[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πόση ελευθερία αντέχεις, Ανθρωπάκο; Ήμουν δεν ήμουν δεκάξι χρονών, στην ηλικία που από ένστικτο αρνείσαι τη σαπίλα του κόσμου των μεγάλων, όταν έπεσε στα χέρια μου το «Άκου, Ανθρωπάκο!» του Βίλχελμ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πόση ελευθερία αντέχεις, Ανθρωπάκο; Ήμουν δεν ήμουν δεκάξι χρονών, στην ηλικία που από ένστικτο αρνείσαι τη σαπίλα του κόσμου των μεγάλων, όταν έπεσε στα χέρια μου το «Άκου, Ανθρωπάκο!» του Βίλχελμ Ράιχ.

Τότε δεν το ήξερα, αλλά εκείνη η μέρα ήταν η ψυχική και πολιτική μου ενηλικίωση.

Μέχρι τότε, ζούσα με τις κλασικές εφηβικές αυταπάτες, ότι για όλα φταίνε οι «άλλοι», οι «από πάνω», το «σύστημα». Και ξαφνικά, έρχεται αυτός ο κυνηγημένος ψυχαναλυτής και μου ρίχνει μια σφαλιάρα που ακόμα αντηχεί στο κεφάλι μου.

Με ανάγκασε να κοιτάξω μέσα μου και να δω τον «Ανθρωπάκο» που κρυβόταν στην ίδια μου την αφέλεια, στην ανάγκη μου να ανήκω σε μια αγέλη, στον φόβο μου να αναλάβω την ευθύνη της ελευθερίας μου.

Αυτό το βιβλίο δεν με δίδαξε ακαδημαϊκά, με σημάδεψε.

Με ξεκόλλησε από τον βούρκο της μικροαστικής μοιρολατρίας πριν καν βουλιάξω.

Ήταν ένα κορυφαίο «εμετικό» κείμενο, που σε αναγκάζει να ξεράσεις όλη τη συμβιβασμένη σαπίλα που σε ταΐζουν από γεννησιμιού σου, ξεσκεπάζοντας τρεις αδυσώπητες αλήθειες για τη φύση του μέσου ανθρώπου που τρέμει την ελευθερία, εκτρέφει τον φασισμό στην καθημερινότητά του και, τελικά, γίνεται ο ίδιος ο δημιουργός των τυράννων του. «Άκου, ανθρωπάκο, εσύ φωνάζεις για ελευθερία, αλλά φοβάσαι να τη ζήσεις.

Εσύ ζητάς δικαιοσύνη, αλλά αποφεύγεις την ευθύνη.

Εσύ δημιουργείς τους αφέντες σου, και μετά τους κατηγορείς.» Με αυτή τη σκληρή, σχεδόν ανελέητη τόλμη, το «Άκου, Ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ δεν επιχειρεί να παρηγορήσει.

Επιχειρεί να ξεβολέψει.

Να τραβήξει την καρέκλα κάτω από τα πόδια μιας ολόκληρης συλλογικής αυταπάτης.

Γιατί η ανάλυση του Ράιχ δεν απευθύνεται στους ισχυρούς αυτοί, στο κάτω-κάτω, ξέρουν εξαιρετικά καλά τη δουλειά τους και την κάνουν με μια θαυμαστή, κυνική συνέπεια κατά τη διάρκεια της Ιστορίας.

Απευθύνεται σε εμάς.

Στον μέσο άνθρωπο.

Στον νομοταγή, τον ήσυχο, τον «κανονικό» πολίτη.

Σε αυτόν που ονομάζουμε με μια δόση κοινωνικής ευπρέπειας «νοικοκυραίο» και που αρνείται πεισματικά να δει τον εαυτό του ως μέρος του προβλήματος, κι όμως είναι ο βασικός του χρηματοδότης και φορέας.

Ο ανθρωπάκος δεν είναι απλώς το αθώο θύμα της Ιστορίας, είναι ο ίδιος ο κρυφός της μηχανισμός.

Δεν καταπιέζεται μόνο από την εκάστοτε ηγεσία, συνεργάζεται μαζί της με μια προθυμία σχεδόν ερωτική.

Δεν φοβάται μόνο την εξουσία, τη χρειάζεται βαθιά μέσα του ως μόνιμο άλλοθι για τη δική του υπαρξιακή ανυπαρξία.

Η εξουσία, όσο κι αν μας αρέσει να τη φανταζόμαστε ως κάτι εξωτερικό, ξένο, «εισαγόμενο» ή μεταφυσικό, τρέφεται από κάτι πολύ πιο οικείο και ταπεινό, τη δική μας καθημερινή άρνηση να υπάρξουμε ως αυτόνομα όντα.

Από την ανάγκη μας να μην αποφασίζουμε, να μην ρισκάρουμε, να μην εκτεθούμε ποτέ στο φως της ευθύνης.

Η ελευθερία είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για πύρινους λόγους, παρελάσεις, εθνικές επετείους και φτηνά συνθήματα σε σχολικούς τοίχους.

Όταν όμως κατεβαίνει από το βάθρο των εορτασμών και μετατρέπεται σε καθημερινό καθήκον, τότε παθαίνουμε μαζική αγοραφοβία.

Γιατί η ελευθερία δεν είναι το δικαίωμα να λες ένα εκ του ασφαλούς, θυμωμένο «όχι» πίσω από κλειστά παράθυρα, εκτονώνοντας τα νεύρα της ημέρας.

Είναι η βαριά, ασήκωτη υποχρέωση να πεις «εγώ». Να αναλάβεις το κόστος των επιλογών σου χωρίς να το μεταθέτεις σε αποδιοπομπαίους τράγους, να σταθείς όρθιος χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς εγγυήσεις, χωρίς τον μπαμπά-κράτος ή τον Θεό-πατέρα να σου χτυπάει την πλάτη επιδοκιμαστικά.

Και αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τον απόλυτο τρόμο.

Ο ανθρωπάκος προτιμά την ασφάλεια της υπακοής από την αγωνία της αυτονομίας.

Προτιμά τη ζεστασιά του μαντριού από την παγωνιά του ανοιχτού ορίζοντα.

Προτιμά ένα κακό σύστημα που γνωρίζει, έναν γνώριμο και δοκιμασμένο τύραννο, από μια άγνωστη ελευθερία που θα τον ανάγκαζε να σκεφτεί, να αλλάξει, να ωριμάσει.

Έτσι στήνεται η μεγάλη εγχώρια κωμωδία: καταγγέλλουμε με στεντόρεια φωνή το σύστημα στο οποίο, κάθε πρωί στις οκτώ, υποβάλλουμε τα σέβη μας με μια βαθιά, αόρατη υπόκλιση.

Οι εξουσίες δεν στηρίζονται μόνο στα όπλα και την καταστολή αυτά έρχονται απλώς στο τέλος για να μαζέψουν τα ρετάλια.

Στηρίζονται στη συναίνεση.

Στη μικρή, σχεδόν αόρατη συναίνεση της καθημερινότητας: στο «δεν βαριέσαι», στο «έτσι είναι τα πράγματα», στο «εγώ τι μπορώ να κάνω». Στη φοροδιαφυγή μας, στο «μέσον» ή στο «λάδωμα», που δεν είναι πράξεις αντίστασης, αλλά η μικροπρεπής εκδίκηση του ευνουχισμένου παιδιού απέναντι στον πατέρα, την ίδια ώρα που του ζητάει διορισμό στο δημόσιο.

Εκεί ακριβώς κρύβεται η πραγματική ήττα.

Όχι όταν σε αναγκάζουν με τη βία, αλλά όταν παραιτείσαι από μόνος σου, πριν καν προσπαθήσεις να αντισταθείς.

Η περίφημη «συναισθηματική πανούκλα» που περιγράφει ο Ράιχ δεν είναι μια αφηρημένη ψυχολογική έννοια.

Στον τόπο μας τη βαφτίσαμε «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό», «παράδοση» και «κοινωνική ευπρέπεια», αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για τη σταδιακή απονέκρωση του ανθρώπινου οργανισμού.

Είναι η απώλεια της ζωντάνιας, της επιθυμίας, της αυθεντικής έκφρασης.

Είναι εκείνη η εσωτερική, νεκρική σιωπή που ο μικροαστός τη βαφτίζει «ηρεμία και τάξη», αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά παραίτηση.

Και ένας άνθρωπος που έχει πεθάνει από μέσα του, δεν πρόκειται να αντισταθεί ποτέ έξω.

Αντίθετα, γίνεται αυστηρός, δύστροπος, καχύποπτος απέναντι σε ό,τι αναπνέει ελεύθερα, εχθρικός απέναντι σε ό,τι τολμά να ξεφύγει από το καλούπι.

Είναι πάντα έτοιμος να γλείψει την μπότα που τον πατάει και —το κυριότερο— εξίσου έτοιμος να επιβάλει την ίδια ακριβώς υποταγή και στον διπλανό του με την πρώτη ευκαιρία.

Έτσι εξηγείται και το πιο άβολο ιστορικό μας συμπέρασμα, οι δικτάτορες και οι αυταρχικοί ηγέτες δεν πέφτουν ποτέ από τον ουρανό.

Είναι οι νόμιμοι, επίσημοι εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που τους ονειρεύτηκε στον ύπνο της, που τους αναζήτησε στις κρυφές της νευρώσεις και τους είχε ήδη ετοιμάσει τον κατάλληλο χώρο. Η Χούντα των Συνταγματαρχών ή η δικτατορία του Μεταξά δεν θα άντεχαν ούτε εβδομάδα αν δεν έβρισκαν εύφορο έδαφος στην ψυχολογία του Έλληνα νοικοκυραίου.

Του ανθρώπου που κοιμόταν ήσυχος επειδή «υπήρχε ασφάλεια» και που δεν τον ένοιαζε καθόλου ποιος βασανίζεται στα υπόγεια της ασφάλειας, αρκεί να στρώνεται άσφαλτος έξω από το μαγαζί του.

Αυτός είναι ο απόλυτος θρίαμβος της πανούκλας, η μετατροπή της ηθικής αναπηρίας σε κοινωνική αρετή.

Στις μέρες μας, ο ανθρωπάκος δεν εξαφανίστηκε· απλώς εκσυγχρονίστηκε, απέκτησε πτυχία και φρεσκοσιδερωμένα κοστούμια.

Σήμερα φοράει επώνυμα ρούχα, κρατάει έξυπνα τηλέφωνα και εξαντλεί την επαναστατικότητά του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μιλά με άνεση για δικαιώματα, για ελευθερίες, για ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κάνει οργισμένα likes για την ανθρωπιστική κρίση και την κλιματική αλλαγή, αλλά συχνά χωρίς να διακινδυνεύει απολύτως τίποτα.

Ούτε το μπόνους του, ούτε την ησυχία του, ούτε την κοινωνική του θέση.

Είναι αυτός που θα γράψει μια πύρινη ανάρτηση για την αλληλεγγύη, αλλά θα καλέσει αμέσως την αστυνομία αν ένας άστεγος χαλάει την αισθητική του πεζοδρομίου της πολυκατοικίας του.

Είναι αυτός που απαιτεί με φωνές «αξιοκρατία και κάθαρση», μέχρι η αξιοκρατία να αγγίξει το δικό του παιδί ή τη δική του θεσούλα.

Εκφράζεται, αλλά δεν εκτίθεται ποτέ.

Διαφωνεί στα λόγια, αλλά δεν συγκρούεται στην πράξη.

Και κυρίως, απαιτεί τα πάντα από τους άλλους, χωρίς να αναλαμβάνει ο ίδιος το παραμικρό ρίσκο.

Αυτό το κείμενο παραμένει βαθιά ανυπόφορο, επειδή μας στερεί με τη βία τη μεγαλύτερη μικροαστική μας απόλαυση, την ανέξοδη γκρίνια.

Μας ψιθυρίζει στο αυτί κάτι που θα προτιμούσαμε να μην είναι αλήθεια: ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται μόνο στα ξένα κέντρα αποφάσεων, στα έδρανα του Κοινοβουλίου ή κάπου μακριά «εκεί έξω». Ο εχθρός μάς κοιτάζει κάθε πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου καθώς ξυριζόμαστε ή βαφόμαστε για να βγούμε στη δουλειά.

Και τότε το πρόβλημα παύει να είναι πολιτικό, οικονομικό ή ταξικό.

Γίνεται βαθιά προσωπικό, σχεδόν τρομακτικά υπαρξιακό, πόση ελευθερία αντέχεις πραγματικά, ανθρωπάκο, όταν δεν έχεις πια κανέναν άλλον να κατηγορήσεις για τη δυστυχία σου; Όταν οι δικαιολογίες στερέψουν και μείνεις ολομόναχος απέναντι στο ίδιο σου το ανάστημα;

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences