Η Υπατία δεν Κάηκε Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν γυναίκα. Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν όμορφη. Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν φιλόσοφος. Τη φοβήθηκαν για έναν μόνο λόγο. Επειδή δίδασκε τους ανθρώπους...
Η Υπατία δεν Κάηκε Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν γυναίκα. Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν όμορφη.
Δεν την φοβήθηκαν επειδή ήταν φιλόσοφος.
Τη φοβήθηκαν για έναν μόνο λόγο.
Επειδή δίδασκε τους ανθρώπους να σκέφτονται.
Κι αυτό, σε κάθε εποχή, ήταν το πιο επικίνδυνο πράγμα.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια.
Μια πόλη όπου οι θάλασσες έφερναν λαούς, οι βιβλιοθήκες φύλαγαν αιώνες γνώσης και τα άστρα έμοιαζαν να κατεβαίνουν κάθε βράδυ για να συνομιλήσουν με όσους είχαν μάθει να σηκώνουν το βλέμμα προς τον ουρανό.
Εκεί μεγάλωσε.
Δίπλα στον πατέρα της, τον μαθηματικό Θέωνα.
Εκείνος της έδειξε τους αριθμούς.
Εκείνη ανακάλυψε το άπειρο.
Της έδειξε τα άστρα.
Εκείνη είδε πίσω από αυτά την ατέρμονη δύναμη της ανθρώπινης σκέψης.
Δεν κράτησε ποτέ τη γνώση για τον εαυτό της.
Τη μοίραζε.
Όπως μοιράζεται το ψωμί.
Όπως μοιράζεται το νερό.
Όπως μοιράζεται το φως.
Στη σχολή της δεν δίδασκε μόνο μαθηματικά, αστρονομία ή φιλοσοφία.
Δίδασκε κάτι δυσκολότερο.
Το θάρρος να κάνεις μια ερώτηση.
Το θάρρος να αμφιβάλλεις.
Το θάρρος να αναζητάς την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή δεν βολεύει κανέναν.
Γιατί ήξερε πως η μεγαλύτερη φυλακή δεν είναι οι τοίχοι.
Είναι ο φόβος.
Και τότε... ο φανατισμός σήκωσε κεφάλι.
Όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια.
Ο φανατισμός δεν κατοικεί σε μία πόλη.
Δεν ανήκει σε μία θρησκεία.
Δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο.
Αλλάζει ενδύματα.
Αλλάζει σημαίες.
Αλλάζει συνθήματα.
Μένει όμως πάντα ίδιος.
Φοβάται όποιον σκέφτεται.
Γιατί ξέρει ότι ένας άνθρωπος που έμαθε να σκέφτεται, δεν μπορεί πια να γονατίσει εύκολα.
Και μια μέρα... την περικύκλωσαν.
Δεν την χτύπησαν μόνο.
Προσπάθησαν να χτυπήσουν ό,τι συμβόλιζε.
Νόμισαν πως σκοτώνοντας μια γυναίκα, θα σκοτώσουν και μια ιδέα.
Πόσο λίγο γνώριζαν την Ιστορία.
Γιατί οι ιδέες δεν αιμορραγούν.
Δεν καίγονται.
Δεν θάβονται.
Περνούν από ψυχή σε ψυχή.
Από γενιά σε γενιά.
Σαν τη φλόγα που ανάβει χιλιάδες κεριά χωρίς ποτέ να μικραίνει.
Εκείνη την ημέρα δεν έσβησε η Υπατία.
Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η Υπατία.
Γιατί από άνθρωπος έγινε σύμβολο.
Σύμβολο κάθε γυναίκας που αρνήθηκε να σωπάσει.
Κάθε δασκάλου που άνοιξε ένα παιδικό μυαλό.
Κάθε επιστήμονα που αμφισβήτησε το προφανές.
Κάθε ανθρώπου που πλήρωσε το τίμημα της ελευθερίας.
Κι ύστερα πέρασαν αιώνες.
Έπεσαν αυτοκρατορίες.
Χτίστηκαν άλλες.
Άλλαξαν βασιλιάδες.
Άλλαξαν θρόνοι.
Άλλαξαν σύνορα.
Το όνομά της έμεινε.
Γιατί ο χρόνος έχει έναν παράξενο τρόπο να αποδίδει δικαιοσύνη.
Ξεχνά εκείνους που κρατούσαν τη φωτιά.
Θυμάται εκείνους που κρατούσαν το φως.
Και σήμερα; Άραγε διαφέρουμε τόσο πολύ; Δεν καίνε πια ανθρώπους στις πλατείες.
Μα ακόμη διαπομπεύουν. Συκοφαντούν. Εκφοβίζουν. Στοχοποιούν. Απομονώνουν.
Προσπαθούν να κάνουν κάποιον να σωπάσει.
Ο τρόπος άλλαξε.
Ο φόβος παραμένει ο ίδιος.
Αν η Υπατία μπορούσε σήμερα να μας μιλήσει, ίσως να μην μας ζητούσε να την κλάψουμε.
Ίσως να μας έλεγε μόνο: «Μη φοβηθείτε ποτέ να ρωτήσετε.
Μη φοβηθείτε να διαφωνήσετε.
Μη φοβηθείτε να σκεφτείτε.
Γιατί κάθε φορά που ένας άνθρωπος κλείνει τα μάτια του μπροστά στην αλήθεια, ανάβει μια μικρή φωτιά μέσα στο σκοτάδι.
Και κάθε φορά που ένα παιδί σηκώνει το χέρι και ρωτά "Γιατί;", εκείνη τη στιγμή... γεννιέμαι ξανά.» Δεν την νίκησαν.
Δεν νικιέται όποιος αφήνει πίσω του ελεύθερα μυαλά.
Γιατί υπάρχουν θάνατοι που τελειώνουν μια ζωή. Και υπάρχουν θάνατοι που αρχίζουν μιαν αιωνιότητα. Η Υπατία ανήκει στους δεύτερους. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους