«Δεν έχω, Άννα, πόσες φορές να στο πω;» φώναξε η μάνα μου από την κουζίνα, με τα χέρια βρεγμένα από τα πιάτα και το πρόσωπο σφιγμένο σαν να κρατιόταν να μη σπάσει. «Αν θες αλήθεια, ούτε για το ρεύμα...
«Δεν έχω, Άννα, πόσες φορές να στο πω;» φώναξε η μάνα μου από την κουζίνα, με τα χέρια βρεγμένα από τα πιάτα και το πρόσωπο σφιγμένο σαν να κρατιόταν να μη σπάσει. «Αν θες αλήθεια, ούτε για το ρεύμα δεν ξέρω αν θα φτάσουμε αυτόν τον μήνα.» Έμεινα στην πόρτα με το κινητό στο χέρι και την πρόσκληση για το πάρτι αποφοίτησης ανοιχτή στην οθόνη.
Όλες οι φίλες μου μιλούσαν για μαλλιά, νύχια, φορέματα.
Κι εγώ σκεφτόμουν αν έπρεπε να νιώθω τύψεις που ήθελα έστω για ένα βράδυ να μην αισθάνομαι το φτωχό κορίτσι της παρέας. «Δεν σου ζήτησα κάτι τρελό», της είπα χαμηλά.
Γύρισε και με κοίταξε απότομα. «Για σένα μπορεί να μην είναι τρελό.
Για μένα είναι άλλα εξήντα, άλλα εβδομήντα ευρώ που δεν υπάρχουν.
Δεν βγαίνουμε, παιδί μου.
Δεν βγαίνουμε.» Το «παιδί μου» βγήκε πιο σκληρό απ’ όσο ήθελε.
Το κατάλαβα.
Αλλά δεν το μάζεψε.
Από τότε που ο πατέρας μου έφυγε για την Πάτρα για δουλειά σε αποθήκη και ερχόταν μια φορά στις τρεις εβδομάδες, το σπίτι είχε γίνει βαρύ.
Σαν να κυκλοφορούσαμε μέσα σε κάτι αόρατο.
Η μάνα μου δούλευε σπαστά σε ένα φούρνο στο Παγκράτι και το βράδυ έκανε και καθαρισμούς.
Εγώ διάβαζα για Πανελλήνιες, ή τουλάχιστον προσπαθούσα, και όλο νευρίαζα με το παραμικρό.
Εκείνη μιλούσε μόνο για λογαριασμούς.
Εγώ μόνο για να ξεφύγω.
Και κάπου στη μέση χαθήκαμε.
Την άλλη μέρα είπα ψέματα ότι θα πήγαινα στη Δέσποινα να διαβάσουμε και κατέβηκα στο Μοναστηράκι.
Είχα μαζέψει λίγα λεφτά από τα κάλαντα, κάτι ψιλά από τη γιαγιά μου το Πάσχα και κάτι που είχα κρατήσει κρυφά.
Ντρεπόμουν, αλλά θύμωνα κιόλας που ντρεπόμουν.
Σε ένα στενό, μπήκα σε ένα μικρό βιντάτζ μαγαζί που μύριζε παλιό ξύλο και σαπούνι.
Μια κυρία γύρω στα πενήντα, η κυρία Σταματία, με κοίταξε χωρίς να με πιέσει. «Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο;» με ρώτησε. «Για αποφοίτηση… αλλά οικονομικό.» Το είπα γρήγορα, σχεδόν ψιθυριστά.
Δεν με λυπήθηκε.
Κι αυτό με ανακούφισε.
Μου έδωσε ένα φόρεμα σκούρο μπλε, απλό, με μικρά κεντημένα αστεράκια στους ώμους.
Δεν ήταν εντυπωσιακό με τον τρόπο που φαίνονται τα ακριβά.
Ήταν όμως όμορφο.
Ήσυχα όμορφο. «Δοκίμασέ το», μου είπε.
Μόλις το φόρεσα, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν είδα μόνο κούραση, άγχος και θυμό.
Είδα εμένα.
Το πήρα.
Το βράδυ, με κλειστή την πόρτα του δωματίου, κάθισα να το σιδερώσω.
Τότε ένιωσα κάτι σκληρό στη μέσα ραφή, κοντά στο τελείωμα.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν χαρτονάκι από την ετικέτα.
Έκοψα προσεκτικά λίγες κλωστές και τράβηξα ένα μικρό διπλωμένο χαρτί.
Έγραφε: «Αν το φοράς αυτό, μάλλον το χρειαζόσουν όσο το χρειάστηκα κι εγώ.
Το έβαλα στην αποφοίτησή μου το 2011, τότε που στο σπίτι μας κόβανε το ρεύμα και η μάνα μου έκλαιγε κρυφά στο μπάνιο για να μην την ακούω.
Αν νιώθεις μόνη, δεν είσαι.
Αν νιώθεις θυμό με τη μητέρα σου, μίλα της πριν γίνει το σπίτι σας μόνο σιωπή.
Εμένα με λένε Ελπίδα.
Και ναι, τα πράγματα αλλάζουν.
Όχι ξαφνικά.
Αλλά αλλάζουν.» Έκατσα κάτω στο πάτωμα.
Δεν ξέρω πόση ώρα έκλαιγα.
Ήταν αυτό το όνομα, Ελπίδα, λες και με κορόιδευε και μαζί με αγκάλιαζε.
Πώς γινόταν μια άγνωστη να ξέρει ακριβώς τι συνέβαινε μέσα μου; Και γιατί μια ξένη βρήκε τις σωστές λέξεις, ενώ εγώ με τη μάνα μου μέναμε δυο μέτρα μακριά και μιλούσαμε σαν εχθροί; Όταν βγήκα στην κουζίνα, η μάνα μου καθόταν στο τραπέζι με ένα τετράδιο ανοιχτό.
Έγραφε έξοδα.
Ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ.
Είχε βγάλει τα γυαλιά και πίεζε τα μάτια της με τα δάχτυλα. «Μαμά;» «Τι είναι;» είπε κουρασμένα. «Δεν ήρθα να τσακωθούμε.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους