Το εργαστήριο δημιουργικής γραφής στο οποίο συμμετείχα το πρώτο εξάμηνο του 2026 ολοκληρώθηκε το περασμένο Σάββατο. Έχουν μείνει λίγα διηγήματα που δεν σας έχω δείξει. Το συγκεκριμένο αφορούσε την...
Το εργαστήριο δημιουργικής γραφής στο οποίο συμμετείχα το πρώτο εξάμηνο του 2026 ολοκληρώθηκε το περασμένο Σάββατο.
Έχουν μείνει λίγα διηγήματα που δεν σας έχω δείξει.
Το συγκεκριμένο αφορούσε την άσκηση του αναξιόπιστου αφηγητή, ενός ήρωα, με λίγα λόγια, που δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε απόλυτα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει την πραγματικότητα. ⭐️ Trigger warning: ρατσισμός, σεξισμός, έμφυλη βiα, διακρίσεις.
Οι απόψεις των ηρώων που παρουσιάζονται είναι καθαρά κομμάτι της ιστορίας και δεν αντιπροσωπεύουν τις δικές μου απόψεις ως συγγραφέως.
Εύχομαι να το απολαύσετε και θα χαρώ να διαβάσω τις γνώμες σας. «Μια ζωούλα» – μέρος 1ο: «Γκιαγκιά, ήρτε η ώρα γκια το χάπι σου»! Η φωνή της Μπρισίλντα ακούγεται από το μέσα δωμάτιο.
Σε δευτερόλεπτα εμφανίζεται στο άνοιγμα της πόρτας με ένα ποτήρι νερό και ένα μπολ με ροδέλες ώριμης μπανάνας στα χέρια. «Τα μπορέσεις να το πιείς με νερό ή να το βάλουμε σε μπουκιά όπως χτες;», με ρωτάει.
Κάνω να ανασηκωθώ στο κρεβάτι, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να στηρίξω για λίγο το κεφάλι μου κι έπειτα αυτό να πέσει ξανά στο μαξιλάρι. «Κάτσε, κάτσε.
Τα σε βοητήσω εγκώ», λέει η Μπρισίλντα κι αφήνει τα σκεύη στο τραπεζάκι δίπλα μου.
Έπειτα έρχεται και, με δύναμη που πάντα απορώ πού τη βρίσκει, ανασηκώνει τον κορμό μου και τοποθετεί μαξιλάρια πίσω μου. «Γκιαγκιά, με νερό το χάπι ή με μπανάνα;», με ρωτάει, νομίζω για δεύτερη φορά. «Με μπανάνα», της λέω.
Θα πνιγώ αλλιώς.
Κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι κι αρχίζει να με ταΐζει αργά μικρά κομμάτια μαλακής μπανάνας.
Σύντομα νιώθω το στόμα μου να γεμίζει σάλιο και τις μπουκιές να γλιστρούν στον λαιμό μου εύκολα. «Μπράβο, γκιαγκιούλα! Σου αρέσει; Να μασάς καλά, ναι;», μου λέει κάθε τόσο.
Μ’ αγαπάει η Μπρισίλντα.
Είναι καλή γυναίκα. Αλβανίδα.
Ο γιος μου την έβαλε να με φροντίζει, τώρα που δεν μπορώ πια να το κάνω μόνη μου.
Έρχεται κι αυτός κάπου κάπου και με βλέπει.
Γιατρός είναι.
Να ‘ναι καλά το παλικάρι μου.
Δεν προλαβαίνει και συχνότερα.
Αλλά με την Μπρισίλντα εδώ έχω τουλάχιστον λίγη παρέα. «να πάρουμε και το χαπάκι τώρα, γκιαγκιά; Τι λες;», την ακούω.
Γνέφω αργά με το κεφάλι, ενώ μασάω ακόμη.
Εκείνη φέρνει το χάπι στα χείλη μου. «Έλα, όλο μαζί», μου λέει.
Το καταπίνω μαζί με την μπουκιά της μπανάνας κι εκείνο γλιστράει χωρίς να πνιγώ αυτήν τη φορά. «Μπράβο, ρε γκιαγκιά.
Λεβέντισσα είσαι»», Τελειώνουμε με το φαγητό κι η γυναίκα πηγαίνει τα σκεύη στην κουζίνα. «Ντεν τα πιστέψεις ποια πήρε τηλέφωνο όσο κοιμόσουν», την ακούω να φωνάζει από μέσα. Περιμένω.
Εμφανίζεται ξανά στην πόρτα με μια χαρτοπετσέτα κι έρχεται να μου σκουπίσει το στόμα. - Η κόρη σου., λέει πρόσχαρα. - Η Κατερίνα;, ρωτάω έκπληκτη. - Γκιατί, έχεις κι άλλη κόρη;, λέει η Μπρισίλντα και γελάει. - Δεν έχω κόρη εγώ., απαντάω αυστηρά. - Άσ’ τα αυτά. Έχεις.
Και σ’ αγκαπάει και πολύ.
Κι εσύ την αγκαπάς. - Δεν έχω κόρη!, ξαναλέω. - Τα έρτει στην Ελλάντα γκια ντιακοπές.
Τέλει να σε ντει, λέει.., συνεχίζει η Μπρισίλντα. - Εγώ δεν θέλω. - Τέλεις.
Αφού την άλλη φορά μου έλεγκες ότι σου λείπει, τυμάσαι; - Όχι. - Ε, εγκώ τυμάμαι, όμως.
Την αγκαπάς., ξανάπε η Μπρισίλντα και έφυγε πάλι προς τα μέσα.
Με την κόρη μου έχω να μιλήσω είκοσι έξι χρόνια, από τότε που μου έφερε εκείνον τον αράπη τον Ταρίκ, πώς τον λέγανε! Τρία χρόνια είχαν σχέση προτού νου μιλήσει για δαύτον. «Έχει σπουδάσει φιλοσοφία, μαμά», μου είχε πει, λες κι αυτό διόρθωνε τα πράγματα. «Τόσους φιλοσόφους έχει η Ελλάδα, μωρή! Η πηγή της φιλοσοφίας», της είχα απαντήσει, «κι εσύ πήγες και μου βρήκες τον μαύρο; Χάθηκαν οι Έλληνες;». Ο πατέρας της κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. «Γι’ αυτό σε στείλαμε να σπουδάσεις; Για να μας κάνεις το σπίτι φιλανθρωπική οργάνωση και να μαζέψεις τον κάθε κακομοίρη; Μην τολμήσεις να τον φέρεις κατά ‘δω, ακούς; Δεν θα μας συζητάει όλο το χωριό εξαιτίας σου»! Και τι δεν της είπαμε με τον πατέρα της για να τον παρατήσει.
Σ’ όλη τη γειτονιά ακούγονταν οι φωνές μας.
Με το ζόρι την έβγαλα απ’ τα χέρια του κάποια στιγμή. «Ρε Βαγγέλη, ντροπή! Τριάντα δυο χρονών γυναίκα είναι πια», του είπα. ‘Ντροπή είναι η κόρη σου. Ακούς;» Με πήρε κι εμένα η μπάλα τότε.
Τριάντα τρία χρόνια γάμου, με τον Βαγγέλη μου εγώ δεν είχα τσακωθεί ποτέ.
Μια δυο φορές μόνο με πήραν κάνα δυο ξώφαλτσες κι αυτό ήταν όλο.
Μια δυο φορές στα τόσα χρόνια.
Κατά τ’ άλλα όλοι είχαν να το λένε πόσο αγαπημένο ζευγάρι φαινόμασταν.
Είχα πάρει κι εγώ το μάθημά μου.
Είχα μάθει πια τι τον ενοχλούσε και δεν του πήγαινα κόντρα.
Κι όλα μια χαρά.
Και τώρα θα την πλήρωνα εγώ τη νύφη; «Άκου να σου πω, κακομοίρα μου», είπα στην Κατερίνα.
Να μ’ ακούσει κι ο Βαγγέλης να καταλάβει ότι εγώ ήμουν με το μέρος του.
Στο ζευγάρι πρέπει να στηρίζει ο ένας τον άλλο. - Ή παρατάς αυτόν τον αλλοδαπό ή φεύγεις τώρα απ’ αυτό το σπίτι και δεν θα ξαναπατήσεις εδώ μέσα. - Ο Ταρίκ δεν είναι ούτε αράπης ούτε κακομοίρης., φώναξε εκείνη κλαίγοντας.
Είναι αξιοπρεπέστατος.
Είναι μορφωμένος, έχει κάνει μεταπτυχιακό στην Ελλάδα, ξέρει και λίγα ελληνικά.
Τώρα θα φύγει για διδακτορικό στη Γαλλία. - Να φύγει!, ούρλιαξε ο άντρας μου. - Στα τσακίδια από τη χώρα μας. - Θέλει να σας γνωρίσει., συνέχισε η κόρη μου. - Εμείς δεν θέλουμε., είπα, κοιτώντας με νόημα τον άντρα μου. - Εγώ θα πάω μαζί του. Τον Ταρίκ τον αγαπώ! Και θα τον ακολουθήσω όπου κι αν πάει.
Αν δε τον θέλετε εσείς, δεν…, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. - Στα τσακίδια κι εσύ τότε από ‘δω πέρα! Εδώ μέσα αράπης δεν θα μπει.
Αν πας μαζί του, να μην ξανάρθεις εδώ!, της είπα. - Θα πάω.!, φώναξε η Κατερίνα.
Τα δικά σου λάθη δεν θα τα κάνω κι εγώ.
Εγώ θα ζήσω όπως θέλω. Εγώ! Μάζεψε τα πράγματά της και σε λιγότερο από μια ώρα βρόντηξε την πόρτα κι έφυγε, ενώ εγώ προσπαθούσα να ηρεμήσω τον Βαγγέλη. «Άσ’ την.
Θα γυρίσει πίσω κλαίγοντας, άσ’ την», του έλεγα.
Δεν γύρισε.
Ούτε κλαίγοντας ούτε γελώντας.
Έστελνε κάπου κάπου κάρτες και γράμματα.
Κάνα δυο που κατάφερα να τα γλυτώσω από τα χέρια του Βαγγέλη ή τη φωτιά του τζακιού τα έχω ακόμη κρατημένα.
Έκανε μ’ αυτόν τον Ταρίκ τρία παιδιά, δυο κοριτσάκια κι ένα αγόρι.
Σαν είδε πως δεν απαντάγαμε, σταμάτησε να στέλνει.
Ο πατέρας της ούτε να ακούσει γι’ αυτήν πια.
Πέθανε πριν έξι χρόνια χωρίς να την ξαναδεί.
Μεγάλωσε κι αυτός.
Δεκαπέντε χρόνια διαφορά είχαμε.
Κι η Κατερίνα κι ο Ταρίκ είναι καθηγητές στο πανεπιστήμιο πια.
Τα ξέρω από τον γιο μου τον Στέργιο.
Αυτός κράτησε επαφή μαζί της.
Μου τα λέει καμιά φορά.
Εγώ, όμως, ούτε να ακούω δεν θέλω.
Έχω δυο γράμματα χωμένα σε κάποιο συρτάρι απ’ αυτήν και μια οικογενειακή τους φωτογραφία. Αυτά.
Τίποτα άλλο δεν θέλω απ’ αυτήν κι απ’ το ξερό της το κεφάλι.
Το ‘κανε το πείσμα της και τι κατάλαβε; Ξενιτεμένη με τον μαύρο, ούτε τον πατέρα της αποχαιρέτησε.
Έχει καλή δουλειά και μια όμορφη οικογένεια, λέει.
Γιατί, δεν θα ‘χε οικογένεια και δουλειά στην Ελλάδα με Έλληνα; Μπορεί να ‘ταν κι εδώ, στο χωριό, στο κάτω διαμέρισμα.
Θα ‘χα κι εγώ κοντά τα εγγονάκια μου να τα χαίρομαι.
Ήθελε να δουλέψει; Ας γινόταν καθηγήτρια εδώ, στο σχολείο.
Να έβρισκε μια θεσούλα στο δημόσιο όπως ο πατέρας της, μια χαρά.
Ζάχαρη θα περνούσε.
Αλλά όχι, ήθελε μεγαλεία η Κατερίνα.
Πανεπιστήμια κι εξωτερικά.
Λες κι εγώ που ήμουν σπίτι και φρόντιζα την οικογένεια κακοπέρναγα.
Δεν ήθελε να γίνει σαν κι εμένα, λέει. «Γκιαγκιά, έρχομαι να σε ξαπλώσω πάλι». Η Μπρισίλντα μπαίνει στο δωμάτιο και διακόπτει τις σκέψεις μου. «Το βράντυ είπε Στέργκιος μπορεί να έρτει.
Αν τέλεις να του πω να σε βάλει στο καροτσάκι να βγκούμε στην αυλή. Ε;». Γνέφω ξανά θετικά χωρίς να απαντήσω κι αφήνομαι στα χέρια της που με ξαπλώνουν στο στρώμα.
Κάνει μικροδουλειές εδώ κι εκεί στο σπίτι και σε λίγο έρχεται πάλι για να με… αλλάξει.
Τη μισώ αυτήν τη διαδικασία.
Κάθε φορά είναι τόσο άβολο.
Να μην μπορείς να ελέγξεις το ίδιο σου το σώμα, να σε καθαρίζουν ξένα χέρια και να βλέπουν και να μυρίζουν πράγματα που, αν και φυσιολογικά, κανείς ποτέ δεν θα έπρεπε να έρθει σε επαφή με αυτά εκτός από σένα.
Ντρέπομαι τόσο πολύ κάθε φορά, αλλά τι μπορώ να κάνω; Η Μπρισίλντα το καταλαβαίνει και προσπαθεί να μου πιάνει κουβέντα για να ξεχνιέμαι. - Τον αγκαπούσες τον κυρ Βαγγέλη, ε γκιαγκιά; Βλέπω όλο φωτογκραφίες του έχεις στο σπίτι., λέει. - Καλός άνθρωπος ήταν., απαντάω.
Είκοσι τριών ήμουν όταν παντρευτήκαμε.
Ήρθε για διακοπές ένα καλοκαίρι στο χωριό μου που ήταν παραθαλάσσιο, με ερωτεύτηκε και ήρθε και με ζήτησε απ’ τον πατέρα μου». - Α… Γκια πες…., με παροτρύνει η γυναίκα, προσπαθώντας να κρύψει μια γκριμάτσα αναγούλας. - Τι να πω; Ε, δάσκαλος ήταν, είχε δουλειά καλή, σταθερή.
Οι γονείς μου τον συμπάθησαν αμέσως. Η Μπρισίλντα ανοίγει ένα πακέτο μωρομάντιλα. - Εσύ είχες σπουντάσει;. - Ε… Έγινα βρεφονηπιοκόμος.
Εγώ γιατρός ήθελα να γίνω, αλλά άλλες εποχές τότες.
Μου άρεσαν τα γράμματα, όμως οι γονείς μου ούτε να ακούσουν! «Και ποιος θα μαγειρεύει στο σπίτι και θα μεγαλώνει τα παιδιά σου; Ο άντρας σου;», μου έλεγαν. ‘Ή θες να χωθεί καμιά άλλη γυναίκα στο σπίτι σου;» Ε, κι έτσι έβγαλα μια σχολή για να μου φύγει ο καημός των σπουδών και γύρισα στο πατρικό μου.
Μετά γνώρισα τον άντρα μου και… Κάνω μια παύση για να ανασάνω. Η Μπρισίλντα μου αλλάζει τον καθετήρα. «Δεν δούλεψα εγώ ποτέ.
Λίγο μόνο, στην αρχή.
Αλλά ο Βαγγέλης θύμωνε.
Δεν ήθελε να βγαίνει η γυναίκα του και να δουλεύει.
Αφού έφερνε αυτός τα λεφτά στο σπίτι.
Τίποτες δεν μας έλειπε»., λέω. - Ναι, αλλά κι όλη μέρα σπίτι και σπίτι, κυρά Σωτηρία, γκίνεται; Ντεν γκίνεται., σχολιάζει γελώντας η Μπρισίλντα. - Μπα, δίκιο είχαν κι αυτός και οι γονείς μου., λέω.
Χωρίς μάνα να μεγαλώνανε τα παιδιά μου; Μην κοιτάς εσείς σήμερα, είναι αλλιώς τα πράγματα.
Τότες δεν γινόταν.
Καλύτερα έτσι. Η Μπρισίλντα τελειώνει και πηγαίνει να πετάξει τα σκουπίδια και να πλυθεί. - Και αγκαπιόσασταν, λοιπόν, ε; Κάνατε καλή οικογκένεια., ακούω τη φωνή της από το μπάνιο. - Ναι, κάναμε καλή οικογένεια., συμφωνώ.
Η γυναίκα επιστρέφει κι έρχεται να καθίσει δίπλα μου.
Ανοίγει την τηλεόραση και τη χαμηλώνει.
Εικόνες αρχίζουν να εναλλάσσονται στην οθόνη, χωρίς ήχο. «Σήκωσέ με πάλι», της λέω. «Θέλω χυμό». «Τα σε σηκώσω, αλλά όχι χυμό τώρα.
Τα φάμε σε λίγκο»., λέει εκείνη. «Καλά τα καταφέρναμε», συνεχίζω την ιστορία μου. «Είχα μάθει κι εγώ απ’ το σπίτι μου να τα φέρνω βόλτα με έναν μισθό.
Οι γονείς μου μας είχαν μάθει να αρκούμαστε στα λίγα.
Ποτέ υπερβολές.
Τότες δεν μου άρεσε, αλλά μου έκανε καλό.
Έμαθα κι εγώ να κάνω οικονομία.
Όπως η μάνα μου, έτσι κι εγώ ψώνιζα πάντα τα πιο οικονομικά.
Πάντα από προσφορές.
Δεν μας έλειπε ποτέ τίποτα, όμως.
Απλώς δεν αγοράζαμε περιττά πράγματα και βλακείες για το σπίτι.
Έτσι σπουδάσαμε τα παιδιά μας. Ο Στέργιος μου έγινε γιατρός.
Το καμάρι μου.
Ήταν καλός μαθητής.
Του είπα: «γιατρός θα γίνεις, είσαι έξυπνο παιδί.
Θα ‘χεις λεφτά και κύρος». Με άκουσε, ευτυχώς. Η Κατερίνα δεν με άκουσε.
Αριστούχος κι αυτή, αλλά έκανε του κεφαλιού της.
Έφτασε να ξενιτευτεί για να βρει δουλειά της προκοπής.
Εδώ στην Ελλάδα οι φιλόλογοι… Ξέρεις τώρα». - Ενώ ο γκιος έκανε το χατίρι της μαμάς, ε;, λέει πειραχτικά η Μπρισίλντα. - Ναι, εντάξει.
Κι αυτού του αρέσει.
Κουράζεται πολύ, βέβαια, το πουλάκι μου, αλλά είναι καλά. Άξιζε.
Χαζεύουμε για λίγο την οθόνη της τηλεόρασης.
Κάτι γράμματα δείχνει, αλλά εγώ δεν βλέπω πια καλά ως εκεί για να διαβάσω. - Ήσυχη ζωούλα ζήσαμε με τον Βαγγέλη μου., συνεχίζω.
Σπάνια κάναμε σπατάλες.
Ταξίδια, διασκέδαση, τέτοια σχεδόν ποτέ.
Είχαμε και τα παιδιά, όμως, δεν γινόταν. - Ντεν τα κρατούσε η πετερά σου; - Ναι, τα κρατούσε κάπου κάπου.
Βοηθούσε στο σπίτι.
Γι’ αυτό ήθελε ο Βαγγέλης να ζήσουμε εδώ, για να ‘χει κοντά τους γονείς του.
Ήταν μία η πεθερά μου, όμως… Άπαπα, φαρμάκι έσταζε η γλώσσα της.
Καθόλου δεν με ήθελε.
Δεν ήθελα να της αφήνω και πολύ τα παιδιά, γιατί με έλεγε ακαμάτρα κι ανεπρόκοπη.
Την άκουγε κι ο άντρας μου, πολύ την αγαπούσε τη μάνα του.
Δεν ήθελα να του δίνω πατήματα για καυγάδες. - Ντεν σε υποστήριζε; - Εντάξει, καμιά φορά με υποστήριζε.
Αλλά την ήθελε τη γυναίκα του τύπο κι υπογραμμό κι εκείνος.
Κι εγώ, όμως, φρόντιζα να είμαι σωστή.
Δεν δούλευα έξω απ’ το σπίτι.
Μια δουλειά είχα να κάνω, να είμαι καλή νοικοκυρά και μάνα.
Εντάξει, καλά τα κατάφερα.
Καμιά φορά το σκεφτόμουν πως, όταν θα μεγάλωναν τα παιδιά, καλό θα ήταν να δοκίμαζα ξανά να δουλέψω.
Αλλά εντάξει, δεν χρειάστηκε.
Ούτε λεφτά μας έλειπαν ούτε τίποτα.
Κι ο Βαγγέλης ήταν δάσκαλος, έλειπε στο σχολείο όλη μέρα, οπότε είχα κι εγώ τον χρόνο μου στο σπίτι.
Κι αν κουραζόμουν, έβγαινα κι έσκαβα τον κήπο και φύτευα λουλούδια.
Αυτή ήταν η χαρά μου.
Μένω για λίγο σιωπηλή. Η Μπρισίλντα με κοιτά χαμογελαστή και μου χαϊδεύει το ρυτιδιασμένο χέρι. - Άντε να ντεις και την κόρη σου τώρα, να τα βρείτε πια μετά από τόσα χρόνια., λέει. - Δεν έχω κόρη εγώ!, ξαναλέω και μουτρώνω. - Α, γκιατί είσαι πεισματάρα, γκιαγκιά;, με μαλώνει η γυναίκα.
Εσύ πήρες αυτόν που αγκαπούσες κι έζησες ευτυχισμένη.
Εκείνη γκιατί να μην το κάνει; - Εγώ δεν πήρα… Δηλαδή, εντάξει, και τον Βαγγέλη τον αγάπησα.
Αλλά πριν από τον Βαγγέλη… - Α, ντεν μας τα ‘πες αυτά, γκιαγκιά.
Γκια λέγκε! Συνεχίζεται… ©️ Χριστίνα Σαρρή, ψυχολόγος – ειδ. ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια, συγγραφέας, ομιλήτρια & δημιουργός περιεχομένου για θέματα τυφλότητας #ΜιαΖωούλα #διήγημα #εργαστήριο #δημιουργική_γραφή
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους