Ο πατέρας μου δεν διάβασε ποτέ εγχειρίδιο. Ούτε υπήρχε, κι αν υπήρχε θα γελούσε με την ιδέα. Το μεσημέρι ακουγόταν το κλειδί στην πόρτα κι ύστερα μύριζε το σπίτι τσιγάρο, κι αυτό σήμαινε πως γύρισε...
Ο πατέρας μου δεν διάβασε ποτέ εγχειρίδιο. Ούτε υπήρχε, κι αν υπήρχε θα γελούσε με την ιδέα.
Το μεσημέρι ακουγόταν το κλειδί στην πόρτα κι ύστερα μύριζε το σπίτι τσιγάρο, κι αυτό σήμαινε πως γύρισε.
Καθόταν στην κουζίνα κι έτρωγε μόνος, αργά, με την εφημερίδα διπλωμένη δίπλα στο πιάτο, χωρίς να ρωτάει πώς πήγε η μέρα μας, κι όλο το σπίτι ήξερε πως ήταν εκεί από τη μυρωδιά και μόνο.
Καθόμουν δίπλα του στον καναπέ να δει το δελτίο των οχτώ, κι ας μην καταλάβαινα λέξη, γιατί μου έφτανε που ήμουν στην ίδια μεριά μαζί του.
Στην αποθήκη μου έλεγε κράτα εδώ κι εγώ κρατούσα ένα κατσαβίδι, μια σακούλα, την άκρη από το σύρμα, σαν να κρατούσα ολόκληρο τον κόσμο στα χέρια μου. Την Κυριακή το πρωί έπιανα το λάστιχο όσο έπλενε το αμάξι, κι όλα αυτά εκείνος ποτέ δεν τα ονόμασε ποιοτικό χρόνο, ούτε καν χρόνο, ήταν απλώς ο τρόπος του να με έχει από κοντά.
Όταν έπεφτα κι έκλαιγα μου έλεγε «σήκω, δεν έγινε τίποτα», και σηκωνόμουν.
Όταν έσπαγα κάτι φώναζε, και τέλειωνε εκεί, χωρίς να σταθεί να ζυγίσει αν η φωνή θα μου άφηνε σημάδι, και καμιά φορά άφηνε.
Είχε κι εκείνη τη φωνή που σε κάρφωνε στον τοίχο, και δεν τη χάρισε σε κανέναν μας.
Έκανε λάθη χοντρά και με σιγουριά, μα έπραττε, διάβαζε τη στιγμή κι αποφάσιζε μέσα της, σωστά ή στραβά, χωρίς ποτέ ένα βιβλίο να στέκεται ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα.
Εμείς τα διαβάσαμε όλα.
Πέφτει σήμερα το παιδί και πριν προλάβω να σκύψω αρχίζω να σκέφτομαι, πως αν τρέξω αμέσως ίσως το μάθω να εξαρτάται κι αν αργήσω ίσως νιώσει πως το παράτησα, και μέσα στο κεφάλι μου προλαβαίνω τρία άρθρα όσο εκείνο είναι ακόμη κάτω, ώσπου τη στιγμή που αποφασίζω επιτέλους ποια σχολή σκέψης ακολουθώ, το παιδί έχει σηκωθεί μόνο του και με κοιτάζει που στέκομαι από πάνω του σαν χαμένος.
Κλαίει στο σουπερμάρκετ, κι ό,τι παλιά ήταν ένα «σταμάτα» σήμερα είναι ολόκληρο δίλημμα, όριο ή καταπίεση, να το αγκαλιάσω ή να το αφήσω να βγάλει το συναίσθημα, αφού τα έχω διαβάσει και τα δύο σε διαφορετικά βιβλία υπογραμμένα από διαφορετικούς ειδικούς με την ίδια ακριβώς σιγουριά, και μένω εκεί με το καρότσι στη μέση του διαδρόμου να ψάχνω ποιος κανόνας ταιριάζει σε τούτο εδώ το κλάμα.
Το «σήκω, δεν έγινε τίποτα» έγινε «σε ακούω, είναι λογικό που στενοχωριέσαι», το «φάε» έγινε διαπραγμάτευση τριών πιάτων, το «πήγαινε έξω να παίξεις» έγινε μελέτη επικινδυνότητας, κι έτσι μάθαμε να διαβάζουμε την κάθε αντίδραση του παιδιού σαν ακτινογραφία, και ξεχάσαμε μονάχα να του απαντάμε χωρίς να ανοίγουμε φάκελο.
Ο πατέρας μου δεν ήξερε τίποτα κι αποφάσιζε σε ένα δευτερόλεπτο, ενώ εμείς τα ξέρουμε όλα και παγώνουμε, γιατί κάπου ανάμεσα στο ερέθισμα και στην κίνηση μπήκε ένα τζάμι από θεωρία, καθαρό κι αόρατο, που μας αφήνει να αγγίζουμε το παιδί χωρίς ποτέ να το φτάνουμε στ’ αλήθεια.
Η γνώση δεν μας έκανε σοφότερους γονείς, μας έκανε πιο αργούς.
Γιατί το παιδί, είτε μάνα σκύβει από πάνω του είτε πατέρας, δεν διαβάζει την τεχνική μας, διαβάζει αν είμαστε αληθινά εκεί, το μυρίζει όπως μύριζα εγώ τον καπνό κι ήξερα πως ήρθε, κι αυτό είναι το μόνο που δεν το γράφει κανένα εγχειρίδιο, γιατί δεν χωράει σε βήμα ούτε βγαίνει σε φωτογραφία, η απλή ουσιαστική παρουσία ενός ανθρώπου που, για όση ώρα κάθεται δίπλα σου, δεν βρίσκεται πουθενά αλλού.
Δεν λέω πως το ένστικτο ήταν αθώο, αφού το ίδιο χέρι που σε αγκάλιαζε χωρίς δεύτερη σκέψη σου έριχνε φάπα χωρίς δεύτερη σκέψη, και τα βιβλία τα ανοίξαμε γιατί κάποια πράγματα έπρεπε επιτέλους να σταματήσουν.
Δεν γυρεύω πίσω τη φωνή που με κόλλαγε στον τοίχο, γυρεύω μονάχα εκείνη την αμεσότητα ξεπλυμένη από εκείνη τη φωνή.
Τον πατέρα μου τον κατάλαβα όταν έκανα δικό μου παιδί, όχι από όσα μου είπε αλλά από όσα δεν στάθηκε ποτέ να σκεφτεί, κατάλαβα πως αυτό που έμοιαζε αδιαφορία ήταν ένας άνθρωπος που δεν αμφέβαλλε, κι αυτό που μοιάζει σήμερα αφοσίωση είναι τόσες φορές ένας άνθρωπος που αμφιβάλλει αδιάκοπα.
Τον κατάλαβα ολόκληρο όμως αργότερα, μια μέρα που θέλησα να καθίσω να του τα πω όλα τούτα και η καρέκλα του στην κουζίνα ήταν πια αδειανή, γιατί έτσι έρχεται πάντα αυτή η κατανόηση, αργοπορημένη, την ώρα ακριβώς που δεν έχει πια σε ποιον να ειπωθεί.
Χθες το παιδί έπεσε, και δεν πρόλαβα να σκεφτώ τίποτα, ήμουν κιόλας κάτω μαζί του, του φύσηξα το γόνατο όπως μου το φυσούσε εκείνος και μου ξέφυγε ένα «δεν έγινε τίποτα» πριν προλάβω να το αποφασίσω, κι εκείνο σταμάτησε αμέσως και με κοίταξε σαν να με πίστεψε, και για ένα δευτερόλεπτο, χωρίς να ξέρω αν το έκανα σωστά, για πρώτη φορά δεν ρώτησα κανέναν.
Κάποτε θα μεγαλώσει κι αυτό, και θα σκύψει με τη σειρά του πάνω από ένα παιδί που έπεσε, και τότε θα φανεί τι του αφήσαμε, αν θα βρεθεί στη στιγμή κάτω μαζί του ή αν θα μείνει μισό δευτερόλεπτο όρθιο να προλάβει να ρωτήσει το ChatGPT τι πατέρας πρέπει να είναι. Σκέφτηκες ποτέ πόσο κρατάει το δικό σου μισό δευτερόλεπτο; Θ.Ν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους