Το πρώτο μεταπολεμικό συνέδριο της FIFA διεξήχθη στη Γενεύη το 1923. Εκεί εξελέγει πρόεδρος της Συνομοσπονδίας για δεύτερη φορά ένας Γάλλος, ένας δικηγόρος, γιος μανάβη από την ανατολική Γαλλία...
Το πρώτο μεταπολεμικό συνέδριο της FIFA διεξήχθη στη Γενεύη το 1923.
Εκεί εξελέγει πρόεδρος της Συνομοσπονδίας για δεύτερη φορά ένας Γάλλος, ένας δικηγόρος, γιος μανάβη από την ανατολική Γαλλία, βαθιά Καθολικός, ο εμβληματικότερος πρόεδρος στην Ιστορία της, ο Jules Rimet. Ο Rimet ήταν ίσως ο καταλληλότερος άνθρωπος για να οδηγήσει το ποδόσφαιρο σε αυτή τη νέα εποχή και στην πραγματική παγκοσμιοποίησή του.
Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις ευθυγραμμίζονταν με την παπική εγκύκλιο του Rerum novarum, του Πάπα Λέοντος του 13ου, σύμφωνα με την οποία ιδιαίτερο βάρος έρπεπε να δοθεί εκ μέρους της εκκλησίας όσο αφορά τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης.
Βεβαίως, η παπική εκκλησία ως θεσμός δεν είχε κάποιο μεγάλο πόνο για τους κολασμένους της Γης, παρά έβλεπε τον κίνδυνο αυτοί να εκφράσουν την οργή για την ανέχειά τους με τρόπους επαναστατικούς, εμφορούμενοι από τις μεγάλες ιδέες που αναπτύσσονταν κατά τον 19ο αιώνα και οδήγησαν μέχρι και στην εργατική κατάληψη της εξουσίας στο Παρίσι της Κομμούνας του 1871.
Η εκκλησία είχε υπό αυτές τις συνθήκες το συμφέρον να λειτουργήσει ως ο φορέας που θα μπορέσει να διαχειριστεί με τρόπο πιο ανώδυνο για την άρχουσα τάξη αυτή τη λαϊκή οργή: οι πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των όρων ζωής και του περιεχομένου της ζωής των εργατών βοηθούσαν σε αυτή την κατεύθυνση.
Δεδομένης δηλαδή της ιδεολογικής πίεσης, η στάση αυτή της καθολικής εκκλησίας μπορεί να αναγνωστεί ως κατάκτηση της εργατικής τάξης, ακόμα και σε συνθήκες που δε διεκδικούσε οργανωμένα την ανατροπή της εχθρικής προς αυτήν εξουσία.
Άλλωστε δεν ξέρουμε πόσο εύκολο είναι να ισχυριστεί κανείς ότι ένας κραταιός θεσμός, όπως ο Πάπας, χωρίς βαθύτερους λόγους αποφάσισε να διακηρύξει μια τέτοια φαινομενικά ριζοσπαστική πολιτική γραμμή.
Εμφορούμενος από αυτές τις ιδέες ο Rimet είχε ιδρύσει το 1897, δηλαδή 6 χρόνια μετά τη διακήρυξη του Rerum novarum, τον εργατικό σύλλογο Red Star στο Παρίσι, που μέχρι τις μέρες μας αποτελεί ένα σύμβολο υπερηφάνιας των φτωχότερων στρωμάτων που ζουν στο περιθώριο της υπέρλαμπρης γαλλικής πρωτεύουσας.
Η ιστορική καταγραφή έχει κατατάξει τον Rimet ως έναν εμπνευσμένο άνθρωπο που πίστευε στη συνεννόηση και ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των εθνών, κάτι που ήταν φυσικά αναγκαίο για την μεταπολεμική (ή μεσοπολεμική) ανοικοδόμηση.
Όπως είναι φυσικό, η ανάγνωση αυτού του χαρακτηριστικού δε μπορεί να είναι αφελής: ο Rimet είτε πίστευε συνειδητά σε αυτό το δρόμο εναρμονισμένος με τη βαθύτερη ιδεολογική στάση της εκκλησίας, γνωρίζοντας τις επιπτώσεις του πολέμου στην Τσαρική Ρωσία που οδήγησαν στη Μπολσεβικική Επανάσταση, είτε ως ιδεαλιστής πίστευε ότι η διεθνής συνεννόηση ήταν η καλύτερος δρόμος προόδου μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που θεωρούσε είτε φυσικό, είτε μονόδρομο.
Σε κάθε περίπτωση, ενώ η καθολική εκκλησία είχε επίσημα αποκηρύξει, ως ήταν φυσικό, τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις, δε γνωρίζουμε κάτι συγκεκριμένο για τη στάση του Rimet, παρά το γεγονός ότι η νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση δεν έγινε δεκτή στη FIFA καθόλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Η εξέταση της πολιτικής ιδεολογίας του Jules Rimet μπορεί να αποτελέσει από μόνη της ένα θέμα διατριβής, καθώς πάνω της στηρίζεται όλο το σύγχρονο οικοδόμημα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όμως στην ιστορική αναζήτηση της ύπαρξης και εξέλιξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου ίσως αυτό που έχει σημασία να αξιοποιηθεί ως δεδομένο είναι η ακραιφνής διεθνιστική του αντίληψη, σε αντίθεση με το συντηρητισμό των αστικών και αριστοκρατικών τάξεων που σε άλλες χώρες, κυρίως όσες βρίσκονταν υπό τη βρετανική επιρροή, κρατούσαν το ποδόσφαιρο εγκλωβισμένο σε μια πολύ μικρότερη κλίμακα από αυτή που ήταν η πραγματική δυναμική του.
Για όποιον λόγο κι αν πίστευε όσα πίστευε ο Rimet, είναι καταγεγραμμένο το γεγονός ότι χρειαζόταν η δική του αντίληψη για να απελευθερωθούν οι δυνάμεις που θα έκαναν το ποδόσφαιρο το κοινωνικό φαινόμενο που γνωρίζουμε σήμερα.
Ένα ακόμα στοιχείο που δε μπορεί να παρακαμφθεί εξετάζοντας την προσφορά του Rimet είναι το γεγονός ότι σκεφτόταν έξω από τα ως τότε δεδομένα πλαίσια, χαράσσοντας έτσι και μια στρατηγική γραμμή που διαχρονικά χαρακτήριζε την πορεία της FIFA.
Όταν το ποδόσφαιρο φαινόταν στα μάτια των Ευρωπαίων να είναι ένα αγγλικό προϊόν που αφορούσε μια σειρά από χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ο Rimet είδε πολύ άμεσα ότι ο μεγαλύτερος του σύμμαχος – και κυρίως σύμμαχος του οράματός του – βρισκόταν στην άλλη μεριά του ωκεανού.
Το ποδόσφαιρο του Río de la Plata, χωρίς να έχει συντριβεί από τον πόλεμο, έχοντας απεμπλακεί από την αγγλική επιρροή, αποκτώντας τη δική του ξεχωριστή αισθητική και κοινωνική ιδιοσυγκρασία, αποκτώντας μάλιστα και ένα υψηλότατο επίπεδο όσο αφορά τις καθαυτές αθλητικές επιδόσεις, μπορούσε να γίνει ο φορέας στον οποίο θα στηριζόταν η νέα μορφή του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού δικτύου. Απόσπασμα από το τελευταίο επεισόδιο του φουτμπώλ «Μια ιστορία για το Μουντιάλ»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους