Γνωστή μου κυρία εκμυστηρεύεται ότι αποφάσισε τελικά να εξομολογηθή και κατέφυγε στον εν λόγω ναό. Της είπαν ότι δεν μπορούν τη μέρα εκείνη και ζήτησαν να επανέλθη την επομένη. Επανήλθε, αλλά...
Γνωστή μου κυρία εκμυστηρεύεται ότι αποφάσισε τελικά να εξομολογηθή και κατέφυγε στον εν λόγω ναό.
Της είπαν ότι δεν μπορούν τη μέρα εκείνη και ζήτησαν να επανέλθη την επομένη.
Επανήλθε, αλλά τεχνίτες επισκεύαζαν το γραφείο και δεν μπορούσε να γίνη εκεί εξομολόγηση.
Την επόμενη μέρα έλειπε ο πνευματικός, που οι συνεφημέριοί του της είχαν πεί να ζητήση.
Η κυρία δεν ξαναπήγε πιά να εξομολογηθή, διότι από τα τρία απογεύματα τα δύο είχε κλείσει το κατάστημά της για να μεταβή.
Εδώ έχουμε την περίπτωση μιάς πιστής, που είναι πρόθυμη να υποστή και οικονομική ζημιά προκειμένου να κάνη κάτι για την ψυχή της.
Ήδη αυτό είναι ένα δεδομένο όχι αυτονόητο για εμάς τους κληρικούς, που δεν τελούμε σχεδόν καμμιά ιεροπραξία χωρίς αμοιβή.
Εξ άλλου είναι πρόθυμη να ανοίξη την ψυχή της σ' έναν άγνωστο και να πη πράγματα που την ντροπιάζουν.
Όμως δεν υπάρχει εκεί κανείς να την δεχθή.
Το περιστατικό, φυσικά, δεν είναι αντιπροσωπευτικό του τι συνήθως συμβαίνει.
Όμως είναι αρκετά ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει κυριεύσει την συντριπτική πλειοψηφία των κληρικών μας.
Δεν θεωρούμε ως κύριο έργο μας τη διαποίμανση των ανθρώπων, αλλά την τέλεση ευχελαίων, αγιασμών, εγκαινίων, τρισαγίων κ.λπ. Με αυτό το σκεπτικό αναζητούνται και επιλέγονται οι περισσότεροι κληρικοί.
Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι και αυτές οι ιεροπραξίες συνήθως τελούνται αναξιοπρεπώς, χωρίς στο τέλος να μπορούμε να αρθρώσουμε ούτε μία επιγραμματική αλλά προσήκουσα ευχή.
Συχνά διαμαρτυρόμαστε για την απροθυμία του κόσμου να πλησιάση την Εκκλησία, αλλά διαπιστώνει κανείς ότι, αν αυτό συνέβαινε ξαφνικά, θα είμαστε εντελώς ανίκανοι να το χειριστούμε.
Τα γεγονότα είναι συντριπτικά: Από τα χέρια μας (κυριολεκτικά) περνούν τα εκατομμύρια των Ελλήνων που βαπτίζονται, στεφανώνονται, κηδεύονται· ακόμη, ο μισός πληθυσμός με τον στρατό και μία υπολογίσιμη μερίδα στις πρόσφορες συνθήκες των νοσοκομείων.
Αλλ' είμαστε ανήμποροι να συναντηθούμε πραγματικά με αυτούς τους ανθρώπους, διότι δεν έχουμε κληρικούς που να θέλουν να τους συναντήσουν.
Ή, έχουμε και κληρικούς που δεν πρέπει να τους συναντήσουν.
Διότι υπάρχει και η άλλη εκδοχή: η κυρία να κατόρθωνε να εξομολογηθή τελικά, αλλ' η εμπειρία της αυτή να την οδηγούσε να αρνηθή πλήρως τα μυστήρια της Εκκλησίας μέχρι την επιθανάτια κλίνη της (κάτι όχι σπάνιο, δυστυχώς). Δεν δικαιούμαστε και δεν αξίζουμε την μαζική μεταστροφή της ελληνικής κοινωνίας που όλοι ποθούμε. «Επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω...» (Ματθ. κε΄ 23), αυτός είναι ο φυσικός και θεικός νόμος.
Ο κοινός νούς διαπιστώνει ότι και να θέλουμε δεν γνωρίζουμε πως να συναντήσουμε τον άλλο.
Δεν μπορούμε να μιλήσουμε στη γλώσσα του, στην πράξη «την δύναμιν ηρνημένοι» (Β΄ Τιμ. γ΄ 5) του αρχετυπικού γεγονότος της Πεντηκοστής.
Και τότε η σκέψη που ακολουθεί είναι: Μήπως στην πραγματικότητα δεν είμαστε σε θέση ή δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό; Μήπως ζούμε καταδικασμένοι σε μόνιμη ξενιτιά από την αληθινή μας ταυτότητα; Και το τραγικώτερο μήπως μερικές φορές αυτή η αλλοτρίωση αποτελεί και το κίνητρο προς την ιερωσύνη; Αν αυτό σας φαίνεται βαρύ, θυμηθήτε πως η ιερωσύνη είναι και εξουσία – τουλάχιστον βιώνεται στην πράξη πολύ περισσότερο απ' όσο είναι· και πως κάθε εξουσία έχει τη δύναμη να αλλοτριώνη μέσω του προσωπείου που χαρίζει, όταν η έμφαση από το πρόσωπο περνάη στον ρόλο.
Και αφθονούν γύρω μας εκείνοι που ανεπίγνωστα αναζητούν ένα σχήμα κοινωνικής παρουσίας και δράσεως, το οποίο θα τους αποσπάση από την επαφη με τον εαυτό τους.
Ένα τέτοιο πρόσφορο προσωπείο είναι το τελετουργικό, γι' αυτό και στις εκκλησιαστικές σχολές λαμβάνουν χώρα κωμικοτραγικά γεγονότα από νεαρά παιδιά, που παριστάνουν τους αρχιμανδρίτες και τους επισκόπους.
Η έμφαση που δόθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ορθόδοξη λατρεία, ενώ ξεκίνησε με θεολογικές προϋποθέσεις και ήταν όντως επιβεβλημένη, κατάντησε στα χέρια κληρικών και υποψηφίων ουρανοκατέβατο δώρο για να ξεφύγουν από τη συνάντηση με τον εαυτό τους και μέ τόν άλλο.
Ήταν πλέον αίτημα της εποχής, αφού σ᾽ ένα περιβάλλον πιο «πολιτισμένο» από το αγροτικό παρελθον δεν μπορούσε να επικαλεσθή κάποιος το ωμό κίνητρο της επαγγελματικής αποκατάστασης.
Το κοινό και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι κάποιος γίνεται κληρικός όχι επειδή το αγαπά, αλλά επειδή είναι ανίκανος για οτιδήποτε άλλο από εκείνα που θα του έδιναν αυτοεκτίμηση. ----------------▪︎------------▪︎-----------▪︎----------▪︎--- Εκ της αυλής ταύτης - Εκδόσεις Αρμός
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους