Ακολουθεί μια λίγο «διαφορετική» ανάρτηση (για να μην ξεχνάμε οι παλιοί), που ελπίζω να βρείτε ενδιαφέρουσα: Παλαιότερα (τώρα νομίζω ότι βρίσκεται σε αποδρομή) υπήρχε μια ιδιότυπη «γλώσσα» που...
Ακολουθεί μια λίγο «διαφορετική» ανάρτηση (για να μην ξεχνάμε οι παλιοί), που ελπίζω να βρείτε ενδιαφέρουσα: Παλαιότερα (τώρα νομίζω ότι βρίσκεται σε αποδρομή) υπήρχε μια ιδιότυπη «γλώσσα» που χρησιμοποιούνταν από ανθρώπους αριστερού πολιτικού προσανατολισμού και περιλάμβανε λέξεις που δύσκολα γίνονταν κατανοητές από άτομα «εκτός του χώρου». Παραθέτω μερικές, με την ερμηνεία και την ετυμολογία τους.
Ασφαλώς μπορείτε να προσθέσετε κι άλλες στα σχόλια. - Ευχαριστώ πολύ τον καλό μου φίλο Adam Kouvelis για τη συμβολή του. - Οι ρωσικές και αραβικές λέξεις έχουν γραφεί με λατινικό αλφάβητο. Προσοχή! Η ανάρτηση δεν είναι πολιτική (όπως και μια ανάρτηση που εξηγεί και εξετάζει γλωσσικά λέξεις του Ευαγγελίου δεν είναι θρησκευτική). Όπως πάντα, τα πολιτικά σχόλια θα διαγράφονται.
Αγκιτάτορας: ο υποκινητής (συνήθως πολιτικών συζητήσεων) < λατ. agitator < agito «ωθώ, προκαλώ» Αντίδραση: το σύνολο των δυνάµεων µιας κοινωνίας που αντιτίθενται σε κάθε πολιτική ή κοινωνική αλλαγή και ενδεχοµένως ευνοούν την οπισθοδρόµηση.
Συχνά η λέξη συνοδεύεται από το επίθετο «μαύρη» Απαράτσικ: ανώτερο στέλεχος του κόμματος < λατ. apparatus < apparo (ή adparo) «οργανώνω» Αχτίδα: κομματική οργάνωση σε γειτονιές, χώρους δουλειάς κλπ (η ΚΕ βρίσκεται στο κέντρο και οι οργανώσεις βάσης είναι οι “ακτίνες” που μεταφέρουν την κομματική γραμμή προς τα έξω). Αχτίφ: Ανοιχτή συνέλευση ή σύσκεψη στελεχών, σε αντίθεση με τις κλειστές συνεδριάσεις των επισήμων οργάνων < γερμ. aktiv «ενεργός» Γιάφκα: κρησφύγετο, και γενικότερα τόπος παράνομων συγκεντρώσεων, αποθήκευσης παράνομου υλικού κλπ < ρωσ. Javka Γκρουπούσκουλο: (μειωτ.) μικρή οργάνωση ή και μικρή αποσχιστική ομάδα εντός ενός κόμματος < ιταλ. gruppuscolo «οµαδούλα» Δηλωσίας: (μειωτ.) ο αριστερός που λόγω απειλών ή βασανιστηρίων υπέγραψε δήλωση μετανοίας και αποκήρυξε τις πεποιθήσεις του.
Διαπάλη: η έντονη αναµέτρηση µεταξύ αντιπάλων, συνήθως ιδεολογική και συχνά εσωκομματική Ζύμωση: διαδικασία που προετοιμάζει την εμφάνιση μιας νέας κατάστασης και οδηγεί συχνά σε μεταβολές και ανακατατάξεις Ιμπεριαλισμός: ο επεκτατισμός.
Η πολιτική ισχυρού κράτους η οποία βασίζεται στην άσκηση ελέγχου και στην κυριαρχία του σε άλλα κράτη < λατ. imperium < imperare «διατάσσω, επιτάσσω» Ινστρούχτορας: ο καθοδηγητής < ρωσ. instructor < γαλλ. instructeur < λατ. instruere «εκπαιδεύω, καθοδηγώ» Ιντελιγκέντσια: οι διανοούμενοι, κυρίως οι φιλόσοφοι < λατ. intelligentia «νόηση, γνώση, επιστήµη» Καπιταλιστής: ο κεφαλαιοκράτης < γαλλ. capital «κεφάλαιο» Κόβα: η Κ.Ο.Β. (Κομματική Οργάνωση Βάσης) Κολεκτίβα: εργατική ή αγροτική ένωση σοσιαλιστικών τάσεων < λατ. collectivus < colligo «συγκεντρώνω» Κολχόζ: συνεταιρισμός αγροτών της ΕΣΣΔ < kol(lektivnoe) khoz(yaistvo) «συγκεντρωτική διαχείριση» Kοµισάριος: ο επίτροπος, ο πληρεξούσιος, ένα πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να ενεργεί για λογαριασμό ανωτέρων < υστερολατ. commissarious «επιθεωρητής, απεσταλµένος» Κομπραδόρικος: μεταπρατικός.
ΦΡ. ~ καπιταλισμός: μια οικονομία που δεν βασίζεται στην εγχώρια παραγωγή, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως εισαγωγέας και υπηρέτης ξένων κεφαλαίων. < πορτ. comprador «αγοραστής, μεσάζων» Κοοπτάτσια κ. Κοπτάτσια: διαδικασία σε αιρετό σώμα στην οποία παρακάμπτονται οι εκλογές και επιβάλλονται μέλη από ανώτερο κομματικό όργανο, διορισμός «από τα πάνω» < λατ. cooptare «επιλέγω μαζί, από κοινού» Κουλάκος: ο μικροϊδιοκτήτης αντιδραστικός αγρότης < ρωσ. kulak «γροθιά» Κούτβηδες: οι απόφοιτοι της Κούτβα, συντετμημένος όρος για το «Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο “Στάλιν” των Εργαζομένων της Ανατολής» που επιμόρφωνε στελέχη των ΚΚ από όλο τον κόσμο Λακές: (µτφ.) άνθρωπος που συµπεριφέρεται δουλικά, που εξυπηρετεί τα συµφέροντα κάποιου µε δουλικό τρόπο < γαλλ. laquais < αραβ. al-qa’id «επικεφαλής (των υπηρετών)» Λεγκαλισμός: επιλογή αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων να περιορίσουν τη δράση τους αυστηρά εντός των νόμιμων πλαισίων του αστικού κράτους εγκαταλείποντας την προοπτική ριζικής ανατροπής, νομιμοφροσύνη < αγγλ. legalism «νομικισμός» Λικβινταρισμός: τάση μέσα στο αριστερό κίνημα υπέρ μιας ευρύτερης νόμιμης μαζικής δράσης, που για τους ορθόδοξους μαρξιστές ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της επανάστασης < ρωσ. likvidatorstvo < λατ. liquidare «διαλύω, ρευστοποιώ» Λούμπεν: το κατώτατο στρώµα µιας κοινωνίας που είναι αποκοµµένο από τις παραγωγικές διαδικασίες και ζει στο περιθώριο, χωρίς να έχει ταξική συνείδηση < γερµ. lumpen «ράκος, κουρέλι» Μανιφακτούρα: μορφή βιομηχανικής παραγωγής που βασίζεται στη χειρωνακτική εργασία και στον αυστηρό καταμερισμό της εργασίας σε γραμμή παραγωγής, πριν από τη χρήση αυτόματων μηχανών (αυτό που έκανε ο Τσάπλιν στους Μοντέρνους Καιρούς). < ιταλ. manifattura < λατ. φρ. manu factus «χειροποίητος» Μανιφέστο: γραπτή δημόσια διακήρυξη θεμελιωδών αρχών ή προθέσεων < ιταλ. manifesto < λατ. manifestus «προφανής, πρόδηλος» Μενσεβίκος: µέλος της µετριοπαθούς πτέρυγας του Σοσιαλδηµοκρατικού Εργατικού Κόµµατος της Ρωσίας < ρωσ. men'shevik < men'she «λιγότερος, μειοψηφικός» Μπολσεβίκος: µέλος της επαναστατικής µερίδας του ρωσικού Σοσιαλδηµοκρατικού Κόµµατος (βλ. και Μενσεβίκος) < ρωσ. bol'shevik < ból'shi «µεγαλύτερος, ευρύτερος» Μπουρζουαζία: η αστική τάξη < γαλλ. bourgeoisie < γερμ. burg «πύργος» Μπροσούρα: φυλλάδιο µε πολιτικό και προπαγανδιστικό κυρ. περιεχόµενο. < γαλλ. brochure «λίβελλος, φυλλάδιο» < µτγν. λατ. brocc(h)us «γενικώς αιχμηρό αντικείμενο» Νομενκλατούρα: (κακόσ.) 1. η προνοµιούχος κοινωνική τάξη των κρατικών και οικονοµικών αξιωµατούχων 2. τα πρόσωπα που κατέχουν τις σηµαντικότερες θέσεις στον κοµµατικό µηχανισµό < λατ. nomenclatura «κατάλογος ονοµάτων» Οπορτουνισμός: η πολιτική τάση που υποστηρίζει τη συµµόρφωση της τακτικής και των σκοπών του σοσιαλιστικού κινήµατος στην αστική νοµιµότητα και την εγκατάλειψη των επαναστατικών αρχών, µεθόδων και οραµάτων µε πρόσχηµα την προσαρµογή στις νέες συγκυρίες < γαλλ. opportunisme < opportun «πρόσφορος, ευνοϊκός» < λατ. opportunus < ob- + -portunus < portus «λιµάνι» Πανό: µακρόστενο τεµάχιο από ύφασµα, πλαστικό ή χαρτί, στο οποίο αναγράφονται πολιτικά συνθήµατα < γαλλ. panneau «κομμάτι υφάσματος» < λατ. Pannus Πιονιέρος: πρόσωπο που ηγείται κοινωνικής ή πνευµατικής κινήσεως, που ανοίγει νέους δρόµους σε έναν τοµέα, ο πρωτοπόρος < γαλλ. pionnier < pion «πεζικάριος, στρατιώτης» Πλακάτ: πρόχειρη επιγραφή ή πινακίδα που µεταφέρεται από διαδηλωτή και στην οποία αναγράφονται συνθήµατα ή άλλα µηνύµατα, κυρ. διεκδικητικού ή προπαγανδιστικού περιεχοµένου < γερµ. plakat < ολλ. placken «επικολλώ, µπαλώνω» Πλουτοκρατία: η συγκέντρωση της πολιτικής δύναµης στα χέρια των πλουσίων Πολιτμπιρό: το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του κόμματος < ρωσ. politbjuró < γερμ. Politbüro Προβοκάτορας: πρόσωπο που διεισδύει δολίως σε οργάνωση, διαδήλωση, πολιτική εκδήλωση κ.λπ. και δρα υπονοµευτικά, στοχεύοντας να προκαλέσει ταραχές ή να παρασύρει κάποιους σε ενέργειες που θα τους εκθέσουν (προς όφελος των αντιπάλων τους, της αστυνοµίας κ.λπ.) < λατ. provocator < provoco «προκαλώ» Προλετάριος: ο εργάτης, ιδίως ο βιομηχανικός < ιταλ. proletario < λατ. proletarius < proles «απόγονος» Προτσές: η εξελικτική διαδικασία, η διαδροµή της ιστορίας < γερµ. prozess < λατ. processus, µτχ. του procedo «προχωρώ» Ρεβιζιονισμός: κάθε παρέκκλιση από τη µαρξιστική θεωρία < γαλλ. révisionnisme < λατ. revisere «επανεξετάζω, αναθεωρώ» Ρεφορμισμός: τάση που επιδιώκει την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου μέσω βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων και όχι με επανάσταση < λατ. reformare «αναµορφώνω, µεταµορφώνω» Σέχτα: οµάδα στους κόλπους πολιτικού κόµµατος µε δογµατικές αντιλήψεις < λατ. secta «οδός, πορεία» < sequor «ακολουθώ» Σοβιέτ: τα συμβούλια αντιπροσώπων, περιφερειακά ή κλαδικά < γαλλ. soviet < ρωσ. sovet «συµβούλιο» < αρχ. ρωσ. suvetu < su- «συν-, µαζί» + vetu «βουλή» Σοβχόζ: κρατικά αγροκτήματα της Σοβιετικής Ένωσης < ρωσ. sovkhoz < sov(etskoe) khoz(yaistvo) «σοβιετική φάρµα» Σοσιαλσοβινισμός: σοσιαλισμός στα λόγια κι εθνικισμός στην πράξη.
Περιγράφει τη στάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Σταχανοβίτης: βιοµηχανικός εργάτης που πήρε διάκριση επειδή ξεπέρασε κατά πολύ την προβλεπόµενη παραγωγή, ο εργατικός και παραγωγικός εργαζόμενος < συνεκδ. από τό όνοµα του ανθρακωρύχου Aleksej Stakhanov Τσιτάτο: παράθεµα από τον γραπτό ή προφορικό λόγο σηµαντικού προσώπου, το οποίο χρησιμοποιεί κανείς στον δικό του λόγο < γερμ. zitat < λατ. citatus, μτχ του citare «γρήγορη αναφορά» Φράξια: 1. µέλη κόµµατος που συγκροτούν ξεχωριστή οµάδα, η οποία διαφοροποιείται ή αντιτίθεται στη γραµµή του κόµµατος 2. επαναστατική οργάνωση που δρα έξω από κόμματα < ρωσ. fraktsija < λατ. frangere «θραύω, συντρίβω» (µτχ. fractus) Χβαστισμός κ. Χβοστισμός: λενινιστικός πολιτικός όρος που περιγράφει την υποταγή της επαναστατικής πρωτοπορίας (δηλ. του Κομμουνιστικού Κόμματος) στις αυθόρμητες διαθέσεις των μαζών, την πολιτική τού να «σέρνεται» το κόμμα πίσω από το κίνημα < ρωσ. khvost «ουρά» . via: George Papangelis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους