Ελπίδα ή πυροτέχνημα; Το μεγάλο στοίχημα της Μαρίας Καρυστιανού Του Μιχάλη Χαιρετάκη Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν γεννήθηκε σαν ένα ακόμη κόμμα από τα εργαστήρια των επικοινωνιολόγων. Γεννήθηκε...
Ελπίδα ή πυροτέχνημα; Το μεγάλο στοίχημα της Μαρίας Καρυστιανού Του Μιχάλη Χαιρετάκη Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν γεννήθηκε σαν ένα ακόμη κόμμα από τα εργαστήρια των επικοινωνιολόγων.
Γεννήθηκε από θυμό, πένθος, απογοήτευση και από τη βαθιά αίσθηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι το πολιτικό σύστημα δεν λογοδοτεί πια σε κανέναν.
Το ίδιο το ιδρυτικό κείμενο του κινήματος το παρουσιάζει ως απάντηση σε «αδιαφάνεια», «διαφθορά» και κοινωνικά αδιέξοδα, ενώ το πλήρες όνομα του φορέα περιλαμβάνει και το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού: «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού, Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών». Αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Είναι ένα κίνημα πολιτών, αλλά είναι και ένα προσωποκεντρικό πολιτικό εγχείρημα.
Όχι απαραίτητα με την κακή έννοια.
Στην πολιτική, πολλές φορές το πρόσωπο προηγείται του μηχανισμού.
Το πρόσωπο γίνεται σύμβολο.
Το σύμβολο γίνεται ελπίδα.
Και η ελπίδα, αν δεν οργανωθεί, γίνεται σύντομα ανάμνηση. Η Μαρία Καρυστιανού έχει σήμερα κάτι που πολλοί πολιτικοί θα πλήρωναν ακριβά για να αποκτήσουν: ηθικό κεφάλαιο.
Δεν εμφανίστηκε ως επαγγελματίας σωτήρας, ούτε ως γυρολόγος των κομματικών διαδρόμων.
Εμφανίστηκε μέσα από μια τραγωδία, με λόγο που μίλησε σε ανθρώπους που είχαν πάψει να πιστεύουν ότι υπάρχει δικαιοσύνη, ευθύνη, αξιοπρέπεια.
Στην παρουσίαση του κόμματος στη Θεσσαλονίκη είπε ότι δεν ζητά πίστη σε σωτήρες, αλλά στη δύναμη των πολιτών, ενώ δήλωσε και ότι στόχος είναι η πρώτη θέση.
Εδώ αρχίζει το δύσκολο.
Άλλο να μαζεύεις την οργή.
Άλλο να τη μετατρέπεις σε πολιτική πρόταση.
Άλλο να εκφράζεις την αγανάκτηση.
Άλλο να φτιάχνεις κόμμα που μπορεί να κυβερνήσει χωρίς να μοιάσει σε εκείνους που κατήγγειλε.
Γιατί η οργή είναι εύφλεκτο υλικό.
Αν τη βάλεις σε μηχανή με σχέδιο, μπορεί να κινήσει ιστορία.
Αν τη βάλεις σε πρόχειρη αποθήκη με φθαρμένα στελέχη, προσωπικές φιλοδοξίες και παλιούς κομματικούς μεταπράτες, γίνεται πυρκαγιά.
Καίει πρώτα εκείνον που νόμισε ότι την ελέγχει.
Η πρώτη δημοσκοπική εικόνα δείχνει δυναμική, αλλά όχι ακόμη πολιτική εγκατάσταση.
Μετά την ίδρυση του κόμματος, δημοσκοπήσεις το κατέγραψαν σε ποσοστά γύρω από το 7,5% έως 8,1%, ενώ άλλη μέτρηση το έφερε ακόμη και στο 11,4% στην πρόθεση ψήφου.
Αυτά είναι σοβαρά νούμερα για νέο κόμμα.
Αλλά δεν είναι ακόμη ρίζες.
Είναι κύμα.
Και τα κύματα ή γίνονται ρεύμα ή σπάνε στην πρώτη ξέρα. Η Ιστορία έχει ένα πολύτιμο μάθημα. Το ΠΑΣΟΚ δεν έγινε ΠΑΣΟΚ επειδή απλώς φώναξε «Αλλαγή». Ξεκίνησε το 1974 με 13,58%, έγινε αξιωματική αντιπολίτευση το 1977 με 25,34% και το 1981 έφτασε στην εξουσία με 48,07%. Δεν ήταν απλώς σύνθημα.
Ήταν κοινωνική συμμαχία, οργάνωση, στελέχη, τοπικές δομές, αφήγημα, συγκυρία και ένας ηγέτης που κατάφερε να μετατρέψει διάσπαρτες κοινωνικές διαθέσεις σε πολιτικό ρεύμα.
Μάλιστα, η αύξηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 είχε βαθιά μετακίνηση ψηφοφόρων από το Κέντρο αλλά και από τη Δεξιά, δηλαδή δεν ήταν απλή διαμαρτυρία· ήταν ανασύνθεση πολιτικού χάρτη.
Αυτό είναι και το στοίχημα της Καρυστιανού.
Να μη φτιάξει απλώς ένα κόμμα της στιγμής.
Να μη γίνει η θυμωμένη παρένθεση ενός κουρασμένου εκλογικού σώματος.
Να μη μαζέψει γύρω της τα ίδια σάπια υλικά, τους ίδιους πολιτικούς γυμνοσάλιαγκες, που περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα, φορώντας κάθε φορά άλλο χρώμα, άλλη κονκάρδα και την ίδια παλιά πείνα για εξουσία, καρέκλα.
Αν θέλει να μείνει στην ιστορία, πρέπει να κάνει το πιο δύσκολο πράγμα στην ελληνική πολιτική: να πει «όχι» σε χρήσιμους αλλά φθαρμένους, «όχι» σε πρόθυμους αλλά ακατάλληλους, «όχι» σε ανθρώπους που έρχονται όχι για να υπηρετήσουν, αλλά για να διασωθούν πολιτικά.
Ένα κόμμα δεν κρίνεται μόνο από τον αρχηγό του.
Κρίνεται από τον δεύτερο, τον τρίτο, τον υπεύθυνο οικονομικών, τον άνθρωπο που θα μιλήσει για την Παιδεία, τον άνθρωπο που θα μιλήσει για την Άμυνα, τον άνθρωπο που θα βρεθεί σε ένα υπουργείο όταν σβήσουν τα φώτα της συγκέντρωσης και αρχίσει η πραγματική διοίκηση.
Ας φανταστούμε, για μια στιγμή, τι θα ήταν το ΠΑΣΟΚ αν είχε σε κρίσιμες θέσεις περισσότερους ανθρώπους με το ήθος που η δημόσια μνήμη αποδίδει σε μορφές όπως ο Γιώργος Γεννηματάς, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος ή ο Μανώλης Δρεττάκης.
Όχι αγίους. Πολιτικούς.
Αλλά πολιτικούς που δεν έμοιαζαν να μπήκαν στη δημόσια ζωή για να κάνουν τα παιδιά τους συμβούλους, τους κουμπάρους τους εργολάβους και τους κολλητούς τους θεσμούς. Η Καρυστιανού έχει μπροστά της μια ευκαιρία και μια παγίδα.
Η ευκαιρία είναι να μετατρέψει την κοινωνική αγανάκτηση σε δημοκρατική αναγέννηση.
Η παγίδα είναι να πιστέψει ότι η αγανάκτηση αρκεί.
Δεν αρκεί.
Ο κόσμος μπορεί να ψηφίσει από θυμό μία φορά.
Δεν εμπιστεύεται όμως από θυμό για πάντα.
Η πραγματική ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι αν η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» θα μπει στη Βουλή.
Αυτό είναι σχεδόν σίγουρο.
Η πραγματική ερώτηση είναι αν μπορεί να χτίσει κάτι που να αξίζει να υπάρχει και μετά την πρώτη συγκίνηση.
Αν μπορεί να γίνει κόμμα αρχών, όχι κόμμα διαθέσεων.
Κόμμα θεσμών, όχι κόμμα χειροκροτητών.
Κόμμα πολιτών, όχι κόμμα αυλής.
Γιατί η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από άλλον έναν σωτήρα.
Από σωτήρες χορτάσαμε.
Άλλοι ήρθαν με ζιβάγκο, άλλοι με γραβάτες, άλλοι με αντιμνημονιακά λάβαρα, άλλοι με τεχνοκρατικό ύφος, άλλοι με πατριωτικά μεγάφωνα.
Το αποτέλεσμα συνήθως ίδιο: πολλή υπόσχεση στην αρχή, πολλή σιωπή στο τέλος. Η Μαρία Καρυστιανού μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό μόνο αν καταλάβει ότι το ηθικό κεφάλαιο δεν είναι λευκή επιταγή.
Είναι προκαταβολή εμπιστοσύνης.
Και η προκαταβολή ή επενδύεται σωστά ή χάνεται με τόκο.
Αν φτιάξει γύρω της καθαρή ομάδα, ικανή ομάδα, σοβαρή ομάδα, με διαφάνεια στα οικονομικά, δημοκρατία στις διαδικασίες, σαφές πρόγραμμα και ανθρώπους που ξέρουν κάτι παραπάνω από το να αγανακτούν δημόσια, τότε μπορεί πράγματι να γράψει ιστορία.
Αν όμως η «Ελπίδα» γίνει καταφύγιο αποτυχημένων, μεταγραφικό παζάρι παλιών πολιτευτών και πλυντήριο κάθε πικραμένου του συστήματος, τότε δεν θα είναι ελπίδα.
Θα είναι απλώς το επόμενο πυροτέχνημα στον ελληνικό ουρανό: δυνατό φως για λίγα δευτερόλεπτα, θόρυβος, χειροκρότημα και μετά πάλι σκοτάδι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους