Η Θύελλα με τα Σγουρά Μαλλιά Δεν βγήκε απλώς στην ακρογιαλιά. Όχι. Σαν να άνοιξε η θάλασσα ένα μυστικό πέρασμα και την έστειλε στον κόσμο για να θυμηθούν οι άνθρωποι πως η ομορφιά δεν είναι...
Η Θύελλα με τα Σγουρά Μαλλιά Δεν βγήκε απλώς στην ακρογιαλιά. Όχι.
Σαν να άνοιξε η θάλασσα ένα μυστικό πέρασμα και την έστειλε στον κόσμο για να θυμηθούν οι άνθρωποι πως η ομορφιά δεν είναι διακόσμηση.
Είναι σεισμός.
Στέκεται εκεί, με το Αιγαίο πίσω της να χάνει ξαφνικά την αλαζονεία του.
Γιατί ποια θάλασσα να καυχηθεί για το γαλάζιο της όταν μπροστά της γελά ένα πλάσμα που κουβαλά στα μάτια ολόκληρο καλοκαίρι; Ο ήλιος δεν την φωτίζει.
Την αναγνωρίζει.
Περνά ανάμεσα από τα σγουρά της μαλλιά, μπλέκεται μέσα τους, καίγεται λίγο, ξαναγεννιέται, και πέφτει επάνω στο πρόσωπό της σαν να βρήκε επιτέλους τον λόγο που ανατέλλει.
Και τα μαλλιά της… Θεέ μου, εκείνα τα μαλλιά.
Δεν είναι μαλλιά.
Είναι μαύρα κύματα που ξέφυγαν από νύχτα με πανσέληνο.
Είναι άνεμοι που τρελάθηκαν από αλάτι.
Είναι μικρές θύελλες που χορεύουν πάνω από το μέτωπό της και λένε στον κόσμο: μην πλησιάζεις αν δεν αντέχεις να αλλάξει ο σφυγμός σου.
Κι εκείνο το χαμόγελο… Δεν είναι χαμόγελο.
Είναι μαχαίρι από φως χωρίς αίμα.
Σε κόβει και σε γιατρεύει την ίδια στιγμή.
Σου ανεβάζει την καρδιά στον λαιμό.
Σου παίρνει τη λογική από το χέρι και την πετά μέσα στα βότσαλα, εκεί που σπάει το κύμα και μυρίζει ο κόσμος αρμύρα, γιασεμί και καλοκαιρινή παραφροσύνη.
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από μια φωτογραφία.
Και υπάρχουν πλάσματα που μπαίνουν από μια φωτογραφία και αναποδογυρίζουν ολόκληρο το δωμάτιο.
Αυτή δεν κοιτάζει απλώς.
Προκαλεί τον ορίζοντα.
Σαν να λέει στη θάλασσα: δείξε μου πόσο βαθιά είσαι, να σου δείξω πόσο βαθιά μπορεί να γίνει ένα βλέμμα.
Σαν να λέει στον ήλιο: κάψε όσο θέλεις.
Έχω μέσα μου φωτιές παλιότερες από το φως σου.
Και γύρω της όλα αλλάζουν θέση.
Το νησί στο βάθος μοιάζει να πλησιάζει.
Τα κύματα χτυπούν πιο δυνατά.
Τα βότσαλα κρατούν την ανάσα τους.
Ο αέρας χάνει τον δρόμο του μέσα στις μπούκλες της.
Κι εσύ, όποιος κι αν είσαι, όσο κι αν νόμιζες πως έχεις μάθει να κοιτάς την ομορφιά με ψυχραιμία, ξαφνικά καταλαβαίνεις πως υπάρχουν παρουσίες που δεν τις βλέπεις.
Τις παθαίνεις.
Γιατί αυτή δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο μπροστά στη θάλασσα.
Είναι η στιγμή που το καλοκαίρι σηκώνεται όρθιο, τινάζει τα μαλλιά του, γελά κατάματα στον κόσμο και κάνει τα κόκαλα της σιωπής να ραγίσουν.
Είναι γυναίκα με βλέμμα θάλασσας, με γέλιο φωτιάς, με άνεμο στα μαλλιά και με εκείνη την επικίνδυνη αθωότητα που δεν ζητά τίποτα κι όμως τα παίρνει όλα.
Και μένεις εκεί.
Με την καρδιά να χτυπά σαν τύμπανο σε αρχαία γιορτή.
Με το αίμα να τρέχει πιο γρήγορα.
Με την ψυχή να ψιθυρίζει: κάποιες ομορφιές δεν είναι για να τις εξηγήσεις.
Είναι για να σε διαλύσουν λίγο.
Να σε σηκώσουν λίγο.
Να σου θυμίσουν πως είσαι ακόμη ζωντανός.
Και πως κάπου, ανάμεσα σε αλάτι, φως, μαύρα σγουρά μαλλιά και ένα χαμόγελο που κάνει τη θάλασσα να σωπαίνει, υπάρχει ακόμη εκείνη η αστραπή που μπορεί να ανάψει τον άνθρωπο από μέσα. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους