[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Body Heat (1981), του Lawrence Kasdan Το νουάρ, ως είδος (άρα και το νεο-νουάρ ως μετεξέλιξή του), εμφορείται από μια παλιά -αλλά όχι ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των στοχαστών- φιλοσοφική ιδέα, που...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Body Heat (1981), του Lawrence Kasdan Το νουάρ, ως είδος (άρα και το νεο-νουάρ ως μετεξέλιξή του), εμφορείται από μια παλιά -αλλά όχι ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των στοχαστών- φιλοσοφική ιδέα, που λέει ότι η ελεύθερη βούληση είναι μια ψευδαίσθηση, εγγενής στο έλλογο υποκείμενο: δεν είμαστε ελεύθεροι, δεν διαλέγουμε τα εγχειρήματα στα οποία εμπλεκόμαστε, δεν αποφασίζουμε τι θα πράξουμε.

Αυτό σημαίνει ο περιβόητος φαταλισμός του νουάρ (διότι μοίρα σημαίνει απουσία ελευθερίας, αν όλα είναι προδιαγεγραμμένα, δεν μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη βούληση). Ωστόσο, όπως όλοι μας, έτσι κι οι ήρωες των ιστοριών αυτών, δεν το γνωρίζουν∙ νομίζουν πως είναι ελεύθεροι επειδή αγνοούν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τις δυνάμεις που τους θέτουν σε κίνηση, που καθορίζουν τις συμπεριφορές τους, που πυροδοτούν τις αποφάσεις τους. Ο Σοπενχάουερ, φανατικός εχθρός της ιδέας της ελεύθερης βούλησης, γράφει κάπου στο «Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση» πως όταν κάποιος κλωτσάει μια μικρή πέτρα, αν η πέτρα διέθετε συνείδηση του εαυτού της κατά τον υπερβολικά σύντομο χρόνο που βρίσκεται στον αέρα, θα πίστευε ότι πετάει με τη θέλησή της, ότι αποφάσισε να ανυψωθεί.

Οι ήρωες του νουάρ μοιάζουν με την πέτρα του Σοπενχάουερ.

Κι η δύναμη αυτή που τους «κλωτσάει», προκαλώντας τόσο τη μικρής διάρκειας πτήση τους όσο και τη νομοτελειακή, αναπόφευκτη πτώση τους, είναι το σεξ.

Στο κλασσικό νουάρ, το σεξ φυσικά βρίσκεται παντού, είναι ο μεγάλος κινητήρας της πλοκής, ο μεταφυσικός νομοθέτης, δημιουργεί όλες τις δράσεις και τις αντι-δράσεις που συνθέτουν την εκάστοτε ιστορία.

Λόγω του κώδικα Χέιζ, όμως, και της σεμνότυφης ηθικής των δεκαετιών του ’40 και του ’50, όπου το είδος βρέθηκε στην απόλυτη ακμή του, δεν δείχνεται στην υλική -δηλαδή σαρκική- του πραγματικότητα, απλώς υπονοείται.

Παρουσιάζεται με τη μορφή της πανταχού παρούσας επιθυμίας, όπου διεγείρεται ποικιλοτρόπως, αλλά δεν αποκτά φαινομενολογική υπόσταση.

Έπρεπε να έρθει το νεο-νουάρ, δυο δεκαετίες αργότερα, με την ορμή της σεξουαλικής απελευθέρωσης που έχει συντρίψει τα πουριτανικά ταμπού και στον κινηματογράφο, για να δειχτεί ο σεξουαλικός ντετερμινισμός σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια (η μοίρα δεν έχει τη μορφή κάποιας σκοτεινής θεότητας που μετακινεί τους ήρωες σαν πιόνια στη σκακιέρα της, είναι απλώς το γενετήσιο ένστικτο: το νουάρ είναι μοιρολατρικό επειδή αναγνωρίζει -πολύ ορθά- ότι το πεπρωμένο των ανθρώπων σχηματίζεται απ’ αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα σκέλια τους, ότι δεν υφίσταται πραγματική ανεξαρτησία για τα σεξουαλικά όντα). Πράγμα που αποδεικνύει ότι το νεο-νουάρ υπήρξε κάτι παραπάνω από μια φτωχή αναβίωση, που θηρεύει νοσταλγία ελλείψει πρωτότυπων ιδεών, αλλά η αληθινή ολοκλήρωση του είδους (με την έννοια που μιλάμε για σεξουαλική ολοκλήρωση). Ωστόσο, παραμένει επίσης γεγονός ότι έδωσε λίγα αριστουργήματα σε σύγκριση με το κλασσικό νουάρ: ένα απ’ αυτά, είναι το σπουδαίο «Body Heat», σκηνοθετικό ντεμπούτο του Λώρενς Κάσνταν (γνωστού ήδη ως σεναριογράφου του «Empire Strikes Back» και του «Raiders of the Lost Ark»), ίσως το κορυφαίο νεο-νουάρ της κινηματογραφικής ιστορίας, μετά το αξεπέραστο «Chinatown» του Πολάνσκι, φυσικά.

Είναι και πιο πολύ νουάρ απ’ το «Chinatown», εδώ που τα λέμε, γιατί το «Chinatown» υιοθετεί την αισθητική, τα οπτικά σημαίνοντα (σαφώς και λόγω χρονολογικής τοποθέτησης της πλοκής) και την ατμόσφαιρα του είδους, η θεματολογία του, όμως, και η σημειολογική του ουσία, το φέρνουν πιο κοντά στο πολιτικό θρίλερ, αν όχι στην αρχαιοελληνική τραγωδία.

Στο «Body Heat», όχι μόνο η υφολογική διάσταση αλλά και η φιλοσοφία του νουάρ -δηλαδή η αναγωγή των πάντων στους νόμους της σάρκας και η κατάδειξη του ψευδεπίγραφου της ελεύθερης βούλησης- κυριαρχούν.

Η μορφική αρτιότητα της ταινίας του Κάσνταν είναι απαράμιλλη.

Τα πάντα εδώ είναι ατμόσφαιρα, ρυθμός (διότι ζήτημα ρυθμού είναι και η διαδικασία της σαγήνευσης, το ερωτικό παιχνίδι) και εικαστικό στιλ.

Χρώματα και ήχοι (αυτές οι χαρακτηριστικές «καμπανούλες» στην έπαυλη της Matty, ας πούμε), ψιθυρίζουν ασταμάτητα τη ματαιότητα της αντίστασης στους νόμους της επιθυμίας, το αναπόφευκτο της εγκατάλειψης στην ηδονή και το αναπότρεπτο της συντριβής.

Όλα εδώ υποβάλλουν ενέργειες με τον τρόπο ενός ιδιότυπου υπνωτισμού. Η Κάθλιν Τέρνερ, δεν είναι απλώς πανέμορφη και σαρωτικά ποθητή, ενσαρκώνει (ποτέ η λέξη δεν βρήκε καλύτερη εφαρμογή) τη σεξουαλική νομοτέλεια, δίνει πρόσωπο και σώμα (και τι σώμα! Χαρακτηριστικός ο διάλογος στο μπαρ: όταν ο Ned μαθαίνει πόσοι άντρες προσπάθησαν να φλερτάρουν ανεπιτυχώς τη Matty όσο βρισκόταν εκεί μόνη της, της λέει «Maybe you shouldn't dress like that», κι εκείνη του απαντάει, «This is a blouse and a skirt.

I don't know what you're talking about», για να εισπράξει το αλησμόνητο, «You shouldn't wear that body»), στον καταναγκασμό της επιθυμίας, στη λίμπιντο ως αναπόδραστη αιτιοκρατία, στην «παγίδα», την κατίσχυση, τον εγκλεισμό που συνιστά η μεγάλη ομορφιά.

Ας πούμε, ξέρεις ότι ο Ned (του εκπληκτικού, ιδεώδους στον ρόλο του σαγηνευμένου αρσενικού, Γουίλιαμ Χαρτ), δεν θα σταματήσει να την αναζητά μετά την πρώτη τους, «τυχαία» συνάντηση, δεν χρειάζεται να σου δώσει καμιά επεξήγηση το σενάριο του γιατί θα συμβεί αυτό: το πλάνο της πρώτης εμφάνισής της, με το λευκό φόρεμα, αρκεί για να δηλωθεί ο εγκλωβισμός του ήρωα στο συντριπτικό κάλλος.

Πώς μπορεί να μιλά κανείς για ελεύθερη βούληση ή για δυνατότητα επιλογής μπροστά σε μια τέτοια γυναίκα; Είναι αστείο.

Φυσικά, δεν πρόκειται μόνο για το σεξ στο νουάρ, υπάρχει κι άλλη μια πελώρια δύναμη που κινεί τη δράση: η απληστία.

Κι επειδή το νουάρ, όπως κάθε αληθινά ενδιαφέρουσα μυθολογία, διαθέτει τα αρχέτυπά του, αυτή παρουσιάζεται ως κύριο χαρακτηριστικό της γυναίκας∙ νουάρ χωρίς femme fatale δεν γίνεται, κι η femme fatale είναι άπληστη.

Το αρσενικό στο νουάρ παρουσιάζεται σεξουαλικά λαίμαργο, αυτή του την αδυναμία εκμεταλλεύεται η ωραία γυναίκα προκειμένου να ελέγξει τον άνδρα και να τον θέσει υπό τις υπηρεσίες της, να τον βάλει να εκπληρώσει τους ανήθικους σκοπούς της, καταστρέφοντάς τον.

Για να το θέσουμε με αγοραία γλώσσα, τον βαστά απ’ τ’ αρχίδι@. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η γυναίκα είναι περισσότερο ελεύθερη: η απληστία, η επιθυμία για δύναμη, είναι στη φύση της, όπως είναι στη φύση κάθε ζωντανού πλάσματος (κατά τον Νίτσε, ας πούμε, που επίσης θεωρούσε την ελεύθερη βούληση ένα μύθευμα των θρησκειών προκειμένου να καταστήσουν τον άνθρωπο υπεύθυνο για τις πράξεις του, άρα υπόλογο γι’ αυτές σ’ έναν Θεό-κριτή, η θέληση για δύναμη δεν ξεχωρίζει φύλα, ούτε αποτελεί ιδιότητα του ανθρώπινου πλάσματος αποκλειστικά: ό,τι ζει και υπάρχει, διαθέτει, σε κάποιο βαθμό, την επιθυμία της επέκτασης, της απόκτησης περισσότερων, της αύξησης της δύναμής του, της κατάκτησης)∙ η πλεονεξία δεν είναι γυναικείο χαρακτηριστικό per se, δεν λέει αυτό το νουάρ.

Λέει μονάχα πως η σεξουαλικότητα γίνεται όπλο στα χέρια της γυναίκας, επειδή ο άνδρας αδυνατεί να την ελέγξει.

Είμαστε έρμαιο της καύλας μας, αλλά απ’ την εποχή του Φρόιντ ξέρουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα.

Αμοραλιστικό, ολοκληρωτικά απαλλαγμένο από ιδεαλιστικές αυταπάτες, έχοντας πλήρη -και πολύ πεσιμιστική- επίγνωση της ανθρώπινης ατέλειας, το νουάρ απλώς αποτυπώνει την κατάσταση όπως είναι.

Όλα αυτά σε θεωρητικό επίπεδο, όμως πριν και πάνω απ’ όλα, το «Body Heat» είναι μια απόλυτα αισθησιοκρατική ταινία, ένα φιλμ μεθυστικής γοητείας, λαγγεμένο και ηδυπαθές όπως οι ήρωές του, θα ‘λεγες όχι λιγότερο σκλαβωμένο στην ηδονή από εκείνους (το μαγικό σάουντρακ του John Barry επιτείνει την αίσθηση του αμετάκλητου, μέσα απ’ τη λεπτή τρυφερότητα και μελαγχολία μελωδιών οι οποίες μετατρέπουν σε μουσική τη στωική αποδοχή της μοίρας όσων έχουν την ευγένεια να αναλωθούν αδιαμαρτύρητα απ’ τα πάθη τους). Σπάνια έχει αποτυπωθεί ομορφότερα στον κινηματογράφο αυτή η τρέμουσα, παραισθητική, ναρκωμένη κατάσταση της συνάντησης της λαγνείας με τη θερινή πύρωση, του συντονισμού εξωτερικής και εσωτερικής ανόδου της θερμοκρασίας, αυτό το καυτό, ονειρικό, ρευστό κλίμα διάχυσης του εαυτού σ’ έναν κόσμο που μοιάζει χαυνωμένος απ’ τον καύσωνα, όπου τα κορμιά λιώνουν απ’ τη ζέστη και την απόλαυση, λουσμένα στον ιδρώτα, πνιγμένα στη λαχτάρα.

Είναι σαν να σου λέει ο Κάσνταν ότι υπό αυτές τις κλιματικές συνθήκες, είναι αδύνατον να σκεφτείς λογικά ή με σύνεση, να πράξεις κατά συνείδηση.

Αρκεί να εμφανιστεί στον δρόμο σου κι ένα θηλυκό όπως η Matty για να καούν και οι ύστατες άμυνες.

Όχι τυχαία, όλα εδώ ξεκινούν με μια φωτιά (καθώς ο Ned ατενίζει στην αρχή της ταινίας ένα κτήριο συνδεδεμένο με αναμνήσεις απ’ την παιδική του ηλικία, να καίγεται) και τελειώνουν με μια άλλη φωτιά – του αύριο του ήρωα, που έχει θυσιαστεί στον βωμό της ηδονής.

Είναι ένας πλήρης αφηγηματικός κύκλος το «Body Heat», κάτι που συμβαίνει ανάμεσα σε δύο πυρκαγιές: του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Η σύλληψη του Κάσνταν είναι ιδιοφυής∙ κι η ερωτική πράξη, άλλωστε, δεν είναι μια πυράκτωση που καίει, ταυτόχρονα, παρελθόν και μέλλον, ανάγοντας τα πάντα στο παρόν, επιτρέποντας στη στιγμή να κατακυριεύσει τη συνείδηση, στο «εδώ και τώρα» του σώματος να αδιαφορήσει εντελώς για το «εκεί και αλλού» της μνήμης και της φαντασίας; Ένα αριστούργημα για τον υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς λοιπόν : της ψυχής και της σάρκας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences