιδράσεις των ανθρώπων.
Στο δεύτερο επίπεδο έχουμε κάτι διαφορετικό.
Ως αριστερός με δράση στην περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, εξαιτίας της οποίας αναγκάστηκε τελικά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (το «Κιβώτιο» γράφτηκε στο Παρίσι, στη δεκαετία του 1960 κυρίως), ο Αλεξάνδρου γράφει για να θίξει – μεταξύ άλλων – το ρόλο του ΚΚΕ και της αριστεράς, ειδικά μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου.
Η κριτική του έχει να κάνει με την ακαμψία της ηγεσίας, τη σταδιακή απομάκρυνσή της από τη βάση, την εμπλοκή της στον παραλογισμό του πολέμου και την άρνησή της να αποδεχθεί την πραγματικότητα.
Αυτό φαίνεται καθαρά όχι μόνο στην εξέλιξη του μύθου και στη σκληρότητα των διαταγών αλλά κυρίως στη χρήση της γλώσσας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το μυθιστόρημα είναι στην ουσία οι αναφορές του μοναδικού επιζώντα-αφηγητή προς τον ανακριτή, που εκπροσωπεί την κομματική εξουσία.
Όσο προχωρά η αφήγηση, η γλώσσα των αναφορών μεταλλάσσεται: η σύνταξη γίνεται πιο περίπλοκη, οι λεπτομέρειες και οι επαναλήψεις όλο και πιο κουραστικές, και ο λόγος μακροπερίοδος μέχρις εσχάτων (στην τελευταία αναφορά, για περισσότερες από 40 σελίδες δεν υπάρχει τελεία, παρά μόνο ένα ερωτηματικό στο τέλος!). Αυτός ο ασθμαίνων λόγος με την ιδιότυπη σύνταξη και τη στριφνή στρατιωτική ορολογία είναι ειρωνικός: απευθυνόμενος στον ανακριτή του, ο αφηγητής μιμείται τα κομματικά κείμενα χρησιμοποιώντας την ιδιωματική γλώσσα τους, άκαμπτη, ξύλινη και αδιέξοδη.
Ωστόσο, καθώς πουθενά στο έργο δεν αναφέρεται συγκεκριμένα το ΚΚΕ ή το Κόμμα αλλά μόνο το Γενικό Αρχηγείο, το δεύτερο επίπεδο διογκώνεται κι αυτό, προκειμένου να συμπεριλάβει κάθε εξουσία, που σε καιρό πολέμου τείνει προς την ακαμψία και τον αυταρχισμό.
Εξάλλου, μπορούμε στο ίδιο αυτό επίπεδο να διακρίνουμε και την εσωτερική αντίφαση μιας αριστεράς η οποία θέλει να διεκδικήσει την εφαρμογή ιδεών υπέρ του ανθρώπου μέσα από έναν εξ ορισμού απάνθρωπο πόλεμο στον οποίο αφέθηκε να συρθεί.
Τρίτο επίπεδο: ποιος γράφει την ιστορία; Φυσικά, οι νικητές.
Ποια είναι όμως η ιστορική αλήθεια; Υπάρχει; Αυτό είναι ίσως το κορυφαίο ερώτημα που θέτει το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου.
Η απάντησή του είναι ότι, δυστυχώς, δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε ποια είναι η αλήθεια.
Αυτό το πετυχαίνει με έναν πρωτοποριακό τρόπο, καθώς εκμεταλλεύεται στο έπακρο το ρόλο του αφηγητή: εφόσον ο αφηγητής είναι ο μοναδικός επιζών της αποστολής, κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αν λέει την αλήθεια.
Άλλωστε, από ένα σημείο και έπειτα, αλλάζει τα λεγόμενά του διαρκώς, υποσκάπτοντας την αληθοφάνειά τους.
Επομένως, ο αφηγητής αποδεικνύεται εντελώς αναξιόπιστος: ο αναγνώστης δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί και αποπροσανατολίζεται.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, στήνει ένα παιχνίδι ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», στη γνώση και την άγνοια, ενώ ταυτόχρονα παίζει με τους κώδικες και τις συμβάσεις της αφήγησης.
Ποια είναι η κυρίαρχη φωνή σε ένα αφήγημα; Μα φυσικά ο αφηγητής.
Εδώ, λοιπόν, είναι σε τέτοιο βαθμό κυρίαρχη, που κανείς δεν ξέρει πότε και αν λέει την αλήθεια.
Ο αφηγητής έχει απόλυτη εξουσία πάνω στην αφήγηση, όπως το Γενικό Αρχηγείο έχει απόλυτη εξουσία πάνω στους στρατιώτες της αποστολής.
Και το κυριότερο: ο άνθρωπος θα έχει πάντα απόλυτη εξουσία πάνω στην ιστορική αλήθεια.
Για παράδειγμα: το περίφημο κιβώτιο, για το οποίο πεθαίνουν 33 άνδρες, τι περιείχε; Ήταν άραγε εξαρχής άδειο ή άδειασε στη διαδρομή; Από μία άποψη, το έργο συνιστά μια αλληγορία του πολέμου.
Κάθε πόλεμος γίνεται – ή υποτίθεται ότι γίνεται – για κάποιες ιδέες ή ιδανικά, που θεωρούνται τόσο σημαντικά, ώστε να αξίζουν αμέτρητες θυσίες, ακόμη και σε ανθρώπινες ζωές.
Στη διάρκεια του πολέμου, όμως, τα ιδανικά αυτά χάνονται και μένει μόνο το κέλυφος, ένα κιβώτιο κενό περιεχομένου.
Ίσως πάλι να ήταν εξαρχής ασήμαντα αλλά περιβεβλημένα με ένα μανδύα σπουδαιότητας.
Tο βέβαιο είναι ότι οι άνθρωποι τα πιστεύουν και θυσιάζονται μάταια, υπακούοντας τυφλά ακόμη και στις πιο παράλογες εντολές της κάθε ηγεσίας, για ένα κιβώτιο αδειανό.
Από την πλευρά τους, οι ηγεσίες δεν αποδέχονται τα λάθη ή τις ευθύνες τους και εκτοξεύουν κατηγορίες για κακή εκτέλεση ή παραβίαση των εντολών.
Άρα, ο πόλεμος είναι ανώφελος, άσκοπος και παράλογος, γιατί το κιβώτιο θα φτάνει πάντοτε άδειο στον προορισμό του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους