ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗΝ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΝΟΣ * * * * * Ἐν Ἀκαδημείᾳ, Κυριακὴ 28ης Ἰουνίου Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΠΑΔΟΣ ΗΛΙΟΥ Ὁ Ἰουλιανὸς (331-363) ἀποτελεῖ γένημμα-θρέμμα τῆς...
ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗΝ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΝΟΣ * * * * * Ἐν Ἀκαδημείᾳ, Κυριακὴ 28ης Ἰουνίου Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΩΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΠΑΔΟΣ ΗΛΙΟΥ Ὁ Ἰουλιανὸς (331-363) ἀποτελεῖ γένημμα-θρέμμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἐβίωσε τὸ δολοφονικὸ μένος τοῦ θείου του Κωνσταντίνου καὶ τοῦ ἐξαδέλφου του Κωνσταντίου.
Ὁ ἐπίσκοπος Νικομηδείας Εὐσέβιος παραδίδει τὸν Ἰουλιανὸ καὶ τὸν ἑτεροθαλῆ ἀδελφό του Γάλλο (337) στὸν Σκύθη εὐνοῦχο Μαρδόνιο, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν μόρφωσι τῶν νεαρῶν πριγκήπων• οἱ ἥρωες τῶν ἐπῶν τοῦ Ὁμήρου, ἰδιαιτέρως ὁ δῖος Ἀχιλλεύς, διαπλάθουν τὸν χαρακτῆρα του.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσεβίου μεταβαίνει στὸ Μάκελλον τῆς Καππαδοκίας (341), πλησίον τοῦ Ἀρειανοῦ Ἐπισκόπου Γεωργίου• ἐπιστρέφει στὴν Κωνσταντινούπολι (348) καὶ διδάσκεται Ῥητορικὴ ἀπὸ τὸν Νικοκλέα, τὸν Ἑκηβόλιο καὶ τὸν Θεμίστιο, ἐνῷ στὴν Πέργαμον (350) ὁ Αἰδέσιος καὶ ὁ Χρυσάνθιος τὸν εἰσάγουν στὶς ἀρχὲς τοῦ Ἰαμβλίχου• στὴν Ἔφεσον συνδέεται μὲ τὸν θεουργὸ Μάξιμο καὶ τὸν ἐθνικὸ ῥήτορα Λιβάνιο.
Τὸ θέρος τοῦ 355, ὁ πρῖγκηψ τοῦ ῥωμαϊκοῦ θρόνου φθάνει στὴν πόλι τῆς Παλλάδος, στὴν ὁποίαν θὰ διαμείνῃ ἐπὶ ἕξι μῆνες.
Στὸ κλεινὸν ἄστυ ἐντάσσεται στὸν στενὸ κύκλο τῶν Νεοπλατωνικῶν τῆς ἰαμβλιχείου κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἐξέφραζεν ἀπὸ τοῦ 350 καὶ ἔνθεν ὁ πλατωνικὸς διάδοχος Πρίσκος (305-396), ὁ κατὰ Λιβάνιον τῆς Ἑλλάδος ἀστήρ (Ἐπιστολαί, 67). Στὸ πρυτανεῖον τῆς σοφίας οἱ Ἰαμβλίχειοι συνυπάρχουν μὲ τοὺς λεγομένους Θεοδωρείους, τοὺς «ἀνωνύμους» μαθητὲς τοῦ Θεοδώρου τοῦ ἐξ Ἀσίνης πού, λόγῳ «τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ, ὑπέστησαν μίαν ἀπόλυτη damnatio memoriae» (Ἀθανασιάδου, σ. 89). Τὸν διχασμὸν αὐτόν, ἐντὸς τῆς πάλαι ποτὲ ἑνιαίας Ἀκαδημείας, θὰ ἐπισημάνῃ ἕναν αἰῶνα περίπου μετὰ ὁ μαθητὴς τοῦ Πρόκλου, Ὀλυμπιόδωρος ὁ Ἀλεξανδρεύς: οἱ μὲν τὴν φιλοσοφίαν προτιμῶσιν, ὡς Πορφύριος καὶ Πλωτῖνος καὶ ἄλλοι πολλοὶ φιλόσοφοι• οἱ δὲ τὴν ἱερατικήν, ὡς Ἰάμβλιχος καὶ Συριανὸς καὶ Πρόκλος καὶ οἱ ἱερατικοὶ πάντες (Εἰς τὸν Πλάτωνος Φαίδωνα, σ. 123, 3-6). Ἐγκαταλείποντας τὴν πόλιν τῆς φρονιμωτάτης θεοῦ (269d) πηγὰς ἀφῆκε δακρύων καὶ θρήνους (275a), ὅπως ἀπολογεῖται οἱονεὶ στοὺς Ἀθηναίους (Ἀθηναίων τῇ Bουλῇ καὶ τῷ Δήμῳ). Πλὴν τῶν φιλοσοφικῶν καὶ ῥητορικῶν του ἐνασχολήσεων, κατάφερε στὸ ἑξάμηνο διάστημα τῆς ἐν Ἀθήναις παραμονῆς του νὰ μυηθῇ στὰ Μεγάλα Μυστήρια τῆς Ἐλευσῖνος ἀπὸ τὸν παρὰ ταῖν θεαῖν Ἱεροφάντη. Ὁ Γάλλος δολοφονεῖται κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Κωνσταντίου, ὁ δὲ Ἰουλιανὸς ἀναγορεύεται Συμβασιλεύς (Καῖσαρ, 355), σημειώνοντας τεράστιες στρατιωτικὲς ἐπιτυχίες στὴν Δύσι ἐναντίον τῶν Φράγκων καὶ τῶν Ἀλαμανῶν• στὶς ὄχθες τοῦ Σηκουάνα θεμελιώνει (360) τοὺς Παρισσίους (Λουτσετία). Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἑπομένου ἔτους οἱ λεγεῶνες τῆς Δύσεως ἀνακηρύσσουν τὸν Ἰουλιανὸ Αὔγουστο.
Ἐκστρατεύει ἀμέσως ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίου, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ πεθαίνει στὴν Ταρσόν (361)• ὁ ἐμφύλιος ἀποσοβεῖται, ἐνῷ ὁ Ἰουλιανὸς εἰσέρχεται νικητὴς στὴν Κωνσταντινούπολι. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 362 φθάνει στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, ἀπογοητεύεται ὅμως τόσῳ ἀπὸ τὸν «ἐνήδονον βίον» τῶν πολιτῶν της ὅσῳ καὶ ἀπὸ τὴν κατάστασι τῶν ναῶν, ἔτι δὲ περισσότερον ἀπὸ τὴν πυρπόλησι τοῦ ναοῦ τοῦ Δαφνηφόρου Ἀπόλλωνος.
Ἡ μεταφορὰ τοῦ πτώματος τοῦ Ἐπισκόπου Βαβύλα ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ ναό, τὴν ὁποίαν διέταξεν, ἐδημιούργησε ἐμφύλια διαμάχη στὴν Ἀντιόχεια, συνιστᾷ δὲ κατὰ τὴν γνώμη μου, πλὴν τῆς πρώτης ἥττας τοῦ Restitutor Templorum, σημεῖον καμπῆς στὴν τρομοκρατικὴ ἐπέλασι τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσῶν ἀποτελεῖ μονόδρομο γιὰ τὸν ἀπογοητευμένο Ἰουλιανό, πλὴν ὅμως τὸ ἐξ οἰκείων βέλος θὰ φθάσῃ στὸν προορισμό του τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης Ἰουνίου καὶ ὅπως θὰ ἰσχυρισθῇ ὁ Λιβάνιος: δόλῳ μὲν γὰρ ἀπέθανεν ὥσπερ Ἀχιλλεύς (Ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν Ναῶν, 40). Ἑτοιμοθάνατος πλέον, συζητεῖ μὲ τοὺς φιλοσόφους Μάξιμο καὶ Πρίσκο περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, στὴν ὁποίαν ὁ μελετητὴς τοῦ Φαίδωνος καὶ μύστης θ᾽ ἀποδώσῃ ὀντολογικὴ καὶ ἀξιολογικὴ προτεραιότητα ἔναντι τοῦ φθαρτοῦ σώματος: «μοιράζομαι τὴν κοινὴ πεποίθησι τῶν φιλοσόφων, ὅτι ἡ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἀνωτέρας τάξεως αὐτῆς τοῦ σώματος καὶ πιστεύω, ὅτι ὅταν τὸ καλλίτερο διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ χειρότερο πρέπει νὰ χαιρόμαστε» (Amm. M, Julianus, XXV, 3, 15, σσ. 248-249). Τὸ φιλοσοφικὸν δοκίμιον Εἰς Βασιλέα Ἥλιον, τὸ ἀφιερωμένο στὸν ἐν ὅπλοις σύντροφόν του ἀγαθώτατον Σαλλούστιον, συνεγράφη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 362 ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς τοῦ Invicti Solis.
Ἐξ ἀρχῆς, ὁ ἐστεμμένος φιλόσοφος δηλοῖ τοῦ βασιλέως ὀπαδὸς Ἡλίου (130b), ἐλπίζει δὲ ὅτι: ὅ τε λόγιος Ἑρμῆς ξὺν ταῖς Μούσαις ὅ τε Μουσηγέτης Ἀπόλλων (132a) θὰ τὸν βοηθήσουν νὰ εἰπῇ ὁπόσα τοῖς θεοῖς φίλα λέγεσθαί τε καὶ πιστεύεσθαι περὶ αὐτῶν (132b). Ἄλλως τε, ὁ ἐν Δελφοῖς θεὸς εἶναι, ὅπως ἔχει ἐπισημάνει ἀπευθυνόμενος Πρὸς τοὺς ἀπαιδεύτους Κύνας, ἐκτὸς ἀπὸ τῶν καλῶν ἁπάντων αἴτιος, τῆς Ἑλλάδος κοινὸς ἡγεμὼν καὶ νομοθέτης καὶ βασιλεύς (188a), ὁπωσδήποτε ἀρωγός του στὴν ἐξύμνησι τοῦ Ἀνικήτου Ἡλίου ποὺ θὰ ἐπιχειρήσῃ. Ὡς Pontifex Maximus ὀφείλει νὰ σέβεται τοὺς θεοὺς ὅλων ἐθνῶν τοῦ ῥωμαϊκοῦ imperium, ἐξ οὗ καὶ οἱ ἀναφορές του στὸν Μίθρα (155b), τὶς μυστικὲς τελετὲς τοῦ ὁποίου ἔχει γνωρίσει παιδιόθεν, στὸν Σάραπιν (136a), στὸν Ὧρον (148d), στὸν ἀποθεωθέντα Ῥωμύλον, τὸν Κυρῖνον (154d) καὶ στοὺς Ἡλίου παρέδρους, στὸν Μόνιμον καὶ στὸν Ἄζιζον (150d). Ἡ ὀρθότης τῶν περὶ Ἡλίου λεγομένων του ἀπαιτεῖ τὴν συνδρομὴν τοῦ κλεινοῦ ἥρωος Ἰαμβλίχου (146b) καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν τριῶν κόσμων, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγε στὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία• ἀφ᾽ ἑνὸς τῶν ὑπαρχόντων νοητοῦ καὶ αἰσθητοῦ τῆς θεωρίας τῆς Γραμμῆς τῆς Πολιτείας, ἀφ᾽ ἑτέρου τοῦ, ἐνδιαμέσου μεταξὺ αὐτῶν, νοεροῦ.
Τὴν οὐσίαν τοῦ τιμωμένου θεοῦ καὶ τὸ ὅθεν προῆλθε (132b) θὰ ἐπισημάνῃ στὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἐν λόγῳ δοκιμίου (132b-142b)• ὁ Τίμαιος, ἡ Πολιτεία καὶ ἡ περὶ Ἀγαθοῦ διδασκαλία τοῦ Πλάτωνος θὰ ἐπιστρατευθοῦν κατ᾽ ἀνάγκην: ὁ τοῖς νοεροῖς Ἥλιος ἄρχει καὶ βασιλεύει αὐτῶν ὑπὸ τἀγαθοῦ τεταγμένος (133c), ἐνῷ ὁ τρίτος ὁ φαινόμενος οὑτοσὶ δίσκος ἐναργῶς αἴτιός ἐστι τοῖς αἰσθητοῖς τῆς σωτηρίας καὶ ὅσων ἔφαμεν τοῖς νοεροῖς θεοῖς τὸν μέγαν Ἥλιον, τοσούτων αἴτιος καὶ ὁ φαινόμενος ὅδε τοῖς φανεροῖς (Αὐτόθι). Στὸ δεύτερο μέρος (142b-150d) θ᾽ ἀναφερθῇ στὶς δυνάμεις καὶ στὶς ἐνέργειες τοῦ θεοῦ, οἱ ὁποῖες ταὐτίζονται σχεδὸν μὲ τοῦ Διὸς καὶ τοῦ Ἀπόλλωνος: συντρέχει δὲ αὐτῷ ἡ τοῦ Διὸς δημιουργικὴ δύναμις ... σύνεστι γὰρ καὶ οὗτος Ἡλίῳ καὶ ἐπικοινωνεῖ διὰ τὴν ἁπλότητα τῶν νοήσεων καὶ τὸ μόνιμον τῆς οὐσίας καὶ κατὰ ταὐτὰ ὂν τῆς ἐνεργείας (144a), ἐνῷ στὸ τρίτο μέρος (151a-157c) στὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἀνθρώποις Ἥλιος (152a). Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τρεφόμεθα παρ᾽ ἐκείνου, μᾶς προσφέρει καὶ τὰ θειότερα, καθὼς αὐτὸς ὁ θεὸς θεωρεῖται ἀφ᾽ ἑνὸς ὁ ἀπολύων τὰς ψυχὰς τοῦ σώματος, ἀφ᾽ ἑτέρου ὁ ἐπανάγων ἐπὶ τὰς τοῦ θεοῦ συγγενεῖς οὐσίας (152b). Οἱ εὐχὲς τοῦ μύστου: δοῦναι βίον ἀγαθὸν καὶ τελειοτέραν φρόνησιν καὶ θεῖον νοῦν, καλύπτονται ἀπὸ τὴν ἀγωνία τοῦ βασιλέως γιὰ τὸ τραγικὸ τέλος ποὺ ἐγγίζει: ἀπαλλαγήν τε τὴν εἱμαρμένην ἐκ τοῦ βίου πρᾳοτάτην ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι (158b). Ὁ λεγόμενος θρίαμβος τῆς μονοδοξίας τήν, τραγικὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, νύκτα τῆς 26ης Ἰουνίου, φαντάζει ἀναπόφευκτος.
Τὸ ἀνατολῆθεν σκότος σχεδιάζει νὰ ἐξαφανίσῃ ἀπὸ προσώπου γῆς ἀκόμη καὶ τὸ τέμενος τοῦ κόσμου, αὐτὸ ποὺ οὐδέποτε κατάφεραν οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας βάρβαροι εἰσβολεῖς• ὁ Βαλεντινιανός, ἀμέσως μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἐκδίδει νόμον περὶ τῶν νυκτερινῶν τελετῶν: «ἂν κάποιος παράφρων ἢ ἱερόσυλος ἐπιδοθῇ σὲ ἀπαγορευμένες θυσίες, ἡμερήσιες ἢ νυκτερινές, θὰ τιμωρηθῇ μὲ προγραφή» (Καμάρα, σσ. 53-55). Οἱ ἀνώνυμοι μελανειμονοῦντες μοναχοὶ θὰ καταφέρουν νὰ θανατώσουν τὸν Ἰουλιανό, ἡ παρακαταθήκη του ὅμως: «τὸ δῶρο τοῦ θανάτου μοῦ δόθηκε ἀπὸ τοὺς θεοὺς γιὰ νὰ μὴ ὑποχωρήσω στὶς μεγάλες δυσκολίες, οὔτε καὶ νὰ ὑποκύψω καὶ νὰ ταπεινωθῶ, διότι ἡ ζωὴ μ᾽ ἐδίδαξε ὅτι οἱ στενοχώριες καταβάλλουν μόνον τοὺς ἀδύναμους καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἀκλόνητα τὶς ὑπομένουν» (Amm. M, Julianus, XXV, 3, 15, σ. 249) θὰ μᾶς συντροφεύῃ καὶ θὰ μᾶς ἐμπνέῃ ἐς ἀεί. Δρ Κ.Α. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΕΑ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ Ἐν τοῖς Ἰουλιανείοις kstavropoulos@outlook.com nplatonics.blogspot.com ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ : ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Π. (2001). Ἰουλιανός, ΜΙΕΤ, Ἀθῆναι. ΚΑΜΑΡΑ, Α. (2000). Ἡ Ἀντιπαγανιστικὴ Νομοθεσία τῆς Ὕστερης Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέσα ἀπὸ τοὺς κώδικες, Κατάρτι, Ἀθῆναι. WALLIS, I.R. (2002). Νεοπλατωνισμός, μτφρ. Γ. Σταματέλλου, Ἀρχέτυπο, Θεσσαλονίκη. ΧΡΥΣΟΥ, Ε. «Ὁ Ἠπειρώτης φιλόσοφος Πρίσκος», ἐν Παρνασσῷ, τ. κβ´, σσ. 449-460, Ἀθῆναι 1980. * * * * * Ἐν Ἀθήναις, Σάββατον 27ης Ἰουνίου ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΗΘΩΝΑ Ὁ Πλήθων τοῦ Κ.Π. Μανδηλᾶ ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν ἀπόπειρα συγγραφῆς τῆς φιλοσοφικῆς βιογραφίας τοῦ Νεοπλατωνικοῦ φιλοσόφου Πλήθωνος (1355;-1452), τοῦ «μετὰ τὸν Παραβάτην δευτέρου Παραβάτου» (Παπαδιαμάντης, σ. 162). Ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ἦταν, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ μαθητής του καί, μετέπειτα Μητροπολίτης Νικαίας καὶ Καρδινάλλιος Βησσαρίων, constantinopolitanum (Μαμαλάκις, σ. 9). Στὴν πάλαι ποτὲ κραταιὰ βασιλίδα τῶν πόλεων ἐδιδάχθη Φιλοσοφία ἀπὸ τὸν Δ. Κυδώνη, ἐνῷ ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖον ἐγνώρισε τὰ ζωροαστρικὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε στὴν φιλοσοφικὴ σύνθεσι ποὺ ἐδημιούργησε: θεολογίαν μὲν τὴν κατὰ Ζωροάστρην τε καὶ Πλάτωνα, ὀνομαζομένων τῶν διὰ φιλοσοφίας ἀναγνωριζομένων θεῶν τοῖς πατρίοις τοῖς Ἕλλησι θεῶν ὀνόμασιν (Νόμων συγγραφή, 2). Περὶ τῷ 1405, ἐντολῇ τοῦ Μανουὴλ Β´ Παλαιολόγου, ἐγκαθίσταται στὸν Μυστρᾶ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δημιουργεῖ κύκλο μαθητῶν καὶ ἐπιδίδεται στὴν συγγραφήν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συμβουλευτικῶν πολιτικῶν κειμένων καὶ μελετῶν• ἡ σωτηρία τῶν ἐναπομεινάντων κρατιδίων τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῆς ἑλληνικῆς παιδείας: ἐσμὲν Ἕλληνες τὸ γένος ὥσπερ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ (Περὶ τῶν ἐν Πελοποννήσῳ πραγμάτων), συγκροτοῦν τὸν πυρῆνα τῆς προτάσεώς του.
Τῷ 1438-39 μεταβαίνει στὴν Φερράρα καὶ στὴν Φλωρεντία γιὰ νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν παραπαίουσα Αὐτοκρατορία στὶς διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Ἂν καὶ οἱ ἀνούσιες διαμάχες περὶ τοῦ καθαρτηρίου πυρὸς καὶ τῆς προσθήκης ἢ ὄχι τοῦ filioque στὸ «Σύμβολον τῆς Πίστεως» οὐδόλως τὸν συγκινοῦν, δράττεται τῆς εὐκαιρίας στὸ περιθώριον τῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας ν᾽ ἀνακοινώσῃ τὴν πραγματεία-σταθμὸ στὰ φιλοσοφικὰ πράγματα τῆς Δύσεως: Περὶ ὧν Ἀριστοτέλης πρὸς Πλάτωνα διαφέρεται, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε τὸν Κοσμᾶ τῶν Μεδίκων στὴν ἵδρυσι τῆς Νεοπλατωνικῆς Σχολῆς στὴν Φλωρεντία (1459)• ὡς ἐκ τούτου νὰ συγκροτηθῇ ἕνα νέο ἰδεολογικὸ ῥεῦμα, ὁ Ἀναγεννησιακὸς Νεοπλατωνισμός, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ τεθῇ τὸ τέλος ἀφ᾽ ἑνὸς τοῦ Μεσαιῶνος ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἀριστοτέλους ποὺ εἶχε ἐπιβάλλει ὀλίγους αἰῶνες πρὶν ἡ λεγομένη Σχολαστικὴ Διανόησις: τῶν δὲ νῦν καὶ μάλιστα τῶν πρὸς ἑσπέραν οἱ πολλοί, ἅτε ἐκείνων σοφώτεροι γεγονέναι Ἀριστοτέλη πρὸ Πλάτωνος θαυμάζουσιν, Ἀβερόῃ τινὶ Ἄραβι πειθόμενοι μόνον Ἀριστοτέλη φάσκοντι τέλεόν τι τῆς φύσεως ἐς σοφίαν ἔργον ἀποτελελέσθαι (Διαφοραί, 13r, 1). Τὸ Περὶ ἀρετῶν, τὰ Πρὸς ἠρωτημένα ἄττα ἀπόκρισις, τὰ Μαγικὰ Λόγια τῶν ἀπὸ Ζωροάστρου Μάγων ἐξηγηθέντα, οἱ Πρὸς τὰς ὑπὲρ Ἀριστοτέλους Γεωργίου Σχολαρίου ἀντιλήψεις, τὸ Περὶ τῶν ἐν Πελοποννήσῳ πραγμάτων καὶ ἡ Νόμων συγγραφὴ ἀποτελοῦν τὰ σπουδαιότερα ἔργα του.
Γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὴν σχέσι τοῦ μεσαιωνικοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν φιλοσοφία, ὡς Ancilla Theologiae, πρέπει ν᾽ ἀνατρέξωμε στὶς δύο χρονολογίες-ὁρόσημα καὶ στὰ δύο ἀντιφατικὰ γεγονότα ποὺ τὶς συνοδεύουν, στὸ 529 καὶ στὸ 1459: «κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ (σ.σ. τῷ 529) συμβαίνουν δύο γεγονότα ποὺ ἀποδεικνύονται καθοριστικὰ τόσῳ γιὰ τὴν φιλοσοφία ὅσῳ καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ πορεία τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.
Ὡς γνωστὸν τῷ 529 κλείνει, μὲ διάταγμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε ὄχι μόνο κέντρο φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ ἐθνικῆς, μὴ χριστιανικῆς δηλαδή, παιδείας. τὸ ἴδιο ἔτος, ἱδρύεται στὴν Δύσι τὸ μοναχικὸ τάγμα τῶν Βενεδικτίνων ὑπὸ τοῦ Βενεδίκτου τοῦ ἐκ Νουρσίας στὸ Μόντε Κασσίνο.
Κανόνας τοῦ τάγματος τὸ ora et labora» (Χρόνης, σ. 3). Ἐπίσης, τῷ 1459, ἔτος ἱδρύσεως τῆς Νεοπλατωνικῆς Σχολῆς τῆς Φλωρεντίας, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος, ὁ κύριος ἀντίπαλος τοῦ Πλήθωνος στὶς διαμάχες του μὲ τοὺς δῆθεν ὀπαδοὺς τοῦ Ἀριστοτέλους, παραδίδει τοὺς Νόμους τοῦ Πλήθωνος στὴν πυρά: «ἡ προσπάθεια αὐτὴ (σ.σ. ἡ παρουσίασις ἀπὸ τὸν πολυΐστορα τοῦ Μυστρᾶ τοῦ ἱστορικοῦ Ἀριστοτέλους) ὡδήγησε τὸν Πλήθωνα εἰς ὀξεῖαν ἀντιπαράθεσιν πρὸς τοὺς ἀριστοτελίζοντας σχολαστικούς, κυρίως δὲ πρὸς τὸν Σχολάριον, ἐκπρόσωπον τῆς κινήσεως αὐτῆς εἰς τὸ Βυζάντιον» (Μπαρτζελιώτης, σ. 35), ἐξ οὗ καὶ οἱ ὑβριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ τοῦ τύπου: σὺ γὰρ πρὸς τῇ κακοηθείᾳ καὶ τὴν διάνοιαν ἀμβλὺς ... καὶ ἀμαθής, τοὺς ὁποίους ὁ Πλήθων ἀποδίδει -καὶ δικαίως- στὸν Σχολάριον (Πρὸς τὰς ὑπὲρ Ἀριστοτέλους Γ. Σχολαρίου ἀντιλήψεις, PG 160, 981d). Ἡ πρωτοτυπία τοῦ ἀνὰ χεῖρας πονήματος ἔγκειται στὶς ἀρχές, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφορμᾶται καὶ ἐκφράζει ὁ Κ.Π. Μανδηλᾶς• ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ δυτικῆς-ἀνθρωποτυπικῆς καὶ ἀνατολικῆς-θεοτυπικῆς προσεγγίσεως, ἡ ὁποία τὸ διατρέχει ἐξ ἀρχῆς καὶ ἀντανακλᾶται στὴν ἀπουσίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πάντα εἴσω τοῦ Πλωτίνου στὴν Ἀνατολή, ἀποτελεῖ κατὰ τὴν γνώμη μου τὴν βάσι τῆς πραγματεύσεως τοῦ θέματος: «στὴν Ἀνατολὴ ἔλειπε τὸ στοιχεῖο τῆς διαφοροποίησης, ἔλειπε τὸ μέσα κύτταγμα, ὡστόσο ἡ βαθειὰ παράδοση ἔφερνε στὴν ἐπιφάνεια τὸ πρόσωπο, ὡς τὸ μοναδικὸ στοιχεῖο διαφοροποίησης, τὴν μοναδικὴ ἀπόλυτη ἑτερότητα» (σ. 43). Ἡ παρουσία τοῦ Πλήθωνος στὴν Φλωρεντία καὶ ἡ ἀποδοχή του ἀπὸ τὴν δυτικὴ διανόησι μόνον τυχαία δὲν θεωρεῖται: «ἡ δυτικὴ κοινωνία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἀναζητοῦσε μία διέξοδο διαφυγῆς ἀπὸ τὸ ἀσφυκτικὸ περιβάλλον τοῦ σχολαστικισμοῦ. ἐπιζητοῦσε τὴν ἀπεμπόλησι τῶν δεσμεύσεων τοῦ μεσαίωνα, ἀναζητοῦσε τὶς ὑποθέσεις γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ νεώτερου κόσμου. σ᾽ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, οἱ ἄνθρωποι στρέφουν τὸ βλέμμα πρὸς τὰ πίσω, στὶς πρωτογενεῖς ἀλήθειες, στὴν καθαρὴ οὐσία τῶν πραγμάτων» (σ. 47). Ἐπίσης, μόνον τυχαία δὲν θεωρεῖται ἀπὸ τὸν συγγραφέα καὶ ἡ ἀπόρριψις τοῦ Λογίου τοῦ Μυστρᾶ ἀπὸ τὴν καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολή, στὴν ὁποίαν ἡ Ἑξάβιβλος περιγράφει τὸ νομικὸ πλαίσιο τῶν τιμωριῶν τῶν ἑλληνιζόντων: οἱ ἀξιωθέντες τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ πάλιν ἑλληνίζοντες ἐσχάτην τιμωρίαν ὑπόκεινται (βιβλίον 6ον, κεφ. ια´, 4)• ἡ Ἑξάβιβλος, ὡς ἀνανεωμένη ἔκδοσις τῆς De paganis νομοθεσίας τοῦ Codex Theodosianus, δικαιολογεῖ ἀπολύτως τὴν καταστροφικὴ μανία τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον παντὸς ἑλληνικοῦ.
Χαίρομαι ἰδιαιτέρως ποὺ ὁ Κ.Π. Μανδηλᾶς μοῦ ἀνέθεσε τὴν παρουσίασι τοῦ βιβλίου του, διότι οἱ πληθωνικὲς ἀναζητήσεις σπανίζουν στὴν σύγχρονη Ἑλλάδα, παρὰ τὸ ὅτι ὁ Πολυΐστωρ θεωρεῖται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ὁ πρῶτος Νεοέλλην.
Ὅπως συναφῶς ἐπισημαίνει, μόνον ὁ Γεμιστὸς θὰ μποροῦσε νὰ συλλάβῃ: «τὴν ἰδέα γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς ἐθνικοῦ κράτους, μὲ ἕναν ἐθνικὸ στρατὸ καὶ μίαν οἰκονομία σύμφωνα μὲ τὶς σύγχρονες ἀπαιτήσεις» (σ. 210). Ἂν καὶ ἡ ἰδέα ὑπερτερεῖ τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς της, τὸ ὅραμα τοῦ Πλήθωνος, τὸ ὁποῖο ἀρύεται τὶς βασικὲς ἀρχές του ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, γιὰ ἕνα σύγχρονο κράτος μὲ ἀξιόμαχο στρατὸ καὶ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, παραμένει ἀκόμη ζητούμενον. ΝΕΑ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ 3ης Σεπτεμβρίου 13, Ὁμόνοια kstavropoulos@outlook.com nplatonics.blogspot.com ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ : ΜΑΜΑΛΑΚΙ, Π.Ι. (1939). Γ. Γεμιστὸς-Πλήθων, Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbüchern, Ἀθῆναι. ΜΑΝΔΗΛΑ, Π.Κ. (2022). Γ. Γεμιστὸς-Πλήθων, Ἀνοιχτὴ Πόλη, Ἀθῆναι. ΜΠΑΡΤΖΕΛΙΩΤΗ, Λ. (1980). Ἡ κριτικὴ τοῦ Ἀριστοτέλους παρὰ Πλήθωνι, ΙΕΕΝΦ, Ἀθῆναι. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, Α. (2000). Γυφτοπούλα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθῆναι. ΧΡΟΝΗ, Ν. (1994). Κεφάλαια Μεσαιωνικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους