Τον βλέπετε τον μπάρμπα? Έτοιμος είναι να φορτώσει δυό τσουβάλια φασόλες και ένα μεσοσώμαρα, για να τα πουλήσει ποιος ξέρει πού? Στη Χώρα, στην Πεδιάδα, στη Μεσαρά, πού? Αξημέρωτα σηκώθηκε ο άνθρωπος...
Τον βλέπετε τον μπάρμπα? Έτοιμος είναι να φορτώσει δυό τσουβάλια φασόλες και ένα μεσοσώμαρα, για να τα πουλήσει ποιος ξέρει πού? Στη Χώρα, στην Πεδιάδα, στη Μεσαρά, πού? Αξημέρωτα σηκώθηκε ο άνθρωπος, ετάισε το γαιδουράκι του, το πότισε σφυρολογώντας, εκρέμασε και τον τριχοντρουβά στα σκαρβέλια με έναν ντάκο και λίγες ελιές και κίνησε να περάσει, βρέξει λιάσει, τις κακοτράχαλες βόλιτες που οδηγούν από το Λασίθι στα Κάτω μέρη.
Θα μου πείτε: Γιατί δεν τις πουλά σε κάποιον έμπορο να γλιτώσει τόση ταλαιπωρία? Γιατί δεν τις φορτώνει σε ένα φορτηγό να μην ταλαιπωρεί και το ζώο του? Άκου είντα λέει! Μέχρι το 1942 δεν υπήρχε αμαξιτός δρόμος από το Ηράκλειο προς το Οροπέδιο Λασιθίου.
Ούτε φυσικά έμπορος, όπως σήμερα.
Ο παραγωγός έπρεπε ο ίδιος να πουλά το προιόν του πολύ μακριά, διαβαίνονταςτους έξι ημιονικούς δρόμους που οδηγούσαν προς το Λασίθι από τα Κάτω μέρη.
Αν θέλει κάποιος του κατονομάζω αυτές τις πανάρχαιες οδούς Η πορεία μέσα από αυτούς τους δρόμους ήταν πολύ κουραστική και επικίνδυνη, γιατί το κατάστρωμα τους ήταν μαγλινό από την πολυχρησία, πολύ γλιστρερό σε περίπτωση βροχής ή πάγου και στο χείλος γκρεμών και χαλασιών.
Όταν ο προορισμός ήταν σχετικά κοντινός, ο πωλητής επέστρεφε στο Λασίθι αυθημερόν, φροντίζοντας, κατά την επιστροφή, να κόβει και να φορτώνει ένα γομάρι ξύλα για το φούρνο.
Οι μακρινές στραθιές έπρεπε να γίνουν σε πάνω από μια μέρες.
Τότε οι πωλητές διανυκτέρευαν σε κάποιο καφενείο ή στο ύπαιθρο! Ιδιαίτερα απαιτητικές ήταν οι στραθιές προς το Ηράκλειο ,λόγω αποστάσεως, αλλά και γιατί παραμόνευαν στο Κακό όρος πολλοί αδίστακτοι ληστές.
Γιαυτό το λόγο οι στρατολάτες διανυκτέρευαν στα χάνια, όπως του Κοκκίνη , και αξημέρωτα πολλοί μαζί διέβαιναν το Κακό όρος και έμπαιναν μέσα στην πόλη, στην οποία είχαν ανοίξει πολύ πρωί τις πύλες της.
Στα χάνια ελάμβαναν τροφή και σταβλισμό τα ζώα και δείπνο με κάποια στρωμαθιά οι αγωγιάτες.Πολλές φορές ξάπλωναν στις στρωμαθιές αυτές ολόγροι, σκεπασμένοι μόνο με τα βαριά από τη βροχή ρασίδια τους.
Κάπες , γαμπάδες ή ράσα τα λένε αλλού.
Το φαγητό ήταν συνήθως φασολάδα ξερή και ενίοτε κοκκινιστό κρέας με κρασί.
Γι αυτό λέγανε ότι όποιος περάσει από χάνι χάνει, μπει δεν μπει μέσα.
Αν μείνει απέξω χάνει την καλοπέραση και αν μπει μέσα χάνει τα χρήματα του στο φαί και το ποτό! Τυχεροί ήταν οι στρατολάτες που είχαν μετόχι στου Σβούρο(Ανάληψη),γιατί διανυκτερεύοντας εκεί, γλίτωναν τα έξοδα του χανίου.Όχι όμως και τα πειράγματα χωρατατζήδων χωριανών τους.
Κάποτε κίνησε για το Ηράκλειο ένας χωριανός μου από του Σβούρο, για να πουλήσει κάποιο προιόν του.
Στη γέφυρα του Αποσελέμη τον περίμενε ένας αβρακοδιανός περιτυλιγμένος με άσπρο σεντόνι σαν φάντασμα.
Ο στρατολάτης ετρόμαξε τόσο που παράτησε έντρομος το φορτωμένο γαιδούρι του και τρέχοντας εγύρισε στο μετόχι και γύρευε πηγάιδι να πέσει μέσα να γλιτώσει! Μετά το ξεπούλημα του προιόντος τους στην Πλαθιά Στράτα(Καλοκαιρινού) και στις ρούγες της πόλης, αγόραζαν απαραίτητα πράγματα, που δεν υπήρχαν στο χωριό τους ή αν υπήρχαν ήταν πανάκριβα.
Χνάρια μπακαλιάρο, κουλούρες χάσικες ψωμιού, υφάσματα, κονσέρβες μπάμιες, πετσά κ ά. Τέλος καβαλίκευαν τα κτήματα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους με πιθανή ενδιάμεση στάση.
Τι ταλαιπωρία πέρασαν αυτοί οι άνθρωποι.
Ζάλα πολλά,με κρύο ή ζέστη, με βροχές και χιόνια, με κακοπέραση και συχνά προσβολές των αγοραστών. " "Λάλιε κουμπάρε να περνά η γιώρα σου!" "Μούφερες αλλότε σκάρτο πράμα!"" "Ηρθε πάλι ο κασογόνατος ή γαιδουρολασιώτης να μας αρμέξει!"Φαίνεται πως η συνύπαρξη γαιδουριού και Λασιώτη, όπως στη φωτογραφία ,υπήρξε η αφορμή να αποκαλούνται έτσι οι πολύ φιλότιμοι Λασιώτες κι όχι γιατί είχαν γαιδουριά, που τα ταλαίπωρα αυτά ζώα δεν έχουν σε καμιά περίπτωση.
Σήμερα οι σύγχρονοι Λασιώτες κατακλύζουν τις λαικές αγορές και τα χωριά πουλώντας τα νόστιμα λασιώτικα προιόντα τους με Νισσάν και Τουότα. Τα καημένα τα γαιδουράκια και οι παλιοί στρατολάτες αναπαύονται εν ειρήνη!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους