[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Σταύρος Τραγάκης -- Κρινιώ Καλογερίδου: Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ή ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΑΙΤΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ''Η κυπριακή τραγωδία δεν ξεκίνησε το 1974. Ούτε γεννήθηκε αποκλειστικά από το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Σταύρος Τραγάκης -- Κρινιώ Καλογερίδου: Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ή ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΑΙΤΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ''Η κυπριακή τραγωδία δεν ξεκίνησε το 1974.

Ούτε γεννήθηκε αποκλειστικά από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.

Η πραγματική της απαρχή βρίσκεται μια δεκαετία νωρίτερα, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία του κυπριακού ζητήματος, υπήρξε μια ρεαλιστική, χειροπιαστή και ιστορικά μοναδική δυνατότητα Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και αυτή η δυνατότητα απορρίφθηκε εκ των έσω, από την - κατ' εμέ καλουμένη - Μακαριακή Δημοκρατία της Λευκωσίας! Το καλοκαίρι του 1964, με ελληνική κυβέρνηση αποφασισμένη, με ελληνική Μεραρχία εγκατεστημένη στο νησί και με το διεθνές περιβάλλον ακόμη ρευστό, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επέλεξε συνειδητά να πει «όχι» στην Ένωση στην πρόταση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

Η επιλογή άρνησης του Μακαρίου, δεν υπήρξε ούτε στιγμιαία ούτε προϊόν πίεσης, ήταν πολιτική απόφαση στρατηγικού χαρακτήρα, με μακροχρόνιες και καταστροφικές συνέπειες.

Και δεν υπήρξε μια απόφαση, που επιβλήθηκε σε έναν απρόθυμο λαό, αλλά μια επιλογή που έγινε ανεκτή, αργότερα δικαιολογήθηκε και τελικά εσωτερικεύθηκε από την κοινωνία, που όφειλε να τη θέσει υπό κρίση.

Σε απλά ελληνικά, ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΤΟ 1964... ...και είναι ο ίδιος Κύπριος, που πιστεύει ακόμα πως τον πρόδωσε ο Καραμανλής και πως είπε το «Η Κύπρος κείται μακράν»... Αλλά, ενώπιον της ιστορικής ευθύνης, έναντι του έθνους και της εθνικής κατακραυγής, προτιμήθηκε η παραχάραξη και η λήθη.

Έγιναν προδότες οι αθώοι και φτιάξαμε αγάλματα στον προδότη... Α, ειρήσθω, εν παρόδω, πως δώσαμε και το όνομα ενός Αχαιού δημαγωγού ολετήρα, ενός υπονομευτή της Ένωσης και του πατέρα του, σε αεροδρόμιο στην Πάφο... τόσο κορόιδα... Ο Μακάριος, για να επιστρέψουμε στο κυρίως θέμα μας, ανέλαβε ηγέτης του πολιτικού σκέλους του ενωτικού αγώνα.

Η πολιτική του νομιμοποίηση στηρίχθηκε στο σύνθημα της Ένωσης, στο οποίο υποτάχθηκαν όλες οι άλλες επιλογές κατά τη δεκαετία του ’50. Το «ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα», που αποδόθηκε στον ήρωα Μάτση και συνοψίζει το πνεύμα της εποχής, εξέφραζε ακριβώς αυτή την υπέρβαση της αφοσίωσης μπροστά στον εθνικό σκοπό.

Ωστόσο, μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Μακάριος δεν λειτούργησε ως μεταβατικός ηγέτης προς την Ένωση, αλλά ως θεματοφύλακας ενός κράτους, που ο ίδιος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50, όταν οδηγούνταν ακόμα στην αγχόνη η νιότη της Κύπρου, υπέρ της Ένωσης! Το κρίσιμο εδώ, είναι ότι αυτή η μετάβαση δεν συνάντησε τη συλλογική αντίσταση, που θα ανέμενε κανείς από έναν λαό που είχε αιματοκυλιστεί στο όνομα της Ένωσης.

Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της κοινωνίας προσαρμόστηκε γρήγορα στη νέα κρατικιστική πραγματικότητα.

Η ρήξη με την ενωτική στρατηγική γίνεται εμφανής ήδη από τα έτη 1962 και '63, με την επιμονή του Μακαρίου στην αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω των «13 σημείων». Η επιλογή αυτή δεν εξυπηρετούσε την Ένωση, αντιθέτως, όξυνε τη διακοινοτική σύγκρουση, διεθνοποίησε το Κυπριακό υπό δυσμενείς όρους και έθεσε τα θεμέλια της οριστικής τουρκικής επαναδραστηριοποίησης, για διεκδικήσεις, πέραν του εγγυητικού ρόλου.

Το κρίσιμο όμως σημείο καμπής έρχεται το 1964, όταν η ελληνική κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, αντιλαμβανόμενη ότι το Κυπριακό οδηγείται σε αδιέξοδο, επιδιώκει ευθέως την Ένωση, ακόμη και με κόστος.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κυπριακή κοινωνία όφειλε να απαιτήσει, να πιέσει, να επιβάλει την ολοκλήρωση του εθνικού στόχου.

Αντ’ αυτού, πλην αποσπασματικών αντιδράσεων, σιώπησε ή ευθυγραμμίστηκε.

Η πρόταση Παπανδρέου δεν ήταν αφηρημένη ιδέα ούτε διπλωματικό τέχνασμα.

Ήταν συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, που ήθελε άμεση Ένωση, με τη στήριξη της Ελλάδας, με την παρουσία της Ελληνικής Μεραρχίας ως αποτρεπτικής δύναμης, και με πρόβλεψη ρυθμίσεων για τους Τουρκοκυπρίους.

Για πρώτη και τελευταία φορά, το ελληνικό κράτος, έβρισκε ευνοϊκό κλίμα στον συμμαχικό του περίγυρο (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Δύση πλην Βρετανών) κι έδειχνε έτοιμο να αναλάβει το βάρος των συνεπειών.

Και όμως, ο Μακάριος αρνήθηκε.

Όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή δεν ήθελε.

Η άρνηση αυτή, ωστόσο, δεν ανετράπη από τον λαϊκό παράγοντα, αντίθετα, έγινε αντικείμενο αποδοχής και εκ των υστέρων εξορθολογισμού από μια κοινωνία που σταδιακά απομακρυνόταν από το ενωτικό της ένστικτο.

Η άρνησή του δεν βασίστηκε σε φόβο άμεσης τουρκικής εισβολής, η οποία εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στρατιωτικά ώριμη, ούτε σε ανυπέρβλητη διεθνή πίεση.

Βασίστηκε σε μια νέα πολιτική θεώρηση, την οποία ο ίδιος ο Μακάριος διατύπωσε αργότερα χωρίς περιστροφές, ότι η Ένωση «δεν συνέφερε οικονομικά» την Κύπρο, καλλιεργώντας παράλληλα μια αντίληψη, ότι η παρουσία της Ελλάδας λειτουργούσε ως «ξένο σώμα». Την περίοδο 1960 - '64, συντελείται η ιστορική μετάλλαξη.

Από ηγέτης εθνικού αγώνα, ο Μακάριος μετατρέπεται σε ηγέτη κρατικού συμφέροντος, αποκομμένου από τον εθνικό κορμό.

Το ακόμη βαρύτερο είναι ότι αυτή η αφελληνιστική, ωφελιμιστική λογική βρήκε απήχηση και ρίζωσε βαθιά στην συλλογική κυπριακή συνείδηση.

Σήμερα πια είναι πλειοψηφικό δεδομένο, όσο κι αν διαφωνεί μια διαδικτυακή μειοψηφία, που δεν αντιλαμβάνεται πως δεν ελέγχει τίποτα. Η Ελληνική Μεραρχία, αντί να αγκαλιαστεί ως εγγύηση ασφάλειας, αντιμετωπίστηκε ως απειλή για την αυτονομία της μακαριακής εξουσίας. Ο Μακάριος είχε καημό και αγωνία την δική του ασφάλεια και την σταθεροποίηση της προεδρικής καρέκλας του κι όχι την ασφάλεια των Ελλήνων της Κύπρου. Η Αθήνα, αντί να αποτελεί το φυσικό εθνικό κέντρο, εκλαμβάνεται ως ανταγωνιστικός πολιτικός πόλος.

Από το σημείο αυτό και έπειτα, η πολιτική του Μακαρίου κινείται συστηματικά προς την αποδυνάμωση της ελληνικής επιρροής στο νησί και προς την αναζήτηση ισορροπιών μέσω του Κινήματος των Αδεσμεύτων, μια στρατηγική που απομάκρυνε την Κύπρο από τον φυσικό της χώρο, χωρίς να της προσφέρει πραγματικές εγγυήσεις ασφάλειας.

Και αυτή η στρατηγική δεν επιβλήθηκε διά της βίας, υιοθετήθηκε σταδιακά από την πλειοψηφία ως νέα «εθνική κανονικότητα». Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής ήταν διπλά καταστροφικό.

Πρώτον, χάθηκε οριστικά η ιστορική ευκαιρία της Ένωσης υπό συνθήκες σχετικής ισχύος και ελέγχου.

Δεύτερον, η Τουρκία κέρδισε χρόνο, για να οργανώσει, να εξοπλίσει, να σχεδιάσει και τελικά να εισβάλει.

Η απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας, στα τέλη του 1967, εξέλιξη άμεσα συνδεδεμένη με την προηγούμενη πολιτική σύγκρουση του Μακαρίου με την Αθήνα, άφησε την Κύπρο στρατιωτικά γυμνή.

Η εισβολή του 1974 δεν ήταν έκπληξη δυσάρεστη, αλλά η κατάληξη μιας πορείας, που είχε ξεκινήσει με την απόρριψη της Ένωσης το 1964 και είχε εν τω μεταξύ νομιμοποιηθεί κοινωνικά στο νησί.

Η ιστορική αποτίμηση του Μακαρίου δεν μπορεί να περιορίζεται σε μνημειακές αγιογραφίες ή σε συναισθηματικές δικαιολογήσεις.

Οφείλει να εξετάζει τις πράξεις και τις παραλείψεις του υπό το πρίσμα του εθνικού αποτελέσματος.

Και το αποτέλεσμα είναι αμείλικτο. Η Κύπρος δεν ενώθηκε, δεν διασφαλίστηκε, δεν προστατεύθηκε.

Αντιθέτως, διχοτομήθηκε.

Η επιλογή του Μακαρίου να αρνηθεί την πρόταση Παπανδρέου το 1964 αποτελεί μία από τις βαρύτερες πολιτικές ευθύνες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ευθύνη που δεν βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο αλλά και εκείνους που του παρείχαν διαρκώς πολιτική και ηθική νομιμοποίηση.

Εκείνους, που ενώ και σήμερα μνημονεύουν το «ου περί χρημάτων...» του Μάτση, στρογγυλοκάθησαν στο δεν συμφέρει η Ένωση». Εδώ ακριβώς εδράζεται και η ανάγκη αποδόμησης της μακαριακής εθνικής μυθολογίας, η οποία επί δεκαετίες λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι. Ο Μακάριος αναγορεύθηκε σε υπεράνω κριτικής «εθνάρχη», όχι επειδή οδήγησε τον Ελληνισμό της Κύπρου στην ολοκλήρωση, αλλά επειδή η κοινωνία επέλεξε να αντικαταστήσει τον χαμένο εθνικό στόχο με ένα σύμβολο αυτάρκειας και αυτοδικαίωσης.

Η μυθοποίηση αυτή απέτρεψε τον αναστοχασμό, φίμωσε την κριτική και παγίωσε μια στρεβλή ιστορική αφήγηση, σύμφωνα με την οποία η εγκατάλειψη της Ένωσης παρουσιάζεται ως ώριμη εθνική επιλογή και όχι ως στρατηγική ήττα.

Έτσι, η ήττα μεταμφιέστηκε σε σοφία και η υποχώρηση σε πολιτική διορατικότητα. Η Ιστορία βεβαίως, δεν γράφεται με το «τι θα γινόταν αν», αλλά κρίνεται από το τι έγινε και γιατί.

Και το 1964, η Ένωση δεν χάθηκε από τους ξένους.

Χάθηκε από εκείνους που, ενώ μιλούσαν στο όνομά της, επέλεξαν τελικά κάτι άλλο και από έναν λαό, που αντί να αντισταθεί σε αυτή την επιλογή, την αποδέχθηκε, τη δικαιολόγησε και τη μετέτρεψε σε ιερή κιβωτό επί δεκαετίες.

Ακούς παντού και από την πλειοψηφία των Κυπρίων, να αναφωνούν με καμάρι «η Δημοκρατία μας!» «η Ανεξαρτησία μας!»... αλλά κάθε 1η Απριλίου την τιμούν την αργία, αφού είναι... αργία! Όσο ο κυπριακός Ελληνισμός αρνείται να αναμετρηθεί με αυτή την αλήθεια, θα παραμένει αιχμάλωτος μιας ιστορίας, που τον τυφλώνει συναισθηματικά και τον ακρωτηριάζει πολιτικά.

Καμία εθνική στρατηγική δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε μύθους, ούτε καμία συλλογική αξιοπρέπεια πάνω στην άρνηση της ευθύνης.

Η αποκαθήλωση της μακαριακής μυθολογίας δεν είναι πράξη διχασμού, αλλά ζωτική προϋπόθεση εθνικής ενηλικίωσης.

Και χωρίς αυτήν, η Κύπρος θα συνεχίσει να ζει όχι μόνο με τα εδάφη της κατεχόμενα, αλλά και με την Ιστορία της αλυσοδεμένη. #ΣΤΑΥΡΟΣΤΡΑΓΑΚΗΣ #ΣταύροςΤραγάκης Κρινιώ Καλογερίδου (ΚΑΚΗ ΑΡΧΗ): Η πραγματική τραγωδία της Κύπρου άρχισε απ' το 1967, χρονιά που άρχισαν τα εθνικά μας λάθη: Λάθος η απόσειση ευθυνών από τον πραξικοπηματία Γεώργιο Παπαδόπουλο για την απόφασή του να ανακαλέσει την ''Ελληνική Μεραρχία'' από την Κύπρο, που στάλθηκε κρυφά στην Κύπρο το 1964 από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, αριθμώντας περίπου 8.500 άνδρες, οι οποίοι έφεραν βαρύ οπλισμό.

Αποστολή της ήταν να αποτρέψει τουρκική εισβολή και να θωρακίσει στρατιωτικά το νησί, μέχρι να οργανωθεί πλήρως η Κυπριακή Εθνοφρουρά.

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος πρόβαλε τη δικαιολογία τότε ότι ούτε ο Γ. Παπανδρέου - δήθεν - ενέκρινε την αποστολή της.

Κάτι που επαναλαμβάνουν αυτιστικά και οι σημερινοί νοσταλγοί της Χούντας των συνταγματαρχών.

Στην πραγματικότητα, ο Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε τη σύσταση της Ελληνικής Μεραρχίας και την μετάβασή της στην Κύπρο το 1964 υπό τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα-''Διγενή'', για λόγους εθνικής προστασίας της Κύπρου, γιατί είχαν προηγηθεί δικοινοτικές συγκρούσεις το 1956-'57 και δολοφονίες Τουρκοκύπριων σε βάρος Ελληνοκύπριων (βλ. άγρια δολοφονία δύο Ελληνοκυπρίων μοναχών στο Αβδελλερό της Λάρνακας (1958), με αποτέλεσμα την κατατρομοκράτηση των Ελλήνων της Κύπρου. Ο Μακάριος πίεζε τον στρατηγό να αναλάβει στρατιωτική πρωτοβουλία η Εθνοφρουρά κατά των Τουρκοκυπρίων της Κοφίνου για εκδίκηση, παρά τη θέλησή του στρατηγού, γιατί ο Γρίβας δεν ήθελε να τα χαλάσει με τους Τουρκοκύπριους, τους οποίους διαβεβαίωνε ότι δε θα τους ''πειράξει'', αφού στόχος του ήταν μονάχα οι Άγγλοι.

Τελικά, πέρασε του Μακάριου και των Βρετανών που το επιδίωκαν, με αποτέλεσμα 24 Τουρκοκύπριοι και 1 Ελληνοκύπριος να πέσουν νεκροί από πυρά της Ελληνικής Μεραρχίας, και χίλιοι περίπου Τουρκοκύπριοι ντόπιοι της περιοχής να μείνουν άστεγοι.

Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να ανακαλέσει (εγκληματικά!!!) την Ελληνική Μεραρχία από την Κύπρο τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο του 1967 ο δικτάτορας συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, κάτι που άνοιξε το δρόμο στους Τούρκους για τον σχεδιασμό της τουρκικής εισβολής το 1974 (σ.σ: Άρα οι ευθύνες και του δεύτερου δικτάτορα Ιωαννίδη - ''φυτευτός'' του οποίου ήταν ο Σαμψών στη θέση του έκπτωτου (μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου '74) Μακάριου - ΗΤΑΝ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ!!!).

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences