Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ επιμέλεια του Π. Μάριου Ρήγου, Κέρκυρα Σήμερα, 1η Ιουλίου 2026, στο Écône, η Αδελφότητα του Αγίου Πίου Ι΄ χειροτόνησε τέσσερις νέους επισκόπους χωρίς την άδεια του...
Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ επιμέλεια του Π. Μάριου Ρήγου, Κέρκυρα Σήμερα, 1η Ιουλίου 2026, στο Écône, η Αδελφότητα του Αγίου Πίου Ι΄ χειροτόνησε τέσσερις νέους επισκόπους χωρίς την άδεια του Πάπα.
Παρακολουθώ εδώ και χρόνια τις στάσεις αυτού του κινήματος, καθώς και εκείνες τις υπομονετικότατες, επαναλαμβανόμενες, σχεδόν πάντα απογοητευμένες, μιας διαδοχής Παπών που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποφύγουν αυτή τη μέρα.
Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, επιστρέφει να με συνοδεύει μια ερώτηση που δεν είναι καινούργια για μένα, αλλά που σήμερα το πρωί απέκτησε διαφορετικό βάρος.
Πώς μπορεί ένας ελεύθερος άνθρωπος της εποχής μας να παραμένει τόσο προσκολλημένος σε μια λειτουργική γλώσσα που δεν κατανοεί, ενώ ολόκληρος ο κόσμος έμαθε, με κόπο, να ζητά το δικαίωμα να προσεύχεται στη μητρική του γλώσσα.
Δεν γράφω για να κρίνω ή να καταδικάσω κανέναν.
Γράφω επειδή αυτή την ερώτηση, ειλικρινά, την κάνω πρώτα απ' όλα στον εαυτό μου.
Όποιος, έχει παρακολουθήσει με προσοχή τις εξελίξεις της Αδελφότητας του Αγίου Πίου Ι’, από το 1988 μέχρι σήμερα, θα γνωρίζει ίσως τη σειρά των γεγονότων.
Τον αφορισμό των επισκόπων που χειροτόνησαν και χειροτονήθηκαν παράνομα, από τον άγιο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, με το Αποστολικό Γράμμα Ecclesia Dei (2 Ιουλίου 1988), όπου διακήρυξε ότι οι δύο επίσκοποι που τέλεσαν τις χειροτονίες και οι τέσσερις νέοι επίσκοποι είχαν υποπέσει αυτοδικαίως (latae sententiae) στην ποινή του αφορισμού, όπως προβλέπει το Κανονικό Δίκαιο για επισκοπική χειροτονία χωρίς παπική εντολή.
Την άρση του από τον μακαριστό Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ το 2009, χειρονομία μονομερούς ελέους, όχι χωρίς κόστος, που δεν ανταποδόθηκε με πλήρη δογματική υπακοή, τις θεολογικές συνομιλίες δύο ετών από το 2009 έως το 2011 που κατέληξαν χωρίς συμφωνία.
Τη δυνατότητα έγκυρων πράξεων μυστηρίων που παραχώρησε ο Φραγκίσκος «για το καλό των ψυχών» κατά τη διάρκεια του έκτακτου Ιωβηλαίου της Ευσπλαχνίας στην επιστολή του προς τον Καρδινάλιο Rino Fisichella, Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση του Νέου Ευαγγελισμού, την οποία ολοκλήρωνε με τα παρακάτω λόγια: «Μια τελευταία σκέψη απευθύνεται σε εκείνους τους πιστούς που, για διάφορους λόγους, θέλουν να παρευρίσκονται σε εκκλησίες που λειτουργούν από τους ιερείς της Αδελφότητας του Αγίου Πίου Χ. Αυτό το Ιωβηλαίο Έτος της Ευσπλαχνίας δεν αποκλείει κανέναν.
Από διάφορες πλευρές, μερικοί αδελφοί Επίσκοποι μου μίλησαν για την καλή πίστη και τη μυστηριακή τους πρακτική, σε συνδυασμό όμως με την ταλαιπωρία του να ζουν σε μια ποιμαντικά δύσκολη κατάσταση.
Είμαι βέβαιος ότι στο εγγύς μέλλον μπορούν να βρεθούν λύσεις για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας με τους ιερείς και τους προϊσταμένους της Αδελφότητας.
Εν τω μεταξύ, κινούμενος από την ανάγκη να ανταποκριθώ στο καλό αυτών των πιστών, διατάσσω με δική μου επιθυμία ότι όσοι κατά το Άγιο Έτος του Ελέους έρχονται να τελέσουν το Μυστήριο της Συμφιλίωσης με τους ιερείς της Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι’ θα λάβουν έγκυρα και νόμιμα άφεση για τις αμαρτίες τους.» Τέλος τη σχεδόν ικετευτική έκκληση που ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ απηύθυνε πριν από μόλις δύο ημέρες στον Γενικό Προϊστάμενο της Αδελφότητας: «Σας παρακαλώ και σας ζητώ με όλη μου την καρδιά: Επιστρέψτε.» Σε σχεδόν σαράντα χρόνια, κάθε χειρονομία ανοίγματος της Αγίας Έδρας έγινε δεκτή με λόγια σεβασμού και ακολουθήθηκε, στην πράξη, από την ίδια πορεία αυτονομίας.
Εδώ νομίζω δεν βλέπουμε το χρονικό ενός μεμονωμένου συμβάντος, αλλά την εικόνα μιας σταθερής στάσης, που σήμερα απλώς έγινε, για ακόμη μία φορά, περισσότερο ορατή σε όλους με την απόφασή τους να χειροτονήσουν και πάλι επισκόπους χωρίς την εντολή του Ρωμαίου Ποντίφικα.
Παρατηρώντας αυτή την εμμονή, όλα αυτά τα χρόνια, και διαβάζοντας τις τελευταίες ημέρες τα όσα και πάλι διαδραματίζονταν ανάμεσα στην Αγία Έδρα και της συγκεκριμένη Αδελφότητα, άρχισα να αναρωτιέμαι αν η άρνηση της Β’ Βατικανής Συνόδου και η προσκόλληση σε μια γλώσσα και ένα μεσαιωνικό τυπικό, ωραίο, συγκινητικό και μεγαλειώδες, αλλά ακατανόητο συνάμα, αυτό και η γλώσσα της έκφρασής του, για τους περισσότερους, δεν ήταν, στο βάθος, δύο εκφράσεις του ίδιου πράγματος.
Μου τυχαίνει να συναντώ ανθρώπους, και εδώ στην Κέρκυρα αλλά και αλλού, συχνά μορφωμένους, συχνά ειλικρινείς, κάποτε νεότερους από εμένα, συχνά και αδελφούς μου στην ιεροσύνη, που αισθάνονται στα λατινικά μια σιγουριά και μια βεβαιότητα.
Δεν προσποιούμαι πως δεν τους καταλαβαίνω.
Είναι αλήθεια πως υπάρχει σε εκείνη τη γλώσσα ένας ήχος που προηγείται του νοήματος, μια μουσικότητα που μαγεύει πριν ακόμη διδάξει, και στην εποχή μας, που όλα αλλάζουν γρήγορα και ασταμάτητα, η αμεταβλητότητα ενός τύπου μπορεί όντως να μοιάζει με καταφύγιο.
Δεν είναι τρέλα αυτό.
Είναι, πιστεύω, μια γνήσια ανθρώπινη ανάγκη, η ανάγκη για κάτι που να μένει σταθερό ενώ όλα τα άλλα αλλάζουν και κινούνται.
Η απορία μου, το τονίζω αυτό, δεν γεννιέται από το να κρίνω αυτή την ανάγκη ως λανθασμένη.
Γεννιέται από μια άλλη ερώτηση, πιο απλή, από το αν μπορεί κανείς να αγαπά πραγματικά μια προσευχή που δεν κατανοεί; Ή μήπως καταλήγει, χωρίς να το αντιληφθεί, να αγαπά το περίβλημα αντί για το περιεχόμενο; Κάθε φορά που ξαναδιαβάζω τη διήγηση της Πεντηκοστής στις Πράξεις των Αποστόλων, με εντυπωσιάζει μια λεπτομέρεια που συχνά περνά απαρατήρητη, το Άγιο Πνεύμα, τη στιγμή που ιδρύεται η Εκκλησία, δεν επιβάλλει μία ιερή γλώσσα προς εκμάθηση και χρήση στην προσευχή ή την τέλεση των μυστηρίων.
Κάνει το ακριβώς αντίθετο.
Κάνει ώστε ο καθένας, ερχόμενος από διαφορετικές χώρες, να ακούει να διακηρύσσονται τα μεγαλεία του Θεού «στη δική του γλώσσα», τη γλώσσα στην οποία η μητέρα του τού έμαθε να ονομάζει τα πράγματα, όχι εκείνη των συγγραμμάτων, τη λόγια και απόμακρη από την καθημερινή έκφραση και ζωή.
Αν αναζητώ μια θεμελιώδη εικόνα για να καταλάβω γιατί η Εκκλησία, στη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού, θέλησε να αποδώσει στους πιστούς τη δυνατότητα να προσεύχονται κατανοώντας όσα λένε, μιλώντας με το Θεό στη γλώσσα τους, τη βρίσκω ακριβώς εκεί, κι όχι σε μια σύγχρονη μανία ή ιδιοτροπία, τη βρίσκω τη μέρα ακριβώς που γεννήθηκε η Εκκλησία.
Το να κατανοεί κανείς τα λόγια της προσευχής του δεν είναι παραχώρηση στον αιώνα, όπως λέγεται καμιά φορά με κάποια καχυποψία.
Είναι, μου φαίνεται, η προϋπόθεση για να είναι η προσευχή πραγματικά δική μου, για να συμμετέχει η καρδιά, όπως διδάσκει η ίδια η ανανεωμένη λειτουργία, «συνειδητά, ενεργά και καρποφόρα», και όχι απλώς να παρίσταται, βουβή και ξένη, σε μια τελετή που εξελίσσεται αλλού, σε μια γλώσσα που ανήκει σε ειδικούς.
Εδώ τα σημερινά γεγονότα στο Écône με βοήθησαν να δω κάτι που, μόνα τους, τα δύο αυτά θέματα, η λειτουργική γλώσσα και η υπακοή στον Διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, θα μπορούσαν να κρύψουν.
Εκείνος που αρνείται να είναι η προσευχή του κατανοητή σε όποιον την απαγγέλλει, και εκείνος που αρνείται να βρίσκεται η ιεραρχία του σε ορατή κοινωνία με τον Επίσκοπο της Ρώμης, μήπως τελικά κάνουν και οι δύο την ίδια κίνηση σε δύο διαφορετικά επίπεδα; Μήπως τελικά αρνούνται μια σχέση που απαιτεί να προσεγγίζεις τον άλλον, να γίνεσαι κατανοητός, να εξαρτάσαι κατά κάποιον τρόπο από κάποια αξιολογική κλίμακα, από μια ιεραρχία, είτε είναι η σύναξη των πιστών που προσεύχεται μαζί μου στη γλώσσα μου, είτε ο Επίσκοπος Ρώμης που πρέπει σύμφωνα με την παράδοση αιώνων, ως ορατή κοινωνία αγάπης, να εξουσιοδοτήσει όποιον προορίζεται για να χειροτονηθεί επίσκοπος.
Και στις δύο περιπτώσεις, η ακαταληψία και η αυτάρκεια, θα έλεγε η επιστήμη της ψυχολογίας, προστατεύουν από κάτι, από το να βρίσκεσαι πραγματικά, μέχρι τέλους, σε κοινωνία με άλλους που δεν ελέγχεις πλήρως.
Δεν είναι τυχαίο, πιστεύω, ότι η ίδια Αδελφότητα του Αγίου Πίου Ι’ που σήμερα θέλησε να εξασφαλίσει, όπως ακούσαμε με τα λόγια των ίδιων της των ανακοινώσεων, μια «μυστηριακή αυτάρκεια» ανεξάρτητη από τη Ρώμη, είναι και εκείνη πιο προσκολλημένη σε μια λειτουργία της οποίας η γοητεία, για πολλούς από τους πιστούς της, βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν χρειάζεται να γίνεται πλήρως κατανοητή.
Η γλωσσική αυτάρκεια και η ιεραρχική αυτάρκεια γεννιούνται, φοβάμαι, από την ίδια ρίζα, τον φόβο μιας κοινωνίας που, για να είναι αληθινή, πρέπει να αφήνεται να γίνεται κατανοητή και να συνδιαλέγεται, να αλληλοσυμπληρώνεται, και βέβαια, σε ότι αφορά την Καθολική Εκκλησία και Παράδοση, να κυβερνάται από εκείνον που φέρει στις πλάτες του την βαριά ευθύνη μιας υπηρεσίας η οποία του ανατέθηκε από την Εκκλησία σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου.
Εδώ όμως πρέπει να είμαι ακριβής, γιατί είναι εύκολο να γλιστρήσει κανείς σε μια πλάνη εξίσου επικίνδυνη με την αντίθετη.
Η μετάβαση από τα λατινικά στη μητρική γλώσσα δεν άγγιξε σε τίποτα το δόγμα, ούτε τα μυστήρια, δεν αλλοίωσε ούτε μία αλήθεια της πίστης, δεν μετέβαλλε την ουσία της ευχαριστιακής θυσίας ούτε την πραγματικότητα αυτού που συντελείται στο άγιο θυσιαστήριο.
Άλλαξε τη γλωσσική μορφή με την οποία εκείνη η πραγματικότητα διακηρύσσεται, όχι όμως την ίδια την πραγματικότητα.
Και τότε, συγχωρέσετε με, αλλά η παραξενιά μου γίνεται πιο συγκεκριμένη.
Δεν είναι παραξενιά προς όποιον αγαπά την ομορφιά του γρηγοριανού μέλους, ή το μεγαλείο και τη σιωπή μιας αρχαιοπρεπούς τελετής, ομορφιά που κι εγώ, σε ορισμένες στιγμές, ξέρω να αναγνωρίζω, να θαυμάζω και να αγαπώ, εντάσσοντάς την στην πορεία της ιστορίας.
Είναι παραξενιά προς την ιδέα, συχνά μη διατυπωμένη αλλά παρούσα, ότι η ακαταληψία είναι η ίδια σημάδι ιερότητας, ότι μια προσευχή είναι τόσο πιο άγια όσο λιγότερο την καταλαβαίνει κανείς.
Και μου έρχονται αυθόρμητα στη σκέψη, αγαπημένοι φίλοι, που ζητούν πολλές φορές μια λειτουργία στα λατινικά, γιατί έτσι έμαθαν στα παιδικά του χρόνια, και τους καταλαβαίνω για την έκφραση αυτή της νοσταλγίας τους, αλλά χαμογελώ, όχι με υπεροψία αλλά με προβληματισμό όταν μου λένε για να με πείσουν ότι θυμούνται τα "όμορφα λατινικά" της Θείας Λειτουργίας: «Dominus Babiscum!!!-Spiritutu!», (Ένας αγαπημένος λόγιος Ιερομόναχος των παιδικών μου χρόνων, ο μακαριστός Αυγουστινιανός Ασομψιονιστής π. Θεόκτιστος Σωμαρίπας, γνώστης της αρχαίας ελληνικής καθώς και της λατινικής γλώσσας σε ακαδημαϊκό επίπεδο, ο οποίος λειτουργούσε στα βαθιά του γεράματα στην Αγία θηρεσία στην Κυψέλη, στα λατινικά, με ειδική άδεια, έλεγε με την παρρησία και την απλότητα του σοφού, για όσους έκαναν πως ήξεραν τα λατινικά και απαντούσαν με την αυτοπεποίθηση της άγνοιας, με ότι είχε αρπάξει το αυτί τους, «ότι και να λέτε το ίδιο είναι, έτσι κι αλλιώς όταν λέω εγώ sursum corda, ακούω που μου απαντάτε Bemusado! Φοβάμαι πως κι ο Ύψιστος που σίγουρα ξέρει καλά λατινικά δεν θα καταλαβαίνει τι του λέτε!» κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε ή αν δεν κατάλαβε πάλι το ίδιο είναι.) Αναρωτιέμαι αν αυτό δεν είναι, τελικά, μια σκέψη πιο κοντά στη μαγεία παρά στην πίστη, γιατί η μαγεία χρειάζεται σκοτεινούς τύπους για να λειτουργήσει, ενώ η χριστιανική πίστη γεννιέται, από την αρχή ως Ενσαρκωμένος Λόγος που θέλησε ο Ίδιος να γίνεται κατανοητός, που χρησιμοποίησε την ανθρώπινη γλώσσα και μάλιστα μια απλή διάλεκτο της εποχής του, αυτή που γνωρίζουμε ως τη γλώσσα του λαού, την Αραμαϊκή, για να γίνει δεκτός και να καλεί στη συμμετοχή, όχι απλώς να τον υφίσταται κανείς.
Όποιος φοβάται ότι η προσευχή στα ιταλικά, στα ελληνικά, στα γαλλικά, στα κινεζικά ή στα πολωνικά φτωχαίνει την πίστη, συγχέει, πιστεύω, το δοχείο με το περιεχόμενο, σαν να ήταν η αλήθεια λιγότερο αληθινή όταν την λέω στη γλώσσα της μητέρας μου αντί σε εκείνη του Κικέρωνα.
Και με τον ίδιο τρόπο, μια παπική εντολή που δεν παραχωρείται σε μια επισκοπική χειροτονία, δεν αγγίζει την πίστη όποιου τη λαμβάνει παρά τη θέληση της Εκκλησίας, αγγίζει μόνο, αλλά με καθοριστικό τρόπο, την ορατή του ένταξη στο σώμα που αυτή την πίστη φυλάσσει σε κοινωνία με τους άλλους.
Δεν μου ήρθε η ιδέα να γράψω όλα αυτά για να αμφισβητήσω την ειλικρίνεια όσων, σήμερα, δέθηκαν ακόμη περισσότερο με το Écône, ούτε για να υπονοήσω ότι η πίστη τους είναι μικρότερη από τη δική μου.
Αντίθετα, είμαι πεπεισμένος, πως πολλών από εκείνους η πίστη είναι πολλή μεγαλύτερη από τη δική μου.
Γνωρίζω αρκετά καλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης καρδιάς για να επιτρέψω στον εαυτό μου μια τόσο κατηγορηματική κρίση για επιλογές που δεν μου ανήκουν.
Γράφω όμως γιατί προβληματίστηκα αρκετά και επειδή πιστεύω ότι η ελευθερία, η αληθινή, εκείνη ενός ανθρώπου που δεν χρειάζεται πια σκοτεινούς τύπους ούτε παράλληλες ιεραρχίες για να αισθανθεί κοντά στον Θεό, περνά και μέσα από την ικανότητα να προσεύχεται γνωρίζοντας τι ακριβώς λέει, και σε ποιον, και μέσα από την ικανότητα να παραμένει, ακόμη κι όταν κοστίζει, σε μια κοινωνία που δεν επέλεξε μόνος του.
Παραμένω πεπεισμένος ότι η κατανόηση δεν αφαιρεί τίποτα από το μυστήριο.
Το μεγαλύτερο μυστήριο, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ ο ήχος μιας γλώσσας που δεν καταλαβαίνουμε, ούτε η αυτάρκεια όποιου δεν χρειάζεται να λογοδοτεί σε κανέναν, είναι ότι ο Θεός, όπως έγραψα και παραπάνω, επέλεξε ο Ίδιος να γίνει κατανοητός, να μας αποκαλυφθεί στο Πρόσωπο του Χριστού, και μας κάλεσε με το βάπτισμα να γίνουμε Σώμα Του, δηλαδή Εκκλησία, δηλαδή κοινωνία, και όχι απλώς απομονωμένη συνείδηση του εαυτού του. π. ΜΡ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους