Πίσω από τους τίτλους περί «ενεργειακής συνεργασίας» και «διαφοροποίησης πηγών ενέργειας», η εμβάθυνση των σχέσεων Καναδά–Τουρκίας στον πυρηνικό τομέα κρύβει διαστάσεις που θα έπρεπε να κάνουν τη...
Πίσω από τους τίτλους περί «ενεργειακής συνεργασίας» και «διαφοροποίησης πηγών ενέργειας», η εμβάθυνση των σχέσεων Καναδά–Τουρκίας στον πυρηνικό τομέα κρύβει διαστάσεις που θα έπρεπε να κάνουν τη διεθνή κοινότητα πιο καχύποπτη, όχι πιο εφησυχασμένη.
Η πιθανή αξιοποίηση της καναδικής τεχνολογίας CANDU στους σχεδιαζόμενους πυρηνικούς σταθμούς της Σινώπης και της Θράκης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο και ιδιαίτερα ανησυχητικό μωσαϊκό, το οποίο η Δύση φαίνεται απρόθυμη να εξετάσει συνολικά.
Η τεχνολογία CANDU δεν είναι τυχαία επιλογή.
Πρόκειται για αντιδραστήρες βαρέος ύδατος που, λόγω της φύσης τους, είναι ικανοί να παράγουν πλουτώνιο υψηλής καθαρότητας μια «διττή χρήση» γνωστή και τεκμηριωμένη διεθνώς ως ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία στο καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τέτοιοι αντιδραστήρες προκαλούν ανησυχία διεθνώς: το ίδιο τεχνολογικό χαρακτηριστικό βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εδώ και δεκαετίες.
Η επιλογή αυτή, εξάλλου, δεν εξετάζεται μεμονωμένα. Η Τουρκία ήδη κατασκευάζει με τη ρωσική Rosatom τον πρώτο της πυρηνικό σταθμό στο Ακκούγιου, ένα έργο 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και της προσφέρει τεχνογνωσία, εκπαιδευμένο προσωπικό και υποδομές.
Παράλληλα, η Άγκυρα διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με Ρωσία, Κίνα, Νότια Κορέα και Καναδά για τον δεύτερο και τρίτο σταθμό της μια στρατηγική διασπαρμένων συνεργασιών που της επιτρέπει να συλλέγει τεχνολογία και τεχνογνωσία από πολλαπλές, ανταγωνιστικές πηγές χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από καμία.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται κι η αναζήτηση πρώτης ύλης: η Τουρκία έχει ήδη εξασφαλίσει συμφωνίες εξόρυξης και πρόσβασης σε κοιτάσματα ουρανίου στον Νίγηρα και τη Σομαλία, σε μια περίοδο που ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για ουράνιο και κρίσιμα ορυκτά εντείνεται.
Διατηρεί, συνάμα, επί χρόνια στενή πυρηνική και πυραυλική συνεργασία με το Πακιστάν χώρα με πλήρως ανεπτυγμένο πυρηνικό οπλοστάσιο και μακρά ιστορία διάχυσης πυρηνικής τεχνογνωσίας, ενώ αναπτύσσει ραγδαία τα δικά της προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Αναλυτές έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι το συνολικό αυτό μωσαϊκό υποδομών, τεχνογνωσίας και πρώτων υλών συνθέτει μια στρατηγική «ασάφειας»: η Άγκυρα χτίζει συστηματικά όλα τα συστατικά στοιχεία που θα της επιτρέψουν, όποτε η ίδια κρίνει τις συνθήκες κατάλληλες, ένα τελικό «σπριντ» προς το πυρηνικό κατώφλι, ανεξάρτητα από την επίσημη ειρηνική πρόφαση κάθε μεμονωμένης συμφωνίας.
Κι όλο αυτό δεν συμβαίνει σε γεωπολιτικό κενό. Η Τουρκία που ζητά πυρηνική τεχνολογία από το Τορόντο, είναι η ίδια χώρα που προβάλλει το δόγμα Mavi Vatan, παραβιάζει συστηματικά τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της Ελλάδας, διατηρεί παράνομα στρατεύματα κατοχής στο 37% του εδάφους ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και μισό αιώνα κι απειλεί ανοιχτά με πολεμικές ενέργειες όποιον αμφισβητήσει τις παράνομες αξιώσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Καμία συνεργασία πυρηνικής τεχνολογίας δεν μπορεί να θεωρείται «καθαρή» ή αμιγώς εμπορική, όταν ο αποδέκτης της καθίσταται μια χώρα που αρνείται να αναγνωρίσει την κυριαρχία και τα σύνορα γειτονικού κράτους, που συνδυάζει αναθεωρητισμό, στρατιωτικό επεκτατισμό και πολιτική κατοχής με μια διπλωματία εκβιασμού απέναντι στη Δύση. Η σιωπή απέναντι στα παραπάνω δεν είναι ουδετερότητα· είναι ανοχή.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους