[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 10 χρόνια από την πρώτη μου μέρα στο Μάντσεστερ. Με αφορμή αυτή την ιδιαίτερα σημαντική επέτειο για μένα, έγραψα το παρακάτω κείμενο. Δεν πρόκειται για ανάλυση ούτε για...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 10 χρόνια από την πρώτη μου μέρα στο Μάντσεστερ.

Με αφορμή αυτή την ιδιαίτερα σημαντική επέτειο για μένα, έγραψα το παρακάτω κείμενο.

Δεν πρόκειται για ανάλυση ούτε για σύγκριση χωρών.

Είναι απλώς η προσωπική αφήγηση ενός ανθρώπου που βρέθηκε κάποτε εδώ ως μετανάστης και που μια δεκαετία αργότερα, κοιτάζει πίσω και αναλογίζεται τη διαδρομή του. ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ Ως και τον Νοέμβριο του 2015, το Μάντσεστερ ήταν για μένα απλώς ένα τοπωνύμιο που είχα συνδέσει, τελείως αόριστα, με κάποια συγκροτήματα της ροκ σκηνής και την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα.

Αν με ρωτούσες πού βρίσκεται, δύσκολα θα το έβρισκα στον χάρτη.

Ήταν την τελευταία μέρα της μακρινής εκείνης χρονιάς που συναντήθηκα για πρώτη φορά με τον Γιώργο, σε ένα καφέ στο Μαρούσι.

Η συνάντηση εκείνη υπήρξε η αφετηρία μιας διαδρομής που άλλαξε τη ζωή μου. Ο Γιώργος είχε σπουδάσει στο Μάντσεστερ και ζούσε ήδη αρκετά χρόνια εκεί.

Ήταν ο πρώτος που μου μίλησε για την πόλη.

Δεν προσπάθησε να με εντυπωσιάσει, ούτε να μου πουλήσει όνειρα.

Μίλησε ήρεμα, χωρίς ενθουσιασμούς και μεγάλα λόγια.

Με έναν τρόπο ουσιαστικό και με εκείνη τη σπάνια βεβαιότητα που δεν έχει ανάγκη από υπερβολές για να γίνει πιστευτή: «Πάνο, εκεί τα πράγματα λειτουργούν». Τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα τις θυμάμαι σαν να ήταν χθες.

Την παραίτηση από την τηλεφωνική εταιρεία όπου εργαζόμασταν με την τότε σύντροφό μου, τις ατέλειωτες συνεννοήσεις, το τρέξιμο για διαβατήρια, τράπεζες, υπηρεσίες και χαρτιά.

Βαλίτσες δεν ετοιμάσαμε παρά μόνο την τελευταία μέρα.

Και τι να πρωτοστριμώξει κανείς σε μια βαλίτσα 23 κιλών; Ένα ξεχαρβαλωμένο laptop και κάποια απολύτως βασικά είδη.

Και μαζί με αυτά, τα ποδοπατημένα μας όνειρα και ένα τσουβάλι γεμάτο θυμό και αγωνία.

Βλέπετε, οι προσδοκίες, οι ελπίδες και οι ανοιχτοί λογαριασμοί με τη ζωή δεν χωράνε σε καμία βαλίτσα.

Χωράει όμως η πεισματική ελπίδα πως κάπου αλλού τα πράγματα ίσως μπορούν να γίνουν καλύτερα.

Ήμουν πλέον 45 χρονών, χωρίς γνωριμίες, χωρίς καμιά εμπειρία ζωής στο εξωτερικό, χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Χωρίς εγγυήσεις και βεβαιότητες.

Αλλά και χωρίς εναλλακτικές.

Μόνο με την απόφαση ότι έπρεπε να τολμήσω.

Ήταν κυριολεκτικά ένα άλμα στο κενό.

Σήμερα μπορεί να χαμογελάω που τα σκέφτομαι αλλά εκείνες τις μέρες φοβόμουν πραγματικά.

Η ανάγκη όμως να βγω από το ελληνικό αδιέξοδο και να αλλάξω σελίδα ήταν εντονότερη από τον φόβο.

Κάποιες αποφάσεις δεν τις παίρνεις επειδή είσαι γενναίος.

Τις παίρνεις επειδή έχεις κουραστεί να φοβάσαι.

Πάνω απ’ όλα με βάραινε η βεβαιότητα πως, αν δεν το επιχειρούσα τότε, μάλλον δεν θα το έκανα ποτέ.

Ας προσπαθούσα ρε αδερφέ κι ας έσπαγα τα μούτρα μου.

Έστω για να πω στον εαυτό μου πως δεν κώλωσα, πως έκανα πραγματικά ό,τι μπορούσα.

Αν είχα παραμείνει στην Ελλάδα, θα με έτρωγε για πάντα η αμφιβολία.

Στην τελική, όλα όσα είχα να χάσω είτε είχαν εξανεμιστεί μέσα στην κρίση είτε δεν ήρθαν ποτέ.

Πόσες ακόμη ζωές να περιμένω μέχρι «να αλλάξουν τα πράγματα»; Ακόμα και σήμερα εξακολουθώ να πιστεύω πως (τουλάχιστον για κάποιους από εμάς), η χώρα μας απλώς μεταμφιέζεται.

Κατά βάθος, όμως, δεν αλλάζει ποτέ.

Έτσι, έφυγα αφήνοντας πίσω μου όχι απλά μια πατρίδα, αλλά και μια εκδοχή του εαυτού μου που κουράστηκε να περιμένει τις «αλλαγές». Για να συνειδητοποιήσω τελικά στην πορεία πως οι μόνες χαμένες μάχες είναι εκείνες που δεν δώσαμε ποτέ.

Και πως ο φόβος δεν είναι πάντοτε εμπόδιο.

Μερικές φορές είναι απλώς η σκιά που πέφτει μπροστά μας πριν από το επόμενο βήμα.

Ένα βροχερό απόγευμα Τετάρτης προσγειώθηκα στο Μάντσεστερ με ένα μυαλό γεμάτο σκέψεις, ελπίδες και ερωτηματικά.

Καθώς κατέβαινα από το αεροπλάνο, θυμάμαι τον γκρίζο ουρανό να κρέμεται σαν ταβάνι πάνω από την πόλη και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά της υγρασίας.

Ήταν σαν να περνούσα το κατώφλι ενός παράξενου, άγνωστου κόσμου.

Θολού, ήσυχου και κρύου.

Ενός κόσμου που δεν με προσκάλεσε, δεν με περίμενε, αλλά ούτε και θα με απέρριπτε.

Σε αντίθεση με την Αθήνα, που την κουβαλούσα μέσα μου σε κάθε της λεπτομέρεια, το Μάντσεστερ ήταν για μένα ένα καινούργιο, άγνωστο σύμπαν.

Μια λευκή σελίδα που περίμενε να γεμίσει.

Ένας τόπος χωρίς εικόνα, χωρίς μυρωδιά, χωρίς ήχο.

Χωρίς αναμνήσεις και συναισθηματικά αποτυπώματα.

Ήταν ένας τόπος χωρίς παρελθόν και ίσως γι’ αυτό είχε χώρο για μέλλον.

Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι.

Πολλά προβλήματα, αβεβαιότητα, συνεχείς καθημερινές προκλήσεις.

Ένιωθα σαν να περπατώ μέσα στην ομίχλη, χωρίς να βλέπω τον δρόμο, αλλά με την παράξενη βεβαιότητα πως ο δρόμος υπήρχε κάτω από τα πόδια μου.

Υπήρξαν πραγματικά κάποιες πολύ δύσκολες μέρες.

Κάποια στιγμή άγγιξα τα όριά μου. Μια Παρασκευή απόγευμα πήρα την απονενοημένη απόφαση: «Αυτό ήταν, δεν την παλεύω άλλο.

Έπαιξα και έχασα.

Τέλος οι περιπέτειες, Δευτέρα πρωί βγάζω εισιτήρια, κλείνω λογαριασμούς και επιστρέφω». Αν βρίσκομαι ακόμη εδώ, το οφείλω σε κάποιους καλούς φίλους που έπεσαν πάνω μου για να με συνεφέρουν και οι οποίοι με στήριξαν όπως μπορούσαν.

Τους ευχαριστώ από καρδιάς.

Το οφείλω επίσης σε ορισμένους από τους προηγούμενους εργοδότες μου στην Ελλάδα.

Στη σκέψη και μόνο ότι θα χρειαζόταν να εργαστώ ξανά με τους όρους και τις συνθήκες που είχα βιώσει τα προηγούμενα χρόνια, πείστηκα να σφίξω τα δόντια και να εγκαταλείψω κάθε σκέψη επιστροφής.

Όπως το βλέπω σήμερα, όταν πάρει κανείς την απόφαση να μεταναστεύσει, δεν περνά απλώς ένα κατώφλι.

Πρέπει να κάψει τις γέφυρες πίσω του και να πείσει τον εαυτό του πως κάπου μπροστά υπάρχει στεριά.

Με την πάροδο του χρόνου άρχισα να καταλαβαίνω πως ο κόσμος εδώ σκέφτεται και λειτουργεί διαφορετικά.

Υπάρχει μια λογική, μια ροή, μια κουλτούρα που δεν σε μπλοκάρει, δεν σε φρενάρει, δεν σε αναλώνει σε αέναες, άχρηστες και αδιέξοδες ενασχολήσεις.

Αυτή η πόλη μοιάζει με ένα ορμητικό ποτάμι, το οποίο όμως δεν σε καταπίνει μέσα στις δίνες του, ούτε σε ξεβράζει στις όχθες.

Αντίθετα, σε σπρώχνει προς τα εμπρός.

Η πρώτη έκπληξη ήταν πως συναντούσα παντού φιλικούς, ευγενικούς ανθρώπους που, για κάποιον λόγο, ήθελαν να με βοηθήσουν.

Να μου δείξουν, να μου εξηγήσουν, να με βάλουν στο παιχνίδι.

Άνθρωποι που με έβλεπαν για πρώτη φορά και δεν περίμεναν τίποτα από μένα ήταν πρόθυμοι να δώσουν οδηγίες, συστάσεις, συμβουλές.

Να μου αποκαλύψουν τα «μυστικά», λες και με γνώριζαν από πάντα.

Δεν ξέρω αν υπήρξα απλώς τυχερός και συνάντησα καλό κόσμο, αλλά η δική μου εμπειρία είναι πως η πόλη ήθελε να με αγκαλιάσει, να με κρατήσει, να με ενσωματώσει.

Κάπως έτσι, μέσα σε περίπου έναν μήνα, κάνοντας στο μεταξύ κάποιες περιστασιακές δουλειές, ένας αδέξιος, φοβισμένος νεομετανάστης, με βαριά μεσογειακή προφορά, που δεν ήξερε τίποτα και κανέναν, βρήκε την πρώτη του σταθερή δουλειά σε μια πολύ γνωστή πολυεθνική εταιρεία.

Σκληρή δουλειά, πολύωρες βάρδιες, διαρκής πίεση.

Δεν είναι το όνειρο κανενός.

Είναι όμως μια αρχή.

Και η αρχή είναι το μισό του παντός.

Τελικά πάτησα στα πόδια μου και σταδιακά εξελίχθηκα.

Έκανα ουσιαστικές φιλίες και γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους από όλο τον κόσμο, οι οποίοι με βοήθησαν στις αναπόφευκτες δυσκολίες.

Και αυτές τις πολύτιμες φιλίες προσπαθώ, όσο μπορώ, να τις διατηρώ, παρότι ο χρόνος μάς σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να καταλαβαίνω πως είχα την τύχη να βρεθώ σε μια κοινωνία που δεν σε φρενάρει, αλλά αντίθετα σε ωθεί να προχωρήσεις.

Μην μπερδεύεστε, το Μάντσεστερ δεν σου χαρίζει τίποτα.

Εδώ δεν είσαι ό,τι δηλώσεις.

Κανείς δεν ενδιαφέρεται ποιος είσαι, ποιανού είσαι ή πού ανήκεις.

Σε αφήνει όμως να αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις.

Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να ποντάρουν πάνω σου, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά για μένα αυτό ήταν πρωτόγνωρο.

Έτσι, σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, άρχισα να συγχρονίζω τον βηματισμό μου με τον παλμό της πόλης.

Να αποκτώ σταθερότητα και να χτίζω μια νέα ζωή με νόημα και προοπτική.

Κάποιες πόλεις σε εντυπωσιάζουν με την ομορφιά τους.

Κάποιες άλλες σε γερνάνε με τον θόρυβο και την ασχήμια τους.

Νομίζω πως το Μάντσεστερ σε ωριμάζει.

Αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά δεν θα σε γοητεύσει αμέσως.

Δεν θα το έλεγες όμορφο ή γραφικό.

Δεν είναι έρωτας με την πρώτη ματιά.

Είναι κάτι πιο αργό και βαθύτερο.

Μια ήσυχη συμφιλίωση, σαν σχέση που χτίζεται σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβεις.

Είναι μια ζωντανή, πολυπολιτισμική, θορυβώδης κυψέλη, με έναν ξεχωριστό δικό της παλμό.

Βιομηχανική, σκληρή, χαώδης, γκρίζα κάποιες μέρες.

Αλλά ταυτόχρονα δημιουργική, παλλόμενη και ανοιχτή.

Είναι μια πόλη με χαρακτήρα, με ιστορία, με μουσική και με μια ζωντανή κουλτούρα που δεν είναι επιφανειακή.

Η πόλη σου ψιθυρίζει: «Ναι, δούλεψε σκληρά, αλλά μην ξεχνάς και να ζεις». Η νυχτερινή ζωή εδώ δεν είναι απλώς διασκέδαση.

Είναι αποφόρτιση, ενέργεια, ελευθερία.

Είναι η στιγμή που αφήνεις πίσω σου την ένταση της εβδομάδας και θυμάσαι πως η ζωή δεν είναι - και δεν πρέπει ποτέ να είναι - μόνο καριέρα, λογαριασμοί και υποχρεώσεις.

Από ένα ήσυχο ποτό με συναδέλφους μετά τη δουλειά, μέχρι βραδιές που δεν θέλεις να τελειώσουν, υπάρχει χώρος για όλα.

Οι άνθρωποι εδώ διασκεδάζουν με έναν αυθεντικό τρόπο που σε κερδίζει.

Αντί να κάθονται σαν αγάλματα με ένα ποτό στο χέρι κοιτώντας ο ένας τον άλλον, είναι ανοιχτοί, φιλικοί, πρόσχαροι.

Πρόθυμοι να προσεγγίσουν και να προσεγγιστούν, να αστειευτούν, να γελάσουν, να χαρούν.

Στις σχέσεις με το κράτος, αλλά και στο επαγγελματικό περιβάλλον, η διαφορά με την Ελλάδα που γνώριζα εγώ ήταν εντυπωσιακή.

Το όλο περιβάλλον είναι οργανωμένο με ξεκάθαρες, εύκολα αντιληπτές διαδικασίες, δομές που λειτουργούν και κανόνες που δεν μένουν απλώς στα χαρτιά.

Τα πράγματα δεν εγκαταλείπονται στην τύχη τους για να ασχοληθεί «ο επόμενος». Ο καθένας κάνει τη δουλειά του χωρίς γκρίνια, παράπονα και περιττά δράματα.

Και ίσως εκεί να κρύβεται όλη η διαφορά.

Η καθημερινότητα γίνεται πιο ήρεμη, χωρίς να σε εξαντλεί με το περιττό.

Σου αφήνει χρόνο και ψυχική ενέργεια να σχεδιάσεις, να δημιουργήσεις, να προχωρήσεις.

Ένα μυαλό πηγμένο σε μύρια όσα καθημερινά μικροπροβλήματα πώς να βρει χρόνο και ενέργεια για μεγάλα σχέδια; Όταν τα μικρά λειτουργούν όπως πρέπει, τα μεγάλα βρίσκουν τον δρόμο τους.

Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι ούτε η δουλειά ούτε οι ρυθμοί της πόλης.

Είναι οι άνθρωποι και η συμπεριφορά τους.

Η απλότητα στις συναναστροφές.

Προφανώς, κάθε μετανάστης βιώνει τη δική του ξεχωριστή πραγματικότητα και έχει τις δικές του εμπειρίες.

Σε ό,τι με αφορά όμως, οφείλω να πω με ειλικρίνεια πως ούτε για μια στιγμή μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια δεν αισθάνθηκα ξένος.

Δεν ένιωσα ότι πρέπει να απολογηθώ ή να παραστήσω κάτι άλλο για να γίνω αποδεκτός.

Αντίθετα, διαπίστωσα πως, αν είσαι ευγενικός και σέβεσαι τον διπλανό σου ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα, η πόλη θα σε αγκαλιάσει χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Και αυτή η περίφημη αγγλική ευγένεια; Σταδιακά κατάλαβα πως η ευγένεια εδώ δεν είναι υποκρισία, ούτε ψυχρή τυπικότητα, όπως εξακολουθούν να πιστεύουν πολλοί.

Είναι καθημερινή στάση ζωής, κώδικας επικοινωνίας και συνύπαρξης.

Αν μη τι άλλο, αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται να σε συμπαθήσει ή καν να σε γνωρίζει κάποιος για να συμπεριφερθεί πολιτισμένα.

Μιλάμε για απλά, καθημερινά πράγματα.

Ένα «hello», ένα «cheers» στο ταμείο, ένα «you alright?» που δεν περιμένει πραγματική απάντηση.

Ένα νεύμα χαιρετισμού, ένα χαμόγελο σε μια στάση λεωφορείου, ο τρόπος που οδηγούν.

Πράγματα που, αν τα δεις μεμονωμένα, δεν σημαίνουν τίποτα.

Αν όμως τα ζήσεις καθημερινά, στο σύνολό τους δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα, το οποίο μεταφράζεται σε σεβασμό.

Έναν σεβασμό που δεν απαιτείται αυθαίρετα στη βάση του «ξέρεις ρε ποιος είμαι εγώ;». Θεωρείται απλώς δεδομένος.

Όπως δεδομένο θεωρείται ότι οφείλεις κι εσύ να τον επιστρέψεις.

Ας πω και αυτό που κάποιοι θέλουν τόσο πολύ να ακούσουν.

Ναι, δυστυχώς το Μάντσεστερ δεν είναι παράδεισος.

Δεν υπάρχει ήλιος και θάλασσα.

Τον περισσότερο καιρό έχει καταχνιά ή βρέχει.

Το φαγητό δεν συγκρίνεται με το ελληνικό.

Η οικονομία δεν πηγαίνει τόσο καλά όσο παλαιότερα και το κόστος ζωής ανεβαίνει συνεχώς. Το Brexit άφησε το αποτύπωμά του.

Υπάρχουν απαιτήσεις, κούραση και προβλήματα.

Και ασφαλώς η πόλη έχει και τη σκοτεινή της πλευρά: Εγκληματικότητα, ναρκωτικά, αλκοολισμός, σοβαρές κοινωνικές αντιθέσεις και πολλές ακόμη παθογένειες.

Προσθέστε ό,τι θέλετε στον κατάλογο, τα προσυπογράφω όλα.

Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε για να γίνουν συγκρίσεις.

Παρότι όμως υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να πάρει κανείς απόφαση, υπάρχει και κάτι που τα αντισταθμίζει: Προοπτική! Και, πάνω απ' όλα, η αίσθηση ότι τίποτα δεν μένει στάσιμο.

Ότι, ακόμη και όταν κάτι δεν πάει καλά, δεν εγκαταλείπεται στον βάλτο μιας αδιέξοδης, αυτοκαταστροφικής μιζέριας.

Η ζωή συνεχίζει να προχωρά, βρίσκοντας τρόπους να επουλώνει τα τραύματα.

Ακόμη και αν πέσεις, το Μάντσεστερ δεν θα σε αφήσει κάτω.

Θα σου δώσει ευκαιρίες και εναλλακτικές.

Και αν τύχει να είσαι άτυχος ή δεν μαθαίνεις αρκετά γρήγορα και χάσεις την πρώτη, τη δεύτερη ή ακόμη και την τρίτη ευκαιρία, θα έρθει πάντα η επόμενη.

Οι πιθανότητες δεν τελειώνουν εύκολα.

Βλέπετε, κανείς δεν έρχεται μέχρι εδώ απλώς για να επιβιώσει.

Έρχεται για να πετύχει και να πάει μπροστά.

Ασφαλώς, στο όλο θετικό κλίμα βοηθά και η εκρηκτική οικονομική και οικιστική ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας.

Η πόλη αναπτύσσεται σταθερά με διπλάσιους ρυθμούς από τον μέσο όρο του ΗΒ, προσελκύοντας ολοένα και περισσότερους ανθρώπους και επιχειρήσεις.

Ένας από τους λόγους που το Μάντσεστερ κατάφερε να αποφύγει την παρακμή άλλων βρετανικών πόλεων ήταν η μεγαλύτερη αυτονομία που απέκτησε την τελευταία δεκαετία.

Η πόλη απέκτησε περισσότερες αρμοδιότητες, επένδυσε στις μεταφορές και κατεύθυνε σημαντικούς πόρους στην ανάπτυξή της.

Υπάρχουν γειτονιές που δυσκολεύομαι να τις αναγνωρίσω.

Ειδικά η ευρύτερη περιοχή του κέντρου, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε.

Οι ουρανοξύστες ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Το Μάντσεστερ δίνει την αίσθηση μιας πόλης που αρνείται να γεράσει και εξακολουθεί να ονειρεύεται, να δημιουργεί και να επεκτείνεται.

Ενός τόπου που δεν επαναπαύεται στο ένδοξο παρελθόν του, αλλά συνεχίζει να χτίζει με αυτοπεποίθηση το μέλλον του.

Και ίσως αυτή η αίσθηση προόδου και αισιοδοξίας να είναι τελικά μεταδοτική για όσους έχουν την τύχη να ζουν εδώ.

Τελικά, μεγαλώνοντας μαζί με την πόλη, άλλαξα κι εγώ.

Κατάλαβα ότι, εκτός από τόπο διαμονής, είχα αλλάξει και τρόπο σκέψης.

Το πώς βλέπω τον κόσμο, το πώς ιεραρχώ τη ζωή μου, το τι θεωρώ σημαντικό.

Κάποια στιγμή, απλώς έπαψα να αναρωτιέμαι αν ανήκω εδώ.

Η πόλη έγινε κομμάτι της ζωής, της σκέψης και της ταυτότητάς μου.

Εδώ βρήκα ηρεμία, ασφάλεια και ισορροπία.

Εδώ η ψυχή μου έπαψε επιτέλους να ακροβατεί στις μύτες των ποδιών.

Εδώ έζησα μερικά από τα πιο δημιουργικά και γαλήνια χρόνια της ζωής μου.

Και κάπου μέσα σε αυτή τη διαδρομή, το πολυτιμότερο από όλα όσα μου πρόσφερε η πόλη δεν ήταν ούτε μια καριέρα ούτε μια καλύτερη καθημερινότητα.

Ήταν η σύντροφος με την οποία αποφάσισα να μοιραστώ τη ζωή μου.

Αν με ρωτούσε κάποιος σήμερα τι είναι για μένα το Μάντσεστερ, δεν θα μιλούσα για δρόμους, πλατείες ή κτίρια.

Δεν θα μιλούσα για μνημεία, μουσεία ή αξιοθέατα.

Δεν θα μιλούσα καν για την κοινωνική ιστορία της πόλης, την Τέχνη, τον πολιτισμό ή τη νυχτερινή ζωή.

Θα μιλούσα για την κουλτούρα της.

Για τους ανθρώπους της.

Για μια καθημερινότητα που, με τον δικό της ανεπαίσθητο τρόπο, σε αγκαλιάζει, σε στηρίζει και σε βοηθά να προχωράς.

Το δικό μου Μάντσεστερ είναι όλα αυτά μαζί.

Είναι η νέα αρχή που χρειαζόμουν.

Μια πόλη που δεν με φυλάκισε, αλλά αντίθετα με κράτησε από το χέρι και μου έδωσε απλόχερα χώρο να σταθώ.

Και αυτό τελικά ήταν αρκετό για να ριζώσω.

Όταν ήρθα, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα δικό μου εδώ και ίσως αυτό να ήταν η μεγαλύτερη ελευθερία.

Ήταν σαν να μου παρέδιδε κάποιος έναν άδειο καμβά και να μου έλεγε: «Εμπρός λοιπόν, ξεκίνα! Για να δούμε τι μπορείς να φτιάξεις!». Δέκα χρόνια αργότερα, κοιτάζω πίσω και δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω εκείνον τον φοβισμένο άνθρωπο που κατέβηκε από το αεροπλάνο.

Aν μπορούσα να του ψιθυρίσω κάτι από το μέλλον, θα ήταν μόνο αυτό: «Κάνε λίγο υπομονή.

Θα τα καταφέρεις!». Σε όλους τους μετανάστες, από όπου κι αν έρχονται και όπου κι αν πηγαίνουν, εύχομαι ολόψυχα να βρουν έναν ήρεμο, φωτεινό και πιο τίμιο κόσμο.

Όπως είχα την τύχη να τον βρω κι εγώ.

Χαιρετώ με μερικούς στίχους από ένα παλιό, αγαπημένο τραγουδάκι: « Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο, πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο.

Βάλε φωτιά σε ό, τι σε καίει σε ό, τι σου τρώει την ψυχή! Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι ανοιχτοί! »

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences