[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ήταν κάποτε θυμάται να ξεχάσει δε μπορει Το πανεμορφο κοριτσι που δεν ειχε ξαναδει Στηριγμένη στους αγκώνες ξαπλωμένη στην πλάγια Εμοιζ’ άγγελος εκείνη με χρυσόξανθα μαλλιά Είχε στραμμένο κόντρα στον...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ήταν κάποτε θυμάται να ξεχάσει δε μπορει Το πανεμορφο κοριτσι που δεν ειχε ξαναδει Στηριγμένη στους αγκώνες ξαπλωμένη στην πλάγια Εμοιζ’ άγγελος εκείνη με χρυσόξανθα μαλλιά Είχε στραμμένο κόντρα στον Ήλιο Το πρόσωπο της το θεϊκό Που σαν κοχυλι τα βλεφαρα της Κρυβαν …τα μάτια το ηλιόφως Εμειν’ απολιθομενος να θαυμαζει μια θεα Με κορμι αγαλματενιο που’ η χυτη η φορεσια Αναδυκνυε τα καλλη του’ ανεμου η πνοη Σαν τη Νικη Σαμοθρακης στα Καβειρια της ζωης Η ομορφια της το κατι άλλο Ενοιωσε δεος και στην ψυχη Μια ‘’γλυκοζηλεια’’ για τους ζωγραφους Που εχουν τη χαρη ομολογει Μονο ετουτοι θα μπορουσαν μεσ’ σε χρωμματα και φως Το πανωριο το κοριτσι να κοιτα τον ουρανο Να αποδωσουν την μορφη της που ασάλευτη θωρεί Πλαι κι αντικρυ του για ωρα βυθισμενη στη σιωπη Φαινεται μαλλον αν μη τι άλλο Το πεπρομενο που λεν’ γραφτο Πως θα γινοταν εκεινη ισως Δε του περνουσε απ’ το μυαλο Όταν ηδη η ματια του μες της μνημης τον καμβα Ειχε ζωγραφισει εκεινη λες για χαρη της καρδιας Και σε καδρο ιδιο σχημα θα την εχει μια ζωη Ουτε ο χρονος δεν τη σβηνει κι ας μη γυρισε στιγμη Να δει εκεινον πως τη θωρρουσε Ενοιωσε μαλλον κραδασμικα Ανασηκωθηκε σε θεση βουδα Μολις κιναει να παει κοντα Να θαυμασει τη ματια της που θαρρευει θαλασσια Το πανωριο το κοριτσι σαν το ειδε να σκιρτα Να γυρναει το προσωπο της και να νοιωθει ταραχη Όταν λογιασε εκεινος πως μπορει να ενοχλει Μένει ασάλευτος δεν προχωράει Δεν κανει βημα παρατηρει Παγωνει ο χρονος μεσα στο παρκο Σαν ειδε εκεινη σε μια στιγμη Να ορθώνει το κορμί της να τιναζει τα μαλλια Και σαν αττι αγριεμενο να καλπαζει στην πλαγια Λες εκεινον να αποφυγει να μη θελει να τη δει Μα όταν ειδε να γλυστραει και να πεφτει καταγης Σαν να πεταει φτανει κοντα της Το χερι απλωνει με ανθρωπια Και τη ρωταει αν είναι ενταξει Όμως εκεινη δεν του μιλα Λες δεν ακουσε δε ειδε συλογιεται μια στιγμη Μην τη ματιασ’ αθελα του σαν τη βλεπει απ τη γης Μισορθωνει το κορμι της στο ένα γονα το πατα Και το προσωπο της κρυβει στους αγκωνες που λυγα Μοιαζει αγγελος που εχει πεσει Απ τα ουρανια σε τουτη γη Και τη μορφη του μη δει κανενας Μες τα φτερα του θε να κρυφτει ‘’ ΤΥΦΛΗ ΕΚΕΙΝΗ ΤΥΦΛΗ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ‘ Το πανεμορφο κοριτσι που ασαλευτος θωρει Λες πως παγωσε ο χρονος και του παρκου η σιωπη Όταν ακουει ξαφνικα μπροστα του να σπαραζει Τη χολιασμενη της ψυχη στην τυχη να ξεσπαει Στραβη να λεει τυφλη τη μοιρα Κακια και στριγκλα ν’ αποκαλει Μαυρη ρημαδα μπασταρδη πες μου Τι σου χω κανει πες μου γιατι Ειπε μ’ απυθμενη οργη και ράγισε η φωνη της Πριν τρεξει το παραπονο στα ματια της που κρυβει Φερνοντας τις παλαμες της με μιάς εμπρος σε ‘κεινα Κι υστερα μενει σιωπηλη κι αυτος με απορια Την τοση οργη της και το θυμο της Εσωλογιαζει εάν μπορει Ντροπη να νοιωθει το πεσιμο της Κι οτι εκεινος την εχει δει Ετουτη σκεψη αρκετη για να το προσπερασει Όταν σε μια αναλαμπη στο νου του καταφθανει Μια ιδεα φοβερη το κλιμα θα αντιστρεψει Θα διώξει λύπες και ντροπές αμφιβολιές δεν έχει Ενώ καρφώνει με μιας το γόνα Όπως εκείνη πάνω στη γη Με μιας το χιούμορ επιστρατεύει Και της προτείνει αν συμφωνεί Λίγα δάκρυα να του δωσει αφου εχει αρκετα Λιγο πονο κι απ τη λυπη δανεικα δυο κιλα Είπε της χαμογελώντας και δεν άργησε πολύ Το θλιμμένο το κορίτσι δε μπορεί αντισταθεί Ευτύς ακούει πνιχτά γελάκια Το κλιμα αλλαζει αναθαρει Και συνεχιζει τα αστειακια Λεει ο γιατρος του, του εχει πει Πόνο δάκρυα και λύπη πριν από το φαγητό Να τα παίρνει κάθε μέρα γιατι κανουνε καλο Χαμογέλασε εκεινη σπάει ο πάγος σα γυαλί Κι οταν εσκυψε λιγακι τη ματια της για να δει Μιας κι απ’ τα μάτια αρχίζουν όλα Μα τα δικά της μοιαζουν κενα Νοιωθει κρυώνει αυτή παγώνει Κι ενω τη σφιγγει στην αγκαλια Την ενοιωσε ν’ αφηνεται σαν το μωρο στη μανα Μολις το θαυμα αυγιζε αντικρυα απ το δραμα Τι σημαινει πεπρομενο ειμαρμενη στη ζωη Αν ποθει κανείς να μαθει δε θα αργησει να το δει Τυφλη η μοιρα τυφλη εκεινη Να την αντεξει δεν το μπορει Και στο φιναλε ποιος θα μπορουσε Γίνεται Εκείνη για μια στιγμή Ενώ την εχει αγκαλια κλεινει τα βλεφαρα του Και τα σφραγιζει δυνατα χτυπαει η καρδια του Όταν σκοταδια σα νερα κυλουν σε καταρακτη Κι ότι έβλεπε να χάνεται μέσα σε μαύρη άχλη Μενει για λιγο σ’ ακινησια Και προσπαθοντας να φανταστει Αν δεν μπορουσε να τα ανοιξει Κι ότι αγαπούσε μην ξαναδει ΑΜΑ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙ Πεπρωμένο τι σημαίνει καρπικό άλλης ζωής Φαεινότερα του Ήλιου οσονούπω θα φανεί Πριν ο έρωτας πετάξει γίνει αγάπη το εγώ Το πανέμορφο κορίτσι που αγάπησε σα- φως Είδε μισούσε τον κόσμο όλο Συμπυκνωμένη είχε οργή Τα πάντα μαύρα θωρούσε εκείνη Είχε χολιάσει λες η ψυχή Ενώ συμβίωναν καιρό λαϊκότροπα μ’ αγάπη Και με γαλήνια φωνή το είναι της δαμάζει Από δω και πέρα είπε μη σε ξαναδώ να κλαις Κι ότι θελεις από μένα θα ζητάς χωρίς ντροπές.. Σαν να ήταν χθες που της είχες πει Σα χαμογελάς φέγγει όλη η γη Μια χάρη θέλω αγαπημένη Νοιώσε αγάπη δήξω’ την οργή Που δε βλέπεις δε με νοιαζει δεν αλλάζει και πολλά Μιας κι εσύ για μένα αξίζεις θελω να χαμογελας Εχε μου εμπιστοσύνη μη φοβάσαι θα ‘μαι ‘εγώ Οδηγος συνοδηγος σου και στα ξενα ξεναγός Σαν να ήταν χθες δεν ξεχναει πως Οτι του ‘χε πει αμα βρει το φως Ειχε ονειρευτει θα θελε πολύ Αμα συμφωνει να τον παντρευτει Λες κι ακούσανε οι μοίρες που στεκόταν παρακεί Η δική του κι η δική της που τα βρήκαν κι ευθύς Το σενάριο εξυφαίνουν στης ζωής τον αργαλειό Κι αφού ‘ετοίμασαν για κενόν ένα άχρωμο πλεκτό Τη μέρα κεινη που συμφωνήσαν Το ραντεβου τους στην κλινικη Μαζι της πηγε μα δεν της ειπε Οτι είναι ο δοτης, το φως γι αυτή Αφού την κοίταξε γλυκά και τη γλυκοφιλαει Στα μάτια που υστερότερα σαν πέλαα γαλάζια Εκείνη που φαντάζεται να τα θαυμάζει μόνη Σ’ ένα καθρέφτη να θωρεί την ομορφιά την τόση Ότι δεν είδε ποτέ ως τώρα Τον κόσμο όλο να τρελαθεί Να απόλαυση και να θαυμάσει Λογιάζει λίγο πριχού χαθεί ‘’ ΕΡΩΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ‘’ Ο γιατρός έβαλε γάντια και η φάτνη αιμορραγεί Μόλις του πήρε τη ματιά και του έδωσε σκοτάδι Ήταν διπλά μας οι μοίρες στη γνωστή την κλινική Δυο δωμάτια πιο πέρα ήσουν μάτια μου εσύ Μοιάζει αλήθεια με παραμύθι Μα δεν τελειώνει αυτό εδώ Μετά από μέρες ένοιωσε είδε Πως νοιώθει αλήθεια ένας τυφλός Ότες το άρωμα της ήρθε από καπου εκει κοντα Η πνοη απ το κορμι σου σαν η αυρα απαλα Αναριγησε θυμαται σαν θαρρει πως με θωρρεις Σου φωναζει και ελπιζει λεω στο φως μου θα με δει Ενω προσμενει να ρθει κοντα του Κι αυτη ακομα να αποκριθει Με το μπαστουνι κινει να παει Το’ αρωμα της τον οδηγει Δε με γνώρισε λογιαζει αναλύει το γιατι Όπως έκανε συνήθως για να τη δικαιολογεί Δε με ειχε δει ποτε της η δεν ακουσε μπορει Να χει αλλαξει η φωνη μου στην ψυχη μου ταραχη Όταν κοντά της τρέχει να παει Σαν να πεταει παραπατα Λες το μπαστουνι γλυστραει κατω Τυφλος ξοπισω τα’ ακολουθα Ήρθανε τα πάνω κάτω κι είναι ξάπλα καταγής Σαν πλησιασε εκεινη που γνωριζει απ την πνοη Εριξε τα ματια κατω την ντροπη δεν την μπορει Και θυμηθηκε τη μερα που την ειχε πρωτοδει Νοιωθει εκεινη να τον κοιταει Όμως δε σκυβει κατι να πει Μητε αγκαλιαζει δε του μιλαει Και τον πληγωνει με την σιωπη Πήρε το μπαστούνι μονός και σηκωθηκε ορθος Όταν ειδε τη ματια του και το βλεμμα του θολο Σαν να τρομαξε εκεινη λες ποτε δεν ειχε δει Να μην ηξερε η καημενη το πώς είναι οι τυφλοι Πριν πει σε καινή ποιος ειναι αληθεια Χωρις ο δοτης ποτε να πει Να τη ρωταει πως είναι ο κοσμος Κι οσα ποτε της της δεν ειχε δει Όταν πηγε στον καθρεφτη κι ειδε τοση ομορφια Αν θυμηθηκε εκεινον που τη φωναζε θεά Θυμησες πολλες της ειπε κι ένα λογο της παλιο Δεν της ειπε ειναι ο δοτης ορκο πηρε δυνατο Ρωτησε μονο εάν ισχυει Ότι μοναχη του ειχε πει Τωρα το φως της αυτή που βρηκε Αν θελει εκεινον να παντρευτει… Όταν στα καλα της ηρθε και σε κεινον τα κακα Αρχισε να λεει λογια αχιναρια σαν καρφια Αχανινωτη η γλωσσα σε μονολογο μακρυ Σαν χολη απ την ψυχη της τη μαυριλα απ τη ζωη Σα δε ντρέπεσαι ρεμάλι Να μου λες πως μ’ αγαπάς Την αληθεια δε μου ειπες Δε μου φερθηκες καλα Μου το εκρυψες εμενα Πως τυφλος ησουν κι εσυ Μου το εκρυψες αλητη Σαν δε ντρεπεσαι τυφλη Δεν περίμενα από σενα πως θα εκμεταλλευτεις Δε μου είπες την αλήθεια πως τυφλος ησουν κι εσυ Με ξεγέλασες φωναζει μου το επαιζες καλος Παραμυθι μου πουλουσες ολο χρωματα και φως Αν κι αλλιως σε ειχα πλασει Σαν θεος να εισαι εσυ Με τα ματια σου γαλαζια Σαν τις θαλασσες της γης Πήγες να με ξεγελάσεις Δεν το ειχα φανταστεί Τωρα βλεπω την αληθεια Πως τυφλός είσαι κι εσύ Όμως δε μιλάς αλήτη η σιωπή σου ενοχή Σε ρωτώ παλι εσένα γιατι το κανες γιατι.. Λέξη δε βρισκει να πει καμια Κατηγορια να πει για αυτή Ποιος αποφεύγει πεπρωμένο Κανείς λογιαζει δεν το μπορει Ένα χαρτακι της ζητα σα χαρη τελευταια Και δυο λέξεις έγραψε να νοιάζεσαι εσένα Ματακια μου τα ματια σου να τα αγαπας τα δυο Ποτέ μην τρέξουν δάκρυα αγάπη μου αντίο.- ΤΕΛΟΣ… Μπορεί και όχι Ερωτική τραγωδία – επίλογος Σαν παραμύθι μαγικό που όμορφα τελειώνει, ‘Οτες ακούει ο γιατρός και τους θωρεί βουρκώνει.

Ευτύς πλησίασε κοντά κι αφού τους αγκαλιάζει Τους παίρνει στο γραφείο του, τους λέει για την’ αγάπη Τους παίρνει στο γραφείο του, τους λέει για την’ αγάπη Πως έχουν τα καθέκαστα Ποιος είναι ο φωτοδότης Αλήθεια πως προέκυψε Να βρει αυτή το φως της Αλήθεια πως προέκυψε Να βρει αυτή το φως της Εκείνον δείχνει πλάι του, χτυπώντας του την πλάτη Κι ομολογεί αβίαστα το πόσο τον θαυμάζει Σε εκείνη είπε ο γιατρός πριχού παραμερίσει Για να τους φέρει πιο κοντά, η αγάπη να μιλήσει Για να τους φέρει πιο κοντά, η αγάπη να μιλήσει Όπως και όντος έγινε Πριχού τον αγκαλιάσει Εκείνη μέσα σε λυγμούς Και ένοχες σφαδάζει Εκείνη μέσα σε λυγμούς Και ένοχες σφαδάζει ‘Οτες οι μνήμες πρόβαλαν, σαν τρέιλερ εικόνες Στο αμφιθέατρο του νου, να τη δικάζουν όλες Το’ επαίσχυντο το φέρσιμο τα αιχμηρά της λόγια Θυμάται νοιώθοντας ντροπή να λυτρωθεί η δόλια Θυμάται νοιώθοντας ντροπή να λυτρωθεί η δόλια Τα χέρια του αγκάλιασε Και συνεχώς φυλάει Εκείνου που θυσίασε Ότι κανείς στην πλάση Εκείνου που θυσίασε Ότι κανείς στην πλάση Ξεσπάει πάλι σε λυγμούς Ψελλίζοντας συγγνώμη μία και δυο και τρεις φορές Και συνεχίζει… ακόμη Μία και δυο και τρεις φορές Και συνεχίζει… ακόμη Ότες το πρόσωπο γυρνά εκείνος με αγάπη Χαμογελώντας της γλυκά της λέει «δεν πειράζει». Χαμογελώντας της γλυκά της λέει «δεν πειράζει». Η αγάπη πάντα συγχωρεί, κατανοεί τους άλλους Ποτέ κακία δεν κρατά, δεν θέλει αν μη τι άλλο Της λέει και χαμογέλα λες λάμπει η μορφή του Εκείνη αναθάρρησε γλυκολαλεί μ’ αγάπη Εάν ισχύει η πρόταση του Ποθεί μαζί της, να πορευτεί Να γίνει η γυναίκα του Όπως πριν λίγο της είχε πει Να γίνει η γυναίκα του Αν θέλει εκείνη να παντρευτεί Να γίνει η γυναίκα του Πως θέλει εκείνον να παντρευτεί.- Τέλος.- ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ Ένα ακομη απ τα παλια εμπνευσμενο από μια παρομοια ιστορια.. https://www.youtube.com/watch?v=dkpUyOb5dBE

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences