Πετράλωνα: Στην Ελλάδα χτίζουν και τα κοτέτσια και όταν πέφτει το σπίτι σου, σου δίνουν μια κουβέρτα και έναν φάκελο δικογραφίας για παρηγοριά. (Στη χώρα του "έλα μωρέ τώρα, τι ψάχνεις") του Μιχάλη...
Πετράλωνα: Στην Ελλάδα χτίζουν και τα κοτέτσια και όταν πέφτει το σπίτι σου, σου δίνουν μια κουβέρτα και έναν φάκελο δικογραφίας για παρηγοριά. (Στη χώρα του "έλα μωρέ τώρα, τι ψάχνεις") του Μιχάλη Χαιρετάκη Στα Πετράλωνα δεν έπεσε απλώς μια πολυκατοικία.
Έπεσε, για άλλη μια φορά, η ελληνική αυταπάτη ότι η πόλη είναι οργανωμένη, ότι η κατεδάφιση είναι τεχνική διαδικασία, ότι ο μηχανικός επιβλέπει, ότι ο εργολάβος έχει ευθύνη, ότι ο ιδιοκτήτης ξέρει τι αναθέτει, ότι το κράτος προστατεύει τον πολίτη.
Η εικόνα του διπλανού κτίσματος τα λέει όλα.
Ένα στενό χαμηλό πράγμα, σφηνωμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, κάτι ανάμεσα σε αποθήκη, γκαράζ, υπόστεγο και αστικό κοτέτσι. Στην Ελλάδα, όμως, τίποτα δεν πάει χαμένο.
Χτίζουμε και τα κενά.
Χτίζουμε και τις χαραμάδες.
Χτίζουμε και τις αυλές.
Χτίζουμε και τα κοτέτσια.
Κι όταν κάποια στιγμή έρθει η ώρα να τα γκρεμίσουμε, κάνουμε πως πρόκειται για απλή δουλειά: “ρίξ’ το μωρέ, μια αποθήκη είναι”. Μόνο που σε μια παλιά πόλη, τίποτα δεν είναι “μια αποθήκη”. Μπορεί να είναι μεσοτοιχία.
Μπορεί να είναι αντιστήριξη.
Μπορεί να ακουμπάει σε γειτονικό κτίριο.
Μπορεί να έχει γίνει ένα με τα διπλανά από υγρασίες, παρεμβάσεις, παλιά θεμέλια, αυθαίρετες προσθήκες και δεκαετίες ελληνικής πατέντας.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το έγκλημα της επιπολαιότητας.
Γιατί η κατεδάφιση μέσα σε πυκνοδομημένη γειτονιά δεν είναι “μπουλντόζα και φύγαμε”. Θέλει μελέτη.
Θέλει έλεγχο όμορων κτιρίων.
Θέλει αντιστήριξη.
Θέλει επιβλέποντα μηχανικό που δεν περνάει απλώς για υπογραφή.
Θέλει εργολάβο που δεν μετράει μόνο πόσο γρήγορα θα καθαρίσει το οικόπεδο για να αρχίσει η επόμενη πολυκατοικία.
Αλλά στην ελληνική πραγματικότητα, το οικόπεδο δεν είναι χώρος ευθύνης.
Είναι προσδοκώμενο κέρδος.
Ο ιδιοκτήτης θέλει να χτίσει.
Ο εργολάβος θέλει να τελειώσει.
Ο μηχανικός θέλει να έχει χαρτιά εντάξει.
Το κράτος θέλει να κόψει πρόστιμο.
Ο δήμος θέλει να δείξει αντανακλαστικά.
Και ο άνθρωπος που έμενε δίπλα; Αυτός θέλει απλώς να ξαναμπεί στο σπίτι του.
Αλλά το σπίτι του δεν υπάρχει.
Και τότε αρχίζει η δεύτερη κατάρρευση.
Η νομική.
Θα βγουν όλοι και θα πουν τα γνωστά.
Ο ιδιοκτήτης του έργου θα πει: “Εγώ δεν ήξερα.
Ανέθεσα σε ειδικούς.” Ο εργολάβος θα πει: “Εγώ εκτελούσα ό,τι μου είπαν.” Ο μηχανικός θα πει: “Η μελέτη υπήρχε, αλλά δεν εφαρμόστηκε όπως έπρεπε.” Η εταιρεία θα πει: “Δεν έχουμε περιουσία.” Η ασφαλιστική, αν υπάρχει, θα πει: “Να δούμε τους όρους, τις εξαιρέσεις, την κάλυψη, την υπαιτιότητα.” Το κράτος θα πει: “Επιβάλαμε πρόστιμα.” Και ο πολίτης θα πει: “Εγώ πού θα κοιμηθώ απόψε;” Αυτό είναι το ελληνικό θαύμα: Οταν πέφτει το σπίτι σου, το κράτος ανακαλύπτει αμέσως την αυστηρότητα.
Όχι για να σε αποζημιώσει.
Για να επιβάλει πρόστιμα.
Για να βγάλει ανακοίνωση.
Για να αποδείξει ότι “οι μηχανισμοί λειτούργησαν”. Οι μηχανισμοί πάντα λειτουργούν μετά τα συντρίμμια.
Πριν, είναι σε άδεια, σε μετάθεση, σε αναρμοδιότητα ή σε “θα το δούμε”. Το πιο εξοργιστικό είναι ότι ο πληγέντας μπορεί να μείνει τελευταίος στη σειρά.
Πρώτα πρόστιμα. Πρώτα Δημόσιο.
Πρώτα τράπεζες.
Πρώτα χρέη.
Πρώτα προνόμια.
Και μετά ο άνθρωπος που έχασε το σπίτι του να ψάχνει να αποζημιωθεί από μια ΙΚΕ με άδειο ταμείο, έναν εργολάβο χωρίς τίποτα στο όνομά του, έναν ιδιοκτήτη που “δεν ήξερε” και έναν μηχανικό που θα εξηγεί επί χρόνια τι ακριβώς εννοούσε η μελέτη.
Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.
Είναι λογιστική πάνω στα μπάζα.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά: δεν αρκεί να συλληφθούν πέντε άνθρωποι και να γραφτεί μια δικογραφία.
Δεν αρκεί να πούμε “θα αποφανθεί η Δικαιοσύνη”. Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα πολλές φορές αποφαίνεται όταν το θύμα έχει ήδη γεράσει, έχει αλλάξει τρία νοίκια, έχει χάσει τα έπιπλά του, τα χαρτιά του, την ηρεμία του και την εμπιστοσύνη του.
Η πραγματική δικαιοσύνη πρέπει να αρχίζει την ίδια μέρα.
Άμεση δέσμευση περιουσιών.
Άμεσος έλεγχος ασφαλιστηρίων.
Άμεση τεχνική πραγματογνωμοσύνη.
Άμεση καταγραφή ζημιών.
Άμεση προσωρινή στέγαση με αξιοπρέπεια.
Άμεση προκαταβολή αποζημίωσης στους ανθρώπους που έμειναν χωρίς σπίτι.
Και μετά ας μαλώνουν μεταξύ τους ιδιοκτήτες, εργολάβοι, μηχανικοί, εταιρείες και ασφαλιστικές για το ποιος φταίει περισσότερο.
Ο πολίτης δεν πρέπει να περιμένει να λυθεί το εσωτερικό κουβάρι των υπευθύνων.
Δεν είναι δουλειά του ανθρώπου που έχασε το σπίτι του να αποδείξει επί δέκα χρόνια αν έφταιξε η μπουλντόζα, η μελέτη, η μεσοτοιχία, η αντιστήριξη ή το ελληνικό “έλα μωρέ”. Το “έλα μωρέ” γκρέμισε τη χώρα πολλές φορές.
Τώρα γκρεμίζει και σπίτια.
Και φυσικά, μετά θα συζητήσουμε για την “ανάπτυξη”. Για νέες πολυκατοικίες.
Για αξιοποίηση οικοπέδων.
Για επενδύσεις.
Για αστική ανανέωση.
Μόνο που η αστική ανανέωση στην Ελλάδα συχνά μοιάζει με αυτό: παίρνεις ένα στενό παλιό κτίσμα, στριμωγμένο ανάμεσα σε σπίτια ανθρώπων, το βλέπεις ως τετραγωνικά προς εκμετάλλευση, το γκρεμίζεις με τη λογική “σιγά το πράγμα”, και αν πέσει το διπλανό, τότε όλοι γίνονται αναρμόδιοι, ανήξεροι και νόμιμοι.
Αυτό είναι το πιο χυδαίο: όλοι μπορεί να είναι “τυπικά εντάξει” και ο πολίτης να είναι πρακτικά κατεστραμμένος.
Γι’ αυτό το σύνθημα πρέπει να είναι απλό: Πρώτα οι άνθρωποι, μετά τα πρόστιμα.
Πρώτα αποζημίωση, μετά δικαιολογίες.
Πρώτα δέσμευση περιουσιών, μετά αναβολές.
Πρώτα το σπίτι που χάθηκε, μετά η εταιρεία που θα δηλώσει ότι δεν έχει τίποτα.
Γιατί στα Πετράλωνα δεν έπεσε μόνο μια πολυκατοικία.
Έπεσε η μάσκα μιας χώρας που επιτρέπει να χτίζονται και να γκρεμίζονται “κοτέτσια” μέσα σε ζωντανές γειτονιές, αλλά όταν ο απλός άνθρωπος χάσει το σπίτι του, του προσφέρει προσωρινή φιλοξενία, συμπάθεια και μια θέση στην ουρά των δικαστηρίων.
Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι σύστημα. ΥΓ Η φωτογραφία της αποθήκης είναι του 2011 από Google Maps.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους