«Πώς να ξεχάσουμε;» Μην αυταπατασαι κε Κασελακη .. Δεν υπήρξε "αποχώρηση ποδοσφαιρικών μεταγραφών". Υπήρξε μαζική έξοδος ανθρώπων που κουράστηκαν να παρακολουθούν το κόμμα να αλλάζει θέση πιο συχνά...
«Πώς να ξεχάσουμε;» Μην αυταπατασαι κε Κασελακη .. Δεν υπήρξε "αποχώρηση ποδοσφαιρικών μεταγραφών". Υπήρξε μαζική έξοδος ανθρώπων που κουράστηκαν να παρακολουθούν το κόμμα να αλλάζει θέση πιο συχνά απ' ό,τι αλλάζει πρόγραμμα ένα GPS όταν χάνει το σήμα.
Αν τόσοι πολλοί φεύγουν, ίσως δεν χάλασε η πυξίδα των άλλων· ίσως χάθηκε ο προορισμός.
Πώς να ξεχάσουμε ότι υπήρξε μια στιγμή όπου δέκα βουλευτές που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ , μετα το Συνέδριο στο Μπουζουκτσιδικο , ηταν έτοιμοι να συγκροτήσουν κοινοβουλευτική ομάδα και τελικά οι έξι αποχώρησαν οριστικά, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις έκαναν πίσω βλέποντας μια ηγεσία που, σε μια κρίσιμη πολιτική καμπή, έδειχνε να έχει άλλες προτεραιότητες από τη συγκρότηση και τη σταθεροποίηση του νέου πολιτικού εγχειρήματος; Πώς να ξεχάσουμε ότι χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν έναν πολιτικό χώρο για να σε ακολουθήσουν, πιστεύοντας ότι συμμετέχουν στη δημιουργία ενός νέου συλλογικού φορέα, και βρέθηκαν να παρακολουθούν ένα κόμμα που περιστρεφόταν ολοένα και περισσότερο γύρω από την εικόνα και τις προσωπικές επιλογές του αρχηγού του; Πώς να ξεχάσουμε τις αλλεπάλληλες ψηφοφορίες του καλοκαιριού του 2025; Τις συνεχείς προσπάθειες αλλαγής της εσωτερικής λειτουργίας του κόμματος; Την αμφισβήτηση αποφάσεων συνεδρίου, την κατάργηση συμφωνημένων ποσοστώσεων και τις παρεμβάσεις σε πρόσωπα και διαδικασίες επειδή δεν εξυπηρετούσαν τις επιλογές της ηγετικής ομάδας; Πώς να ξεχάσουμε ότι σχεδόν όλες οι βασικές προτάσεις σου απορρίφθηκαν από τα ίδια τα μέλη και παρ' όλα αυτά συνέχισες σαν να μην είχε συμβεί τίποτα; Ότι η γνώμη της βάσης είχε αξία μόνο όταν επιβεβαίωνε προειλημμένες αποφάσεις; Πώς να ξεχάσουμε την απομάκρυνση εκλεγμένων στελεχών, τις πιέσεις, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τη διαρκή απαξίωση όσων εξέφραζαν διαφορετική άποψη; Πώς να ξεχάσουμε ότι η εσωκομματική δημοκρατία κατέληξε να χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: σε όσους συμφωνούσαν μαζί σου και σε όσους έπρεπε να απολογηθούν γιατί διαφωνούν; Για πολλούς, η πολιτική λειτουργία του κόμματος συμπυκνώθηκε σε μια απλή λογική: «ή μαζί μου ή στο διάολο». Μπορεί να μην αποτέλεσε ποτέ επίσημο σύνθημα, όμως αποτύπωσε με ακρίβεια το κλίμα που βίωσαν στελέχη και μέλη.
Ένα κλίμα όπου η διαφωνία δεν αντιμετωπιζόταν ως δημοκρατικό δικαίωμα αλλά ως πράξη αμφισβήτησης της ηγεσίας.
Πώς να ξεχάσουμε ότι όταν εκδηλώθηκαν ακραίες συμπεριφορές, επιθέσεις χαρακτήρα, διαδικτυακές στοχοποιήσεις και απόπειρες πολιτικού προπηλακισμού απέναντι σε ανθρώπους με μακρά πολιτική διαδρομή, δεν υπήρξε καταδίκη που όφειλε να υπάρξει; Ότι η τοξικότητα όχι μόνο δεν απομονώθηκε αλλά συχνά λειτούργησε ως εργαλείο εσωκομματικής πίεσης; «Πώς να ξεχάσουμε, επίσης, τα πρόσωπα που αναδείχθηκαν μέσα σε αυτό το κλίμα; Πρόσωπα που αντί να συμβάλουν στον πολιτικό διάλογο, λειτούργησαν ως φανατικοί υπερασπιστές κάθε επιλογής της ηγεσίας, ανεξάρτητα από το πόσο αντιφατική ή προβληματική ήταν.
Πώς να ξεχάσουμε τις προσωπικές πρωτοβουλίες και τις επικοινωνιακές κινήσεις που εξέθεταν περισσότερο το κόμμα παρά τους πολιτικούς αντιπάλους του; Την αγωνία ορισμένων να αποδείξουν την αφοσίωσή τους στον αρχηγό, ακόμη και όταν αυτό οδηγούσε σε υπερβολές, αστοχίες και πολιτική γελοιοποίηση; Πώς να ξεχάσουμε δημόσιες παρεμβάσεις όπου άνθρωποι με πολυετή κοινοβουλευτική διαδρομή, κυβερνητική εμπειρία και πολιτική παρουσία αντιμετωπίζονταν συλλήβδην ως "γυρολόγοι" ή ως μέρος του προβλήματος, μόνο και μόνο επειδή διαφώνησαν ή αποχώρησαν; Λες και η πολιτική ιστορία και η διαδρομή δεκαετιών μηδενίζονται αυτομάτως όταν κάποιος πάψει να χειροκροτεί την ηγεσία.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν ήταν οι υπερβολές των πρόθυμων υποστηρικτών.
Ήταν ότι αυτό το ύφος έγινε ανεκτό, καλλιεργήθηκε και συχνά επιβραβεύτηκε.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική επάρκεια μετρούσε λιγότερο από την προσωπική αφοσίωση και η κριτική σκέψη θεωρούνταν μειονέκτημα.
Και κάπως έτσι, ένα εγχείρημα που υποσχόταν ανανέωση κατέληξε να αναζητά συνεχώς εχθρούς στο εσωτερικό του, ενώ το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν μπροστά στον καθρέφτη Και σήμερα ζητάς να πιστέψουμε ότι για όλα φταίνε όσοι έφυγαν.
Όμως όταν αποχωρούν βουλευτές, στελέχη, εκλεγμένα όργανα, ιστορικά μέλη και ψηφοφόροι, το πρόβλημα παύει να είναι προσωπικό.
Γίνεται πολιτικό.
Και όταν η έξοδος μετατρέπεται σε μόνιμο φαινόμενο, η ευθύνη δεν μπορεί να αναζητείται διαρκώς στους άλλους.
Η αλήθεια είναι ότι πολλοί δεν εγκατέλειψαν τις ιδέες τους.
Εγκατέλειψαν ένα κόμμα που άλλαζε διαρκώς κατεύθυνση, κανόνες και πολιτικό στίγμα.
Ένα κόμμα στο οποίο η συλλογικότητα υποχωρούσε μπροστά στην προσωπολατρία και η διαφωνία αντιμετωπιζόταν ως απειλή.
Και όσο περισσότερο επιχειρείται να παρουσιαστούν όλοι οι άλλοι ως υπεύθυνοι, τόσο πιο έντονα προβάλλει το πραγματικό ερώτημα: Αν όλοι όσοι έφυγαν ήταν το πρόβλημα, γιατί τελικά έφυγαν σχεδόν όλοι;» «Κάποια στιγμή, όμως, η πολιτική ωριμότητα απαιτεί κάτι περισσότερο από δικαιολογίες και αναζήτηση ενόχων.
Απαιτεί αυτοκριτική.
Να αναγνωρίσεις ότι οι συνέπειες που βιώνεις σήμερα δεν προέκυψαν από συνωμοσίες, ούτε από την κακή πρόθεση όσων αποχώρησαν.
Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, προσωπικών χειρισμών και μιας διαρκούς αναζήτησης δημοσιότητας, ρόλων και πολιτικής επιβεβαίωσης.
Δέξου, επιτέλους, ότι οι άνθρωποι δεν έφυγαν επειδή δεν σε κατάλαβαν.
Έφυγαν γιατί σε κατάλαβαν.
Είδαν την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, ανάμεσα στις διακηρύξεις περί δημοκρατίας και στον τρόπο που λειτούργησε το κόμμα.
Η πολιτική δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο, ούτε αδιάκοπη αναζήτηση προβολής.
Είναι ευθύνη απέναντι σε ανθρώπους που εμπιστεύτηκαν το όνομά τους, τον χρόνο τους και την πολιτική τους διαδρομή σε ένα κοινό εγχείρημα.
Κάνε, λοιπόν, την αυτοκριτική που αποφεύγεις τόσο καιρό.
Γιατί όσο συνεχίζεις να θεωρείς ότι όλοι οι άλλοι φταίνε, τόσο θα επιβεβαιώνεις ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του εγχειρήματος δεν ήταν ποτέ όσοι έφυγαν, αλλά η αδυναμία σου να αναγνωρίσεις τα δικά σου λάθη.
Και αυτό δεν προκαλεί πλέον θυμό ή έκπληξη.
Προκαλεί θλίψη.
Γιατί ένα πολιτικό εγχείρημα που ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες κατέληξε να συζητιέται κυρίως μέσα από τις διασπάσεις, τις αποχωρήσεις και τις προσωπικές συγκρούσεις. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει με αναρτήσεις, συνεντεύξεις ή αναζήτηση νέων ενόχων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους