[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Χαρά Νάστου 3. Η Ινώ ως Λευκοθέα σε δράση αγαθοεργή Η μεταμορφωμένη σε καλή Νηρηίδα Ινώ, μετανοματισμένη σε Λευκοθέα, απαντάται στη θάλασσα της Οδύσσειας, ως συμπαραστάτις του Οδυσσέα, που...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Χαρά Νάστου 3. Η Ινώ ως Λευκοθέα σε δράση αγαθοεργή Η μεταμορφωμένη σε καλή Νηρηίδα Ινώ, μετανοματισμένη σε Λευκοθέα, απαντάται στη θάλασσα της Οδύσσειας, ως συμπαραστάτις του Οδυσσέα, που θαλασσοδέρνεται στον πηγεμό του για την Ιθάκη.

Τον βοηθά δίνοντάς του το μαγικό μαγνάδι με το οποίο θα σωθεί από την τρικυμία και θα τα καταφέρει να φτάσει στη χώρα των Φαιάκων. Η Ινώ, λοιπόν, η κρουσταλλόποδη, ως Λευκοθέα πια, σώζει τον Οδυσσέα, λίγο πριν αυτός καταποντιστεί στο στόμα των κυμάτων.

Αναδύεται ως από μηχανής θεός από τη μάνητα της θάλασσας ψυχοπονιάρα νύμφη, η Λευκοθέα, λύπη στην ψυχή της έχοντας για αυτά τα πάθια, που άνεμοι φέρνουν καλόδετα στα υψηλά τα κύματα μέσα.

Ενώ τα κύματα το σκάφος απειλούν να βουλιάξουν του Οδυσσέα, να τον εγκαταλείψουν μετά αυτόν στο έλεος του πέλαγου, στον άγριο κι άνισο πάλεμα με τους δαιμονισμένους υποτακτικούς, αέρηδες που ελέγχει ο Ποσειδώνας, έρχεται η κρουσταλλόποδη Ινώ, σύμμαχος κι αρωγός, βοήθεια να δώσει: «Τον είδε η κρουσταλλόποδη Ινώ, του Κάδμου η κόρη, η Λευκοθέα, που θνητή πριν ήταν και μιλούσε και τώρα δόξα απ' τους θεούς μέσα στα πέλαγα είχε, και του Δυσσέα πόνεσε τα πάθια που τραβούσε.

Και σαν την πάπια πεταχτή βγήκε απ' τα κύματα όξω και στο καλόδετο σκαφί κάθισε απάνω κι είπε· «Γιατί, καημένε, θύμωσε μαζί σου ο Κοσμοσείστης έτσι βαριά και με πικρά φαρμάκια σε ποτίζει; Μα κι αν λυσσάξει απ' το θυμό δε θα σου φάει το μάτι.

Μόν' έτσι κάμε γλήγορα θαρρώ πώς κόβει ο νους σου.

Βγάλε τα ρούχα που φορείς κι αμόλα στους ανέμους να παραδέρνει το σκαφί και πάντα κολυμπώντας προσπάθησε πώς θα βρεθείς στη χώρα των Φαιάκων όπου γραφτό είναι να σωθείς.

Πάρε κι αυτό ν' απλώσεις κατάσαρκα στα στήθια σου τ' αθάνατο μαντίλι.

Δεν έχεις φόβο να πνιγείς μήτε κακό να πάθεις.

Κι όταν αγγίξεις στη στεριά τα χέρια σου, το λύνεις και πίσω μες στα κύματα το ρίχνεις τ' αφρισμένα, αλάργα απ' την ακρογιαλιά και στρέψε αλλού να βλέπεις». Καχύποπτος κι επιφυλακτικός, στο άγριο στόμα της θάλασσας, στη μέση του πελάγου, ο παραδαρμένος Οδυσσέας γίνεται ακροατής-αποδέκτης ενός παραμυθιού, που ‘χει για νεράιδα την Ινώ και για σωτήρα ένα μαντήλι, ικανό ν' απομακρύνει τον πιο μεγάλο κίνδυνο, που λέγεται αέρας.

Ενώ τον τρόπο του δείχνει η Ινώ, πως να σωθεί από την άγρια οργή του Ποσειδώνα, παρότι για το γραφτό του μοιάζει να του μιλά, που είναι η σωτηρία, την πίστη του δεν δίνει σ’ αυτή την προφητεία.

Οι περιπέτειες στα δέκα τούτα χρόνια, που λαχταρούσε το γυρισμό, το χώμα να πατήσει το άγιο της πατρίδας, τον κάνουν καχύποπτο, δεν τον αφήνουν να χαρεί με το καλό το νέο.

Είναι πολύ ωραίο για να είναι αληθινό. «Αλί μου, πάλε αθάνατος κανείς καινούρια απάτη μου πλέκει, ενόσω μου ζητά όξω να βγω απ' τη σκάφη.

Μα ακόμα δε θα γελαστώ, γιατί η στεριά είναι αλάργα, όπου μου πρόβλεψε η θεά καταφυγή, πως θα 'βρω.

Μόν' άλλο πιο καλύτερο μου φαίνεται θα κάμω.

Όσο τα ξύλα στους αρμούς είναι ενωμένα ακόμα, θα μείνω αυτού και θα βαστώ, στα βάσανα χωμένος.

Κι όταν τη σκάφη ολότελα τα κύματα χωρίσουν, θα κολυμπήσω, πιο καλό να κάμω αφού δεν έχω». Ο Ποσειδώνας όμως ξαναχτυπά και τη φορά αυτή η τρίαινα τα ξύλα, τη σχεδία που συγκρατούν, πολύ μακριά σκορπίζει: «Κι εκεί που τέτοια ανάδευε μες στης καρδιάς τα βάθη σήκωσε ο Σαλευτής της γης ένα πελώριο κύμα, όρθιο, σκαστό, καμαρωτό, κι απάνω του έπεσε όλο.

Κι όπως σαρώνει τ' άχυρα της θημωνιάς, σαν πιάσει σφοδρός αέρας, κι άλλα αλλού της τ' ανεμοσκορπίζει, έτσι της σκάφης τα μακριά της σκόρπισε τα ξύλα». Σανίδα σωτηρίας ¨Ενα ξύλο εκεί κοντά γίνεται πια χρυσάφι, αφού το βλέπει μέσα στη ζάλη του ως τη σωτήρια κιβωτό, που θα τον πάει στην Ιθάκη: «Τότε ο Δυσσέας κάθισε καβάλα σ' ένα ξύλο σα να 'ταν άτι τρεξιμιό κι έβγαλε ευτύς τα ρούχα που του 'χε δώσει η Καλυψώ κι άπλωσε το μαντίλι στα στήθια του και πέφτοντας στη θάλασσα τα μπρούμτα τα χέρια κλειούσε κι άνοιγε να κολυμπά ζητώντας». Η ασίγαστη μανία του Ποσειδώνα Τη μοίρα ο Ποσειδώνας να την αλλάξει δεν μπορεί, θα κάνει όμως το πεπρωμένο του να πιει πολύ νερό ακόμα: «Τον είδε τότε ο Σαλευτής της γης ο Ποσειδώνας κι έτσι έλεγε μονάχος του κουνώντας το κεφάλι· «Έτσι χορτάτος βάσανα στο πέλαο τώρα τράβα, ωσότου θεογέννητους ανθρώπους ν' απαντήσεις.

Μα κι έτσι μ' όσα τράβηξες, παράπονο δε θα 'χεις». Είπε και τα καλότριχα χτυπώντας άλογά του, πήγε τρεχάτος στις Αιγές πού 'χε ακουστό ναό του». Ο Ποσειδώνας ικανοποιημένος αναχωρεί στον ακουστό ναό του.

Το ταξίδι συνεχίζεται πάνω σε μια σανίδα, Μυθολόγοι! Η καλή νεράιδα, η Λευκοθέα, σώζει τον Οδυσσέα στη χώρα των Φαιάκων, πολύ κοντά στην ποθητή Ιθάκη.

Εικόνα 1: Η Λευκοθέα σώζει τον Οδυσσέα. Allori, Alessandro, 1580, τοιχογραφία. Eικόνα 2: ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΛΕΥΚΟΘΕΑ PELLEGRINO TIBALDI PALAZZO POZZI Έρρωσθε και χαίρεσθε, Μυθολόγοι Πηγή: Οδύσσεια: Ραψωδία ε

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences