«Μην ανοίξεις, σε παρακαλώ… αν είναι αυτός, μην ανοίξεις». Αυτό μου είπε η Μαρίνα στο τηλέφωνο, κλαίγοντας τόσο πνιχτά που για λίγα δευτερόλεπτα δεν καταλάβαινα ούτε τις λέξεις. Ήταν σχεδόν έντεκα το...
«Μην ανοίξεις, σε παρακαλώ… αν είναι αυτός, μην ανοίξεις». Αυτό μου είπε η Μαρίνα στο τηλέφωνο, κλαίγοντας τόσο πνιχτά που για λίγα δευτερόλεπτα δεν καταλάβαινα ούτε τις λέξεις.
Ήταν σχεδόν έντεκα το βράδυ.
Έξω στην Κυψέλη ακουγόταν ακόμα φασαρία από μηχανάκια και φωνές από το σουβλατζίδικο στη γωνία.
Και εγώ στεκόμουν ξυπόλυτη στο πλακάκι της κουζίνας, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.
Μετά χτύπησε το κουδούνι.
Άνοιξα και την είδα. Η Μαρίνα κρατούσε τη μικρή Ελένη από το χέρι.
Το παιδί φορούσε πιτζάμες με φράουλες και μια ζακέτα από πάνω, λάθος κουμπωμένη. Η Μαρίνα είχε ένα σκίσιμο στο χείλος.
Δεν είπε τίποτα στην αρχή.
Μόνο μπήκε μέσα, κοίταξε πίσω της στον διάδρομο και μου είπε ψιθυριστά: «Δεν άντεξα άλλο». Τη φίλη μου την ξέρω από το λύκειο.
Ξέρω πότε λέει ψέματα, πότε ντρέπεται, πότε φοβάται.
Τους τελευταίους μήνες την έβλεπα να μικραίνει.
Να μιλάει χαμηλά.
Να κοιτάζει συνέχεια το κινητό της.
Να κόβει κουβέντες στη μέση γιατί «ο Στέλιος δεν θέλει πολλά πολλά». Στην αρχή ήταν ζήλια.
Μετά έλεγχος.
Μετά προσβολές.
Μετά εκείνο το κλασικό, το αρρωστημένο: «Με έβγαλε εκτός εαυτού, αλλά μετά ζήτησε συγγνώμη». Της έλεγα να φύγει.
Μου έλεγε «και πού να πάω;». Και είχε δίκιο να φοβάται.
Δεν δούλευε.
Η μικρή πήγαινε νήπιο.
Το σπίτι ήταν στο όνομά του.
Και το χειρότερο; Οι γονείς της. «Κάνε υπομονή, παιδί μου», της έλεγε η μητέρα της. «Όλοι οι γάμοι περνάνε κρίσεις». Ο πατέρας της ήταν ακόμα πιο σκληρός. «Δεν θα διαλύσεις το σπίτι σου για νεύρα.
Έχεις παιδί.
Για την οικογένεια θα κάνεις πίσω». Για ποια οικογένεια; Αυτό ήθελα να φωνάξω.
Για το παιδί που μεγάλωνε ακούγοντας πόρτες να χτυπάνε και τη μάνα του να κλαίει στο μπάνιο; Εκείνο το βράδυ δεν της έκανα ερωτήσεις.
Της έβαλα νερό.
Έπλυνα το χείλος της.
Έστρωσα στο μικρό δωμάτιο που το είχα για αποθήκη και γραφείο. Η Ελένη αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως, με τα παπούτσια δίπλα στο μαξιλάρι, λες και ήταν έτοιμη να ξαναφύγει. Η Μαρίνα καθόταν στην άκρη του καναπέ σαν να μην της ανήκε ούτε ο χώρος που πατούσε. «Θα μας βρει», μου είπε. «Ας έρθει», της απάντησα. «Δεν θα είσαι μόνη σου». Το είπα δυνατά, αλλά μέσα μου έτρεμα.
Γιατί ο Στέλιος ήταν από αυτούς τους άντρες που έξω χαμογελάνε, χαιρετάνε την πολυκατοικία, κουβαλάνε και καμία σακούλα από τον φούρνο για να λένε όλοι “χρυσό παιδί”. Και μέσα στο σπίτι γίνονται άλλοι.
Την άλλη μέρα άρχισαν τα τηλέφωνα.
Πρώτα εκείνος.
Δέκα κλήσεις.
Μετά μηνύματα. «Πες της να γυρίσει να μιλήσουμε σαν άνθρωποι». «Καταστρέφεις οικογένεια». «Μην ανακατεύεσαι γιατί δεν ξέρεις». Ύστερα η μητέρα της Μαρίνας. «Δεν είναι σωστό να τη φιλοξενείς.
Της βάζεις ιδέες». Έμεινα παγωμένη. «Ιδέες; Το κορίτσι ήρθε με σκισμένο χείλος και το παιδί με πιτζάμες στον δρόμο». Εκείνη σώπασε για λίγο και μετά είπε μόνο: «Ναι, αλλά ο κόσμος θα μιλήσει». 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους