Όπως ντυνότανε ο Μίστος ο εμπορομανάβης, δε ντυνότανε κανένας από τους παλιούς βλάμηδες της Αθήνας. Τώρα κι αν τόνε δεις σε κανένα σοκάκι να πουλάει μήλα φιρίκια, πορτοκάλια της Κρήτης, μανταρίνια...
Όπως ντυνότανε ο Μίστος ο εμπορομανάβης, δε ντυνότανε κανένας από τους παλιούς βλάμηδες της Αθήνας.
Τώρα κι αν τόνε δεις σε κανένα σοκάκι να πουλάει μήλα φιρίκια, πορτοκάλια της Κρήτης, μανταρίνια πενήντα το ένα, δε θα τόνε γνωρίσεις, τόσο τον αλλάξανε τα βάσανα και τα πολλά παιδιά.
Ο γάμος είναι σαν το σαράκι που τρώει και το πιο δυνατό ξύλο.
Πόσο περισσότερο έναν άνθρωπο λεύτερο, συνηθισμένο στη χαρά και στο γλέντι.
Τότε όμως ο Μίστος (εδώ και είκοσι, τριάντα χρόνια, που η Αθήνα ήτανε μια χούφτα ανθρώπους και δεν είχε τη σημερινή κοσμοπλημμύρα και πολυτέλεια) ήτανε ο πιο λεβέντης μέσα στους λεβέντες και με τ’ όνομα πρώτος στο ντύσιμο και στο νταηλίκι.
Κατσάρωνε τα μαλλιά του με το ψαλίδι κι άφηνε απ’ έξω από την «πεταλούδα» να βγαίνουνε δαχτυλιδάκια στις βόλτες.
Φορούσε σακάκι γελέκο σταυρωτό με άσπρο φυτιλάκι στο άνοιγμα και πανταλόνι τζογέ, δεκαεννιά κάτω, είκοσι εννιά πόντους γόνατο.
Άλλα εκεί που ο Μίστος ήτανε μερακλής και δεν έβρισκε ταίρι, εκεί που πρόσεχε να μη λασκάρει ούτε τρίχα, ήτανε στο παπούτσι.
Το πρόσεχε να γίνει κατά το γούστο του και το φορούσε μ’ ένα «πάσσο» δικό του.
Παπούτσι, γόβα λουστρίνι· μονόσολο, καρφωτό κι απάνω άσπρο καστόρι, παράγγελνε στου Περπινιά τότε, το πρώτο μέσα στην οδό Σταδίου, αριστερά καθώς πάμε, στο Αρσάκειο.
Και μετά έδινε αυτός τα μέτρα: Στιβάλι, ψευτοκουμπωτά με πέντε κουμπάκια φιλντισένια.
Στενόποντα, στενοκάμαρα, με τέσσερις πόντους τακούνι «αυγοειδές»! Το τελευταίο το τόνιζε ξεχωριστά: —«Αυγοειδές», να ’μαστε ξηγημένοι.
Στενό σαν πεντάρα κάτω! Και όταν το φορούσε το παπούτσι (γόβα λουστρίνι, καστόρι απάνω), περπατούσε καμαρωτά σαν πετροπέρδικα, την καρδιά των κοριτσιών να λιγώνει' Του έπρεπε όμως ό,τι και να φορούσε του βλάμη! Γιατί και στο κρασί ήτανε πρώτος και στον έρωτα και στο παιγνίδι μα και στον πετροπόλεμο δεν πήγαινε πίσω.
Χυνότανε σαν τον αέρα το δυνατό με κάτι βράχους στα χέρια, με τσαλίμια και με κουνήματα: «Απάνω τους, όλοι μαζί, και τους φάγαμε!» Άλλα και στη μαναβική δεν πήγαινε πίσω.
Γνωστός, περιζήτητος μέσα στην Παλιά Αγορά.
Έφερνε πάντα το καλύτερο πράμα από τα περιβόλια και τους μπαξέδες του Αϊ-Σάββα, της Κολοκυθούς, του Αϊ-Γιάννη του Ρέντη.
Και φτηνά - μισοτιμής να πουλάει.
Να! όμως που έμπλεξε κι αυτός και πήγε σαν το Μασούρα χαμένος! Παίζοντας εδώ, γελώντας παρέκει, πότε με τη μια χαμούρα, πότε με κανένα νοικοκυροκόριτσο, πάτησε που λένε στην πίτα για να χορέψει το χορό του Ησαΐα και να δει από κοντά πόσα απίδια βάζει ο σάκος! Ο γάμος, είπαμε, είναι σαν το σαράκι που τρώει και το πιο δυνατό ξύλο.
Δεν είναι μονάχα αγκαλιά και φιλήματα ό,τι ώρα τα θέλεις.
Είναι θηλειά μεταξένια που σε σφίγγει σιγά σιγά στο λαιμό και σε πνίγει.
Ανάθεμα σ’ αυτόν που τον ηύρε! Έτσι με τα πρώτα παιδιά πέσανε και τα «φόντα» του Μίστου.
Το στιβάλι με τα φιλντισένια ψευτόκουμπα πήρε χίλιες δυο αλλαγές ίσαμε που έφτασε να γίνει από καστόρι βιδέλο κι από βιδέλο... αρβύλα! Και δεν έδινε πια προσοχή ούτε στα ρούχα: σακάκι γελέκο σταυρωτό με φυτιλάκι στο άνοιγμα.
Φορούσε ό,τι φτηνότερο υπήρχε.
Της πυρκαγιάς, του Ρετσίνα.
Θύμιζε τον παλιό εκείνο φτωχό αλλά καλό ποιητή που έγραφε σ’ έναν πλούσιο του τόπου μας να του στείλει κανένα ρούχο αποφόρι για να ντύσει τη γδύμια του χρονιάρικη μέρα! Τώρα ο Μίστος γυρνάει μ’ έναν πληγωμένο γερασμένο ψωρίτη και πουλάει στις μακρινές συνοικίες: - Μήλα φιρίκια, πορτοκάλια της Κρήτης, μανταρίνια πενήντα το ένα! Ούτε μπορείς να πιστέψεις πως αυτός είναι ο παλιός Αθηναίος λεβέντης.
Τόσο τον έχουνε αλλάξει τα βάσανα της ζωής, τα φαρμάκια του γάμου! Μίστος ο εμπορομανάβης ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους