[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Απόψε κιόλας θα φύγει. Τ’ ακούς, Ελένη; Από το σπίτι μου θα φύγει τώρα!» Ο πεθερός μου, ο Στέλιος, είχε κοκκινίσει ολόκληρος. Το χέρι του έτρεμε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το ποτήρι με το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Απόψε κιόλας θα φύγει. Τ’ ακούς, Ελένη; Από το σπίτι μου θα φύγει τώρα!» Ο πεθερός μου, ο Στέλιος, είχε κοκκινίσει ολόκληρος.

Το χέρι του έτρεμε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το ποτήρι με το νερό χτύπησε τόσο δυνατά που ο μικρός μου, ο Μανώλης, πετάχτηκε από την καρέκλα.

Στην πόρτα στεκόταν ο Νικόλας, μούσκεμα ακόμα από τη βροχή, με μια σακούλα από το φαρμακείο στο χέρι και εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως είναι ανεπιθύμητος παντού. «Δεν είναι το σπίτι σου μόνο, παππού», είπε ο Μανώλης πριν προλάβω να μιλήσω εγώ. Ο Στέλιος γύρισε και τον κοίταξε τόσο άγρια που πάγωσα.

Όλα είχαν αρχίσει τρεις μέρες πριν, ένα βράδυ που γύριζα από το σούπερ μάρκετ.

Έβρεχε καταρρακτωδώς.

Στη στάση, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας στο Περιστέρι, είδα έναν άντρα γύρω στα σαράντα, κουρασμένο, με σκισμένο μπουφάν και αίματα στα δάχτυλα.

Δεν ζήτησε λεφτά.

Μόνο με ρώτησε πού είναι ο σταθμός και αν υπάρχει κάπου να φορτίσει το κινητό του γιατί τον είχαν κλέψει, είχε χάσει το λεωφορείο για Λάρισα και δεν είχε άνθρωπο στην Αθήνα.

Κανονικά ίσως να φοβόμουν.

Αλλά κάτι πάνω του... δεν ξέρω.

Ήταν σαν να κρατιόταν όρθιος μόνο από ντροπή.

Τον πήγα πρώτα στο φαρμακείο.

Μετά σπίτι, να στεγνώσει λίγο και να φάει ένα πιάτο φακές.

Είπα στον εαυτό μου μία νύχτα θα είναι.

Άνθρωπος είναι.

Ο άντρας μου, ο Γιώργος, έλειπε σε δρομολόγιο με το φορτηγό προς Πάτρα.

Τον πήρα τηλέφωνο. «Ελένη, δεν ξέρω... Πρόσεχε μόνο», μου είπε. «Να προσέχω, ναι.

Αλλά να τον αφήσω στον δρόμο;» Έκανε μια παύση. «Όχι.

Απλώς... μην το πεις ακόμα στον πατέρα.» Το είπε χαμηλά, σχεδόν ντροπιασμένα.

Και μόνο τότε κατάλαβα ότι δεν φοβόταν τον ξένο.

Φοβόταν τον Στέλιο. Ο Νικόλας τελικά έμεινε.

Μία μέρα, μετά άλλη μία.

Το κινητό του δεν άνοιγε, η τσάντα του είχε χαθεί, και περίμενε απάντηση από έναν παλιό συνάδελφο στον Βόλο για να του στείλει χρήματα.

Στο μεταξύ βοηθούσε όπως μπορούσε.

Κατέβασε τα σκουπίδια, πήγε με τον Μανώλη στο φούρνο, άλλαξε μέχρι και τη χαλασμένη λάμπα στο μπάνιο.

Ήταν ήσυχος.

Πολύ ήσυχος. Ο Μανώλης κόλλησε πάνω του αμέσως. «Μαμά, ο κύριος Νικόλας μου έδειξε πώς να φτιάχνω χαρταετό σωστά.» Τον έβλεπα να γελάει μετά από καιρό.

Και το παιδί μου το είχα ανάγκη να γελάσει.

Είχαμε τραβήξει πολλά τους τελευταίους μήνες.

Δόση δανείου, λογαριασμοί, ο Γιώργος όλο στους δρόμους, κι εγώ να μετράω κέρματα στο μανάβικο.

Το σπίτι είχε γεμίσει ένταση.

Και ξαφνικά ένας ξένος μας έφερε μια περίεργη ηρεμία.

Μέχρι που το έμαθε ο Στέλιος.

Δεν μένει πάντα μαζί μας, αλλά μπαινοβγαίνει σαν να είναι προέκταση του τοίχου.

Κρατάει δεύτερα κλειδιά, φέρνει πορτοκάλια, λέει τη γνώμη του για όλα.

Εκείνο το μεσημέρι άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει και βρήκε τον Νικόλα να πλένει τα πιάτα.

Πάγωσε. «Ποιος είναι αυτός;» «Ένας άνθρωπος που είχε ανάγκη», του είπα. «Από πού είναι;» Ο Νικόλας κατέβασε τα μάτια. «Από χωριό έξω απ’ τη Λάρισα.» Εκεί άλλαξε το πρόσωπο του Στέλιου.

Σαν να άναψε κάτι παλιό, βρόμικο, μέσα του. «Απ’ τη Λάρισα; Να φύγεις τώρα.» Στην αρχή νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.

Μετά άρχισε να φωνάζει.

Για απατεώνες.

Για ξένους που μπαίνουν στα σπίτια και τα ρημάζουν.

Για ανθρώπους «από εκεί πάνω» που δεν πρέπει να τους εμπιστεύεσαι ποτέ.

Τέτοια λόγια. Σκληρά. Ντροπιαστικά. Ο Νικόλας δεν απάντησε.

Μόνο έσφιξε τα χείλη.

Εγώ όμως δεν κρατήθηκα. «Φτάνει πια, Στέλιο.

Τι σου έχει κάνει ο άνθρωπος;» Γύρισε και με κοίταξε σαν να ήμουν εγώ η προδότρια. «Εσύ δεν ξέρεις. Ούτε ο Γιώργος ξέρει όλη την αλήθεια.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences