Ευχαριστούμε τον θεατρολόγο και κριτικό θεάτρου Γιώργο Παπαγιαννάκη για την κριτική του στους ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ του Ίψεν στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ του Γιώργου Χρονά. Ολόκληρο το κείμενο εδώ ⬇️ «Βρικόλακες...
Ευχαριστούμε τον θεατρολόγο και κριτικό θεάτρου Γιώργο Παπαγιαννάκη για την κριτική του στους ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ του Ίψεν στο περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ του Γιώργου Χρονά.
Ολόκληρο το κείμενο εδώ ⬇️ «Βρικόλακες» του Ίψεν, σε σκηνοθεσία Αναστασίας Παπαστάθη, στο Θέατρο Radar.
Στον σύγχρονο θεατρικό χάρτη η διαχείριση των επονομαζόμενων αστικών κοινωνικών δραµάτων του Ίψεν γίνεται µε ετερόκλητες στοχεύσεις.
Από τη µία πλευρά, πλείστες όσες σκηνοθετικές θεωρήσεις αναγνωρίζουν ως τροχοπέδη τη λογοκεντρική τεχνική τους µε τους µακροσκελείς διαλόγους και τις βραδύκαυ- στες, αν και εντυπωσιακές, δραματικές συγκρούσεις τους.
Και είναι προφανές ότι σε µια εποχή αδιάκοπης εναλλαγής των εικονικών παραστάσεων, η κατανόηση της δράσης µέσω της εξαντλητικής διαδικασίας του διαλόγου, που προΰποθέτει προσήλωση, εµβρίθεια και διαυγή κριτική σκέψη, και όχι µέσω της εικόνας και της κίνησης, ισοδυναμεί για τον µέσο θεατή µε ένα είδος πνευματικής δοκιµασίας.
Από την άλλη, η επαναστατικότητα και ο ανοιχτός χαρακτήρας των θέσεών τους δίνει, ενίοτε, το έναυσμα στους δημιουργούς να πλειοδοτήσουν ως προς την διατύπωση µιας κοινωνικοπολιτικής κριτικής, εναρμονισµένης µε τις προκλήσεις της εκάστοτε χρονικής στιγμής.
Τρανό παράδειγµα ο πειραματισµός του Τόμας Όστερμάιερ επάνω στον «Ἐχθρό του λαού», που προσέλαβε διαστάσεις ενός φό- ρουμ μεταξύ σκηνής και πλατείας, µιας θεατρικής «παράβασης» που επιχειρούσε να υπενθυµίσει ότι το θέατρο συνιστά πράξη, πρωτίστως, πολιτική.
Μέσα σε αυτό το φάσμα πειραματισµών, αλλά και πολλών άλλων επεμβάσεων που γίνονται κατά καιρούς επάνω στα ανυπεράσπιστα «σώματα» των ιψενικών έργων, οι κλασικές αναγνώσεις φαντάζουν ρομαντικές και εν πολλοίς αποκοµµένες από την πραγματικότητα.
Ωστόσο, οι αυτοµατισµοί των µοντέρνων σχολών σκηνοθεσίας, που μετατρέπονται σε προκαταλήψεις, συσκοτίζουν την αλήθεια.
Αν υπάρχει ένας τρόπος για να «μιλήσουν» ηχηρά τα ιψενικά δράµατα και να διατρανώσουν τα μηνύματά τους είναι να παρασταθούν µέσα στις χρονικές συντεταγµένες που γράφηκαν.
Ο λόγος προφανής: η διάσταση που χωρίζει τον ιστορικό χρόνο αυτών των έργων από το περιεχόµενο και την ορμητικότητα των ρηξικέλευθων ιδεών του μεγάλου Νορβηγού Βάρδου προκαλεί µια εξουδετέρωση της όποιας ιστορικότητας.
Και ενώ τα έργα παριστάνονται µέσα στις αισθητικές συντεταγµένες του ιψενικού σαλονιού, στην πραγματικότητα ο χρόνος μοιάζει να καταρρέει. H Αναστασία Παπαστάθη, έχοντας επίγνωση αυτής της συνθήκης, έδωσε στο Θέατρο Radar µια εκδοχή των «Βρικολάκων» µακριά από τους ασφαλείς θυλάκους του σημερινού οικείου και αναγνωρίσιµου και χωρίς να στερεί τίποτα από το ειδικό βάρος της ιψενικής σκέψης.
Ο καλαίσθητος, όσο και κλασικότροπος, σκηνικός διάκοσμος διά χειρός Κυριακής Πανούτσου, μετατράπηκε σε ένα πεδίο ανταγωνισμού ανάµεσα στο παλαιό, µε στοιχεία υλικότητας, και το νέο που αναβλύζει µέσα από τη δύναμη της ψυχής και του πνεύματος.
H ίδια η σκηνοθέτης, κρατώντας τον ρόλο της Κυρίας Άλβινγκ, διέρρηξε τα στεγανά του χαρακτήρα, εισερχόµενη στις διαστάσεις µιας µορφής που µεταβολίζει την καταστροφική προσήλωση στο καθήκον σε υπέρβαση και αυτοσυνειδησία. Ο Γεώργιος Νεχτάριος Φαρμάκης κατέθεσε έναν έξοχο Όσβαλντ, όχι απλώς ως συμπτωματολογικό φαινόμενο, αλλά ως σύμβολο ενός θνησιγενούς κόσμου που έρχεται να δώσει τη θέση του σε έναν άλλο, φωτεινό και ελεύθερο. Ο Θοδωρής Σκούρτας, στον ρόλο του Πάστορα Μάντερς, μετέδωσε τις αγκυλώσεις και τη µονολιθικότητα του συντηρητισμού µε φυσικότητα και εκφραστική ευθυτένεια, η Σοφία Αγγελικοπούλου, ως Ρεγγίνα, ισορρόπησε επιδέξια σε µια εκλεπτυσµένη λαϊκότητα, ενώ ο Μιχάλης Καλιότσος, αποτύπωσε τον αινιγματικό Ένγκστραντ µε όλους τους σκοτεινούς τόνους, αλλά και τις ριπές ενός αντιστικτικού χθόνιου χιούμορ. Αθήνα Γιώργος Παπαγιαννάκης Θεατρολόγος - Κριτικός θεάτρου 158-159 ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους