Η ομορφιά της φύσης όταν είμαι μόνος με πληγώνει!! Το Όνειρο Γιατί; Νόμισα πως σε βρήκα. Όχι όπως βρίσκει κανείς έναν περαστικό μέσα στο πλήθος, μα όπως ο διψασμένος ανακαλύπτει μια στάλα νερό στην...
Η ομορφιά της φύσης όταν είμαι μόνος με πληγώνει!! Το Όνειρο Γιατί; Νόμισα πως σε βρήκα.
Όχι όπως βρίσκει κανείς έναν περαστικό μέσα στο πλήθος, μα όπως ο διψασμένος ανακαλύπτει μια στάλα νερό στην απόλυτη έρημο.
Όπως ο ναυαγός, μέσα στο μαύρο του ωκεανού, βλέπει ένα φως και με μια τρομερή απελπισία αποφασίζει πως πίσω από εκείνο το φως υπάρχει λιμάνι.
Νόμισα πως σε βρήκα.
Κι αυτή η φράση ήταν αρκετή για να αρχίσει μέσα μου ολόκληρη δημιουργία.
Έστησα ζωή πάνω στην άμμο της παρουσίας σου.
Χτίζαμε δωμάτια με τις σιωπές σου.
Άναβα φώτα σε ολόκληρες πόλεις με ένα σου χαμόγελο.
Φώτα που τώρα καίγονται και στάζουν μέσα στο σκοτάδι μου.
Στόλιζα μπαλκόνια με γιασεμιά.
Άνοιγα παράθυρα σε αυλές που δεν υπήρξαν.
Έστρωνα τραπέζια για δύο.
Έβαζα νερό στο ποτήρι σου.
Άφηνα άδεια την καρέκλα απέναντί μου και την κοιτούσα σαν να μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να γεμίσει με το θαύμα.
Περίμενα να ανοίξει η πόρτα.
Να ακουστεί το βήμα.
Να γυρίσει το κλειδί στην κλειδαριά του κόσμου.
Να γίνει επιτέλους η ζωή αληθινή.
Μα μια μέρα δεν έσπασε η καρδιά μου.
Έσπασε η εικόνα.
Κι αυτό πόνεσε περισσότερο.
Γιατί η καρδιά, όταν σπάει, ξέρει τουλάχιστον ποιον έχασε.
Η εικόνα όμως όταν σπάει, σου δείχνει πως ίσως δεν είχες ποτέ αυτό που θρηνείς.
Ήταν ένας καθρέφτης που έπεσε στο πάτωμα.
Και μέσα στα χίλια κομμάτια του είδα την πιο τρομακτική αλήθεια.
Δεν ήσουν εσύ.
Ήμουν εγώ.
Εγώ που σε είχα ντύσει με φως που δεν σου ανήκε.
Εγώ που είχα δώσει βάθος σε μια άβυσσο που μόνο εγώ είχα ανοίξει.
Εγώ που άκουγα μουσική σε μια σιωπή που δεν τραγουδούσε.
Εγώ που διάβαζα ουρανό σε μάτια που ίσως δεν είχαν σηκωθεί ποτέ προς τα δικά μου.
Εγώ που αγκάλιαζα μια σκιά πιστεύοντας πως ήταν το σώμα της ίδιας της Ζωής.
Δεν με πρόδωσες εσύ.
Ίσως σε πρόδωσαν οι δρόμοι σου.
Ίσως σε λύγισαν οι φόβοι σου.
Ίσως στάθηκαν μπροστά σου βουνά που εγώ, από μακριά, δεν μπορούσα να δω. Μα η πιο σκληρή προδοσία δεν ήρθε από εσένα.
Ήρθε από μέσα μου.
Με πρόδωσε η ανάγκη μου να μην είμαι μόνος.
Με πρόδωσε εκείνο το παιδί μέσα μου που, παρά τα χρόνια και τις πληγές, επιμένει να τρέχει ξυπόλυτο προς κάθε φως που μοιάζει με αυγή.
Με πρόδωσε η πείνα της ψυχής μου.
Αυτή η άγρια, η ιερή, η αθεράπευτη πείνα να πιστέψει πως κάπου υπάρχει ένα χέρι που δεν θα τραβηχτεί.
Πως κάπου υπάρχει ένα βλέμμα που δεν θα φοβηθεί το βάθος μου.
Πως κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που θα σταθεί μπροστά στην καρδιά μου και δεν θα φύγει.
Και τώρα; Τώρα κάθομαι στην άκρη της νύχτας και μαζεύω τα συντρίμμια.
Μαζεύω τα λουλούδια που φύτεψα σε άνυδρο χώμα.
Μαζεύω τα γιασεμιά που κρέμασα σε μπαλκόνια χωρίς σπίτι.
Μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι που έστρωσα για μια Αγάπη που δεν ήρθε ποτέ.
Ή που ήρθε ως πιθανότητα και λύγισε πριν γίνει σώμα.
Μαζεύω τα κεριά.
Τα σβήνω ένα ένα.
Κι όμως, το δωμάτιο εξακολουθεί να μυρίζει αναμονή.
Και πονάω.
Όχι γιατί τελείωσε.
Πονάω γιατί ίσως δεν άρχισε ποτέ.
Αυτό είναι το πιο πικρό πράγμα στον κόσμο.
Να θρηνείς όχι έναν άνθρωπο που έφυγε, αλλά έναν άνθρωπο που δεν έφτασε ποτέ.
Να φοράς μαύρα για μια συνάντηση που δεν γεννήθηκε.
Να ανάβεις κεριά για μια ύπαρξη που ίσως ήταν μόνο δικό σου δημιούργημα.
Μια φαντασία ποτισμένη με το αίμα της καρδιάς σου.
Ένα όνειρο που φόρεσε πρόσωπο για να μπορείς να το αγαπήσεις.
Και ύστερα έβγαλε το πρόσωπο.
Και έμεινες μόνος μπροστά στο άδειο φως.
Γιατί η καρδιά είναι τόσο ανόητη; Γιατί ανοίγει τις πόρτες της σε κάθε ίσκιο που μοιάζει με αυγή; Γιατί στρώνει τραπέζι σε περαστικούς ανέμους; Γιατί προτιμά να ζει μέσα σε ένα όνειρο παρά να δεχτεί τη στυγνή μοναξιά της αλήθειας; Γιατί, Θεέ μου, η καρδιά δεν μαθαίνει; Γιατί μετά από τόσες πληγές ξαναβάζει νερό στα βάζα; Γιατί ξαναγοράζει λουλούδια; Γιατί ξανανοίγει τα παράθυρα; Γιατί περιμένει ακόμη εκείνο το βήμα που τόσες φορές δεν ακούστηκε; Κι όμως… Μέσα σ’ αυτή τη συντριβή κάτι τρέμει ακόμη.
Κάτι μικρό.
Κάτι γυμνό.
Κάτι σχεδόν ντροπιασμένο που φοβάται να φανεί.
Είναι η καρδιά μου.
Δεν πέθανε.
Μόνο κουλουριάστηκε σαν παιδί στη γωνιά της νύχτας.
Τη βλέπω με τα ματωμένα της χέρια.
Με τα γόνατα γδαρμένα.
Με τα μάτια γεμάτα στάχτη.
Και δεν μπορώ να τη μισήσω.
Πώς να μισήσεις μια καρδιά επειδή πίστεψε; Πώς να καταδικάσεις ένα παιδί επειδή άπλωσε τα χέρια στο φως; Θα γονατίσω δίπλα της.
Θα της σκουπίσω το αίμα από τα δάχτυλα.
Και θα της πω: Μην ντρέπεσαι.
Δεν είναι ντροπή να πιστεύεις στο θαύμα.
Δεν είναι ντροπή να χτίζεις ουρανό ακόμη κι όταν σου δίνουν μόνο πέτρες.
Δεν είναι ντροπή να αγαπάς περισσότερο απ’ όσο αντέχει η πραγματικότητα.
Ντροπή είναι να καταντήσεις τόσο πεθαμένος, που να μην μπορείς πια ούτε καν να φανταστείς το θαύμα.
Ντροπή είναι να σε σώσει ο πόνος από την αγάπη.
Να σε κάνει φρόνιμο.
Να σε κάνει πέτρα.
Να σε κάνει άνθρωπο που δεν περιμένει τίποτα για να μη χάσει τίποτα. Όχι.
Δεν θέλω τέτοια σωτηρία.
Δεν θέλω να σωθώ αν είναι να μη μπορώ πια να ονειρευτώ.
Και τι θα κρατήσω; Δεν θα κρατήσω εσένα. Όχι.
Εσένα θα σε αφήσω εκεί όπου ανήκεις.
Στην ομίχλη.
Στο μισόφωτο.
Στην πιθανότητα που δεν έγινε μοίρα.
Στο άγγιγμα που δεν έφτασε ποτέ ως το δέρμα μου.
Θα κρατήσω όμως εκείνη τη στιγμή που η ψυχή μου φόρεσε τα γιορτινά της.
Εκείνη τη στιγμή που πίστεψε πως άνοιξε ο ουρανός.
Εκείνη τη στιγμή που, έστω και για λίγο, ο κόσμος μου είχε νόημα.
Έστω και λάθος.
Έστω και μέσα στο σκοτάδι.
Έστω και μόνος.
Για μια στιγμή έζησα.
Κι αυτό είναι η πιο μεγάλη τραγωδία και η πιο μεγάλη παρηγοριά μαζί.
Πως ακόμη κι ένα όνειρο, όταν το πιστέψει η καρδιά, μπορεί για λίγο να γίνει πατρίδα.
Πως ακόμη κι ένα ψέμα, όταν ποτιστεί με καθαρό δάκρυ, μπορεί για λίγο να μοιάσει με ζωή.
Πως ακόμη κι εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ μπορεί να αφήσει μέσα σου πραγματικά ερείπια.
Και να σε κάνει να κάθεσαι νύχτες ολόκληρες ανάμεσα στα χαλάσματα σαν τελευταίος κάτοικος μιας πόλης που τη φαντάστηκες τόσο δυνατά, ώστε όταν γκρεμίστηκε ακούστηκε θόρυβος μέσα στο Σύμπαν. Ναι.
Ίσως αυτό να ήσουν.
Μια πόλη που δεν χτίστηκε ποτέ και όμως μέσα μου καταστράφηκε.
Μια θάλασσα που δεν την πέρασα ποτέ και όμως πνίγηκα.
Ένα σώμα που δεν κράτησα ποτέ και όμως έμεινε στα χέρια μου η απουσία του. Μια Αγάπη που δεν γεννήθηκε ποτέ και όμως χρειάστηκε ολόκληρη η ψυχή μου για να την κηδέψει.
Κι αν είναι να ραγίσω ξανά για εκείνη τη μία στιγμή που η ψυχή μου θα πιστέψει πως βρήκε φως, ας ραγίσω.
Κι αν είναι να ξαναστήσω τραπέζι σε μια άδεια καρέκλα, ας το στήσω.
Κι αν είναι να ξανακρεμάσω γιασεμιά σε μπαλκόνια που αύριο θα γκρεμιστούν, ας τα κρεμάσω.
Γιατί χειρότερο από το να αγαπήσεις ένα όνειρο που δεν υπήρξε, είναι να ζήσεις χωρίς ποτέ να τολμήσεις να ονειρευτείς ξανά.
Χειρότερο από μια καρδιά που γελάστηκε, είναι μια καρδιά που έμαθε να μη γελιέται πια.
Γιατί εκείνη δεν σώθηκε.
Θάφτηκε ζωντανή.
Κι εγώ, όσο κι αν πονώ, όσο κι αν μαζεύω τα κομμάτια μου από το πάτωμα, δεν θέλω να γίνω τάφος της ίδιας μου της καρδιάς.
Θέλω μόνο να της αφήσω μια μικρή χαραμάδα.
Όχι για σένα.
Όχι πια.
Για το φως.
Για εκείνο το φως που κάποτε θα έρθει χωρίς να χρειαστεί να το εφεύρω.
Αλλά μέχρι να έρθει εκείνο το φως, όχι το φως που φαντάστηκα πάνω σε ξένο πρόσωπο, όχι το φως που έντυσα με όνειρα για να αντέξω τη νύχτα, μα το αληθινό, εκείνο που δεν χρειάζεται να το επινοήσεις για να υπάρξει, ας μεγαλώσω το εσωτερικό μου παιδί.
Ας το πάρω από το χέρι.
Ας του μάθω πως δεν είναι εγκαταλειμμένο.
Πως δεν χρειάζεται να ζητιανεύει αγάπη έξω από κλειστές πόρτες.
Πως δεν γεννήθηκε για να περιμένει κάποιο βλέμμα να του δώσει αξία.
Ας του πω: εμένα έχεις.
Εγώ είμαι εδώ.
Εγώ θα σε σηκώσω όταν πέφτεις.
Εγώ θα σε κρατήσω όταν φοβάσαι.
Εγώ θα σου δείξω τα πρώτα σου βήματα μέσα στον κόσμο, όχι όπως περπατά ο πληγωμένος άνθρωπος που ψάχνει σωτηρία, αλλά όπως περπατά εκείνος που έμαθε να μη γονατίζει πια μπροστά σε μια φαντασία.
Ας το μεγαλώσω εγώ.
Με υπομονή.
Με δάκρυ.
Με σιωπή.
Με εκείνη την τρυφερότητα που δεν μου δόθηκε όταν τη χρειαζόμουν.
Ας το κάνω μεγάλο και τρανό.
Όχι σκληρό.
Όχι άκαρδο.
Όχι άνθρωπο που έκλεισε τις πόρτες του.
Αλλά δυνατό.
Τόσο δυνατό που να μπορεί να αγαπήσει χωρίς να χαθεί.
Να ονειρευτεί χωρίς να πνιγεί.
Να ανοίξει την καρδιά του χωρίς να την παραδώσει στην πρώτη σκιά που μοιάζει με άγγελο.
Και τότε… τότε το φως θα έρθει.
Όχι επειδή θα το παρακαλέσω.
Όχι επειδή θα το κυνηγήσω.
Όχι επειδή θα το μπερδέψω με την ανάγκη μου.
Θα έρθει γιατί θα με βρει όρθιο.
Θα με βρει ολόκληρο.
Θα με βρει με το παιδί μέσα μου να μη φοβάται πια το σκοτάδι.
Και τότε δεν θα είμαι στο όνειρο.
Θα είμαι στην αλήθεια.
Και η Αγάπη, αν έρθει, δεν θα έρθει για να με σώσει. Θα έρθει για να με συναντήσει. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους