[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η 30η Ιουνίου και 1η Ιουλίου σηματοδοτούν την έναρξη της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Η ιστορία ξεκινά το 1991, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αναθέτει στην αμερικανική Credit Suisse...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η 30η Ιουνίου και 1η Ιουλίου σηματοδοτούν την έναρξη της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα.

Η ιστορία ξεκινά το 1991, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αναθέτει στην αμερικανική Credit Suisse First Boston να διερευνήσει το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον για την παραχώρηση αδειών κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα σε ιδιώτες επενδυτές, με στόχο την ανάπτυξη των κινητών επικοινωνιών.

Έως τότε στη χώρα μας δεν υπήρχε κινητή τηλεφωνία, η οποία αποτελούσε μία νέα τεχνολογία που είχε ξεκινήσει να διεισδύει σιγά – σιγά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε ορισμένες χώρες της Δύσης – με πρωτοπόρες τις Σκανδιναβικές και τις Αγγλοσαξωνικές.

Στις 16 Μαρτίου 1992 το διεθνές consortium Panafon ανταποκρίνεται θετικά και απευθυνόμενο στον τότε αντιπρόεδρό της κυβέρνησης και υπουργό Επικρατείας, αρμόδιο για τις μεγάλες επενδύσεις, Τζαννή Τζαννετάκη, στέλνει στην Αθήνα έναν λεπτομερή φάκελο εκδήλωσης του επενδυτικού της ενδιαφέροντος. Η Panafon ήταν τότε μία διεθνής τηλεπικοινωνιακή συμμαχία με κεφαλαιοποίηση που έφτανε τα 29 δισ. δολάρια (63 δισ. δολάρια σε σημερινές τιμές), ενώ τα ενοποιημένα κέρδη των μετόχων της ξεπερνούσαν τα 3,2 δισ. δολάρια (περί τα 7 δισ. σε σημερινές τιμές). Ο στόχος της Panafon στην Ελλάδα θα ήταν πολυσύνθετος: Η βέλτιστη ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας, οι ανταγωνιστικές τιμές, η ταχεία διείσδυση της κινητής τηλεφωνίας με γρήγορη ανάπτυξη δικτύου, ένα ισχυρό μερίδιο αγοράς και η συνεργασία με τρίτες επιχειρήσεις για την διανομή προϊόντων και υπηρεσιών. Η Panafon προέβλεπε ότι τα οφέλη για τους Έλληνες πολίτες από την κινητή τηλεφωνία θα ήταν μεγάλα και θα οδηγούσαν σε ευημερία και καλύτερη ζωή, ενώ εκτιμούσε ότι η αγορά θα έφτανε μετά από 10 χρόνια λειτουργίας τους 418 χιλιάδες συνδρομητές.

Έχει ξεχαστεί πια εντελώς , όμως ένα από τα πρώτα πράγματα για τα οποία εκδήλωσε ενδιαφέρον στην Αντιπροεδρία της Κυβερνήσεως η Panafon, ήταν η μετοχική συνεργασία με τον ΟΤΕ για την ανάπτυξη της κινητής.

Η πρόταση αυτή όμως που δεν συζητήθηκε καθόλου από την κυβέρνηση – την ίδια εποχή ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας Στέφανος Μάνος διερευνούσε την πώληση μειοψηφικού ποσοστού και την ανάθεση του μάνατζμεντ του ΟΤΕ σε Ιάπωνες επενδυτές.

Σε συνέχεια του νέου τότε νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, πραγματοποιήθηκε στις 5 Αυγούστου 1992, στο Ζάππειο Μέγαρο, διεθνής πλειοδοτικός διαγωνισμός για την παραχώρηση δύο αδειών κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα, ο οποίος μάλιστα μεταδόθηκε live από την ΕΡΤ. Οι Telestet και Panafon πλειοδότησαν στον διαγωνισμό με τίμημα 116,6 εκατ.

ECU η κάθε μία – περίπου 340 εκατ. δολάρια σε σημερινές τιμές.

Στη συνέχεια, το υπουργικό συμβούλιο κατακύρωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992 χορηγήθηκε με υπουργική απόφαση στην Panafon άδεια «κυψελοειδούς τηλεπικοινωνιακού δικτύου GSM», καθώς και το πρόθεμα 094 με το οποίο ξεκινούσε κανείς την κλήση προς το δίκτυο της εταιρίας.

Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί της US West International αποχώρησαν από το Consortium της Panafon, στο οποίο συνέχιζαν ο όμιλος Vodafone (45%), η France Telecom (35%), ο Όμιλος Intracom (10%) και η Ελληνική Data Bank of Greece (10%), μία κοινοπραξία του Συγκροτήματος Λαμπράκη και του ομίλου του Σωκράτη Κόκκαλη. Ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (ΔΟΛ) είχε θέσει ως προϋπόθεση συμμετοχής τη συνεργασία Panafon – ΟΤΕ στην ανάπτυξη της κινητής, ως αντιστάθμισμα στο γεγονός ότι η STET αποτελούσε κρατική εταιρεία της Ιταλίας.

Ωστόσο, αυτή η συνεργασία δεν έγινε ποτέ κι έτσι το Συγκρότημα αποχώρησε από την κοινοπραξία.

Πολύ σύντομα ξεκίνησε το τιτάνιο έργο της ανάπτυξης ενός δικτύου και μίας νέας τεχνολογίας από το μηδέν, ενώ σύντομα ο αριθμός των εργαζομένων έφτασε σχεδόν τα 400 άτομα.

Το επενδυτικό πρόγραμμα της Panafon ήταν τεράστιο σε σχέση με τα μεγέθη της εποχής, καθώς έφτανε τα 42 δισ. δρχ. – περίπου 172 εκατ. δολάρια, σε τιμές 1993 - και θεωρήθηκε μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Σε σημερινές τιμές η επένδυση ξεπερνούσε τα 336 εκατ. δολάρια.

Στις 11 Ιουνίου 1993 ήρθε η πρώτη ιστορική στιγμή: Ενεργοποιείται ο πρώτος σταθμός βάσης της Panafon, στο κέντρο της Αθήνας.

Λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησαν ο Πειραιάς, το Αιγάλεω, το Χαϊδάρι, η Μεταμόρφωση, η Καλλιθέα, η Ηλιούπολη και η Γλυφάδα.

Στα τέλη Ιουνίου 1993 και σε περιβάλλον απόλυτου ενθουσιασμού, έφτασαν από τη Γερμανία οι πρώτες 2.400 κάρτες SIM, οι οποίες συνοδεύονταν από ένα χειρόγραφο σημείωμα του προμηθευτή στα ελληνικά, με το οποίο ευχόταν μία επιτυχημένη ενεργοποίηση του κινητού δικτύου.

Μάλιστα, στο ίδιο σημείωμα αναφερόταν ότι οι πρώτες αυτές κάρτες SIM της Panafon είχαν κατασκευαστεί στο Μόναχο από Έλληνες εργαζομένους.

Η εμπορική δραστηριότητα της Panafon ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 1993.

Περίπου 1000 συνδρομητές της εταιρίας είχαν ήδη προμηθευτεί τηλέφωνα, το σήμα των οποίων «άναψε» την 1η Ιουλίου.

Οι τιμές εκείνη την πρώτη περίοδο κυμαίνονταν στις 47 δρχ. ανά 30’’ κλήσης στις ώρες αιχμής και στις 47 δρχ. για κάθε 41’’ κλήσεων τις υπόλοιπες ώρες (0,32 σεντ σε σημερινή αξία). Επίσης, οι συνδρομητές έπρεπε να καταβάλουν 25.000 δρχ. (277 ευρώ σε σημερινή αξία) για τη σύνδεση στο δίκτυο, αλλά και πάγιο τέλος ύψους 10.000 δρχ. (σχεδόν 70 ευρώ σε σημερινή αξία). Η εμπορική επιτυχία της Panafon ξεπέρασε τις προσδοκίες.

Το 1993, που ήταν και πρώτο έτος της εμπορικής της δραστηριότητας, έκλεισε με 17.229 συνδρομητές (με αρχικό στόχο τους 15.000) και κύκλο εργασιών 1,7 δισ. δραχμές (περί τα 11 εκατ. ευρώ σε σημερινές αξίες). Στους πρώτους μήνες της κινητής τηλεφωνίας, οι συσκευές δεν ήταν ιδιαίτερα προσιτές μιας και οι τιμές τους ξεκινούσαν από τις 200 χιλιάδες δρχ. (πάνω από 1200 ευρώ σε σημερινή αξία). Δημοφιλείς συσκευές των πρώτων χρόνων στο δίκτυο της Panafon ήταν οι NOKIA 1011, Ericsson 197 και Motorola 5200.

Ωστόσο, σύντομα οι τιμές των κινητών τηλεφώνων αποκλιμακώθηκαν και μειώθηκαν σταδιακά σε ιδιαίτερα προσιτά επίπεδα, χάρη στην ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας.

Έτσι, λίγα χρόνια αργότερα (Απρίλιος 1996) στο δίκτυο λιανικής της Panafon η μέση τιμή ενός Ericsson 337 θα έφτανε τις 66.000 δρχ., ενός Nokia 1610 τις 54.000 δρχ. κι ενός Sony CMDX1000 τις 91.000 δρχ. (σε σημερινή αξία 350 ευρώ, 287 ευρώ και 483 ευρώ, αντίστοιχα). Μέσα από μία γρήγορη ανάπτυξη δικτύου, μέχρι τον Νοέμβριο του 1994 είχαν ενεργοποιηθεί κεραιοσυστήματα σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ είχε ήδη επιτευχθεί η κάλυψη του αυτοκινητόδρομου Αθήνας – Θεσσαλονίκης.

Στο τέλος του 1994 η συνδρομητική βάση της Panafon διευρύνθηκε και έφτασε τους 81 χιλιάδες – όταν στόχος ήταν μόλις οι 50 χιλιάδες-, ενώ ο τζίρος της προσέγγισε τα 13,9 δισ. δρχ (87 εκατ. ευρώ σε σημερινή αξία). Η εμπορική επιτυχία της Panafon όλα τα επόμενα χρόνια ήταν τέτοια, που χαρακτηριζόταν ως η ταχύτερα αναπτυσσόμενη εταιρία κινητής στην Ευρώπη.

Στην εμπορική αυτή επιτυχία συνέβαλαν και οι τότε εμπορικοί συνεργάτες της Panafon, Cellular Telecom Hellas, Ράδιο Κορασίδης Telecom, Palmafone, Panavox, Q-Phone και Viafon.

Το 1996 πια η κάλυψη του δικτύου της Panafon είχε φτάσει το 91,9% του πληθυσμού.

Την περίοδο 2001 – 2002 ξεκίνησε μία νέα εποχή για την εμπορική μάρκα της εταιρίας, καθώς μετονομάστηκε σε Vodafone, διατηρώντας ωστόσο τη λέξη Panafon στην επωνυμία της μέχρι και σήμερα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences